Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κ. Φον ντε Λάιεν προτείνει συνεργασία των δύο “πλευρών” στην Κύπρο στον τομέα της ενέργειας και μετά…

Δημοσιεύτηκε στις

«Σπρώχνει» για Δικοινοτική δράση στην ηλιακή ενέργεια η ΕΕ

Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μιλά στο ΚΥΠΕ για ΜΟΕ, Τουρκία, Ενέργεια και Ουκρανικό και αποκαλύπτει σχέδιο της ΕΕ για δικοινοτική δράση στην ηλιακή ενέργεια

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί την ιδέα της δημιουργίας μιας δικοινοτικής μονάδας ηλιακής ενέργειας η οποία θα μπορούσε «να συνεισφέρει στις ενεργειακές ανάγκες και των δύο κοινοτήτων», δήλωσε η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε συνέντευξη με το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων.

Η Κομισιόν, πρόσθεσε, έχει «ετοιμάσει το έδαφος για την ανάπτυξη μιας προκαταρκτικής μελέτης σκοπιμότητας» σύμφωνα με την Πρόεδρο.

Η κ. Φον ντερ Λάιεν σχολίασε επίσης το ενδεχόμενο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αναφερόμενη στο ενδεχόμενο μιας συμφωνίας για τον διαμοιρασμό του ηλεκτρισμού που θα παραχθεί μέσω της πλωτής μονάδας που κατασκευάζεται στο νησί, συμφωνία που «θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια ευρύτερη συζήτηση για τη διαχείριση της ενέργειας στην Κύπρο».

Απαντώντας σε γραπτές ερωτήσεις επικεντρωμένες στο ζήτημα της ενέργειας, η Πρόεδρος Φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ακόμα πως η Κομισιόν αναμένει από την Τουρκία να απέχει από μονομερείς ενέργειας κατά της ΕΕ ή των κρατών μελών της, και υπογράμμισε πως «νέες μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου» θα έχουν «πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις» για τη χώρα.

Στη συνέντευξή της η κ. Φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε ακόμα στο πώς η Κύπρος μπορεί να συμβάλει στην ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ ενόψει του χειμώνα μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας, και εξήγησε πως η ΕΕ εστιάζει στην διαφοροποίηση των πηγών φυσικού αερίου ώστε να αποτρέψει εξαρτήσεις στο μέλλον.

Υπογράμμισε ακόμα πως πιστεύει ότι η πλειοψηφία των Ευρωπαίων αντιλαμβάνονται την ανάγκη για κυρώσεις κατά της Ρωσίας για την εισβολή της στην Ουκρανία, και πρόσθεσε πως η Μόσχα φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για την αύξηση των τιμών ενέργειας και τροφίμων.

Ενέργεια και οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην Κύπρο

Ερωτηθείσα κατά πόσο ένα πακέτο μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης που να περιλαμβάνει συμφωνίες για τους υδρογονάνθρακες πριν την επανένωση θα μπορούσε να εξισορροπήσει το δικαίωμα της Κυπριακής κυβέρνησης να λαμβάνει αποφάσεις στον τομέα της ενέργειας και την επιθυμία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας για συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε θέματα ενέργειας, η κ. Φον ντερ Λάιεν εστίασε σε ζητήματα παραγωγής ενέργειας.

«Μια συμφωνία μεταξύ των δύο κοινοτήτων για την εκμετάλλευση των πόρων υδρογονανθράκων στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου, για παράδειγμα σε σχέση με τον διαμοιρασμό του ηλεκτρισμού που θα παράγεται μέσω FSRU (σ.σ. πλωτής μονάδας επαναεριοποίησης), θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για μια ευρύτερη συζήτηση για τη διαχείριση της ενέργειας στην Κύπρο και για το πώς μπορεί καλύτερα να διασυνδεθεί η Κύπρος με το Ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρισμού» είπε.

«Αν εφαρμοστεί σωστά, πιστεύουμε πως αυτό το μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης μπορεί να διευκολύνει την επανένωση της Κύπρου» πρόσθεσε.

Κληθείσα να σχολιάσει πληροφορίες πως η Κομισιόν εργάζεται με τις δύο πλευρές για τη δημιουργία μονάδας ηλιακής ενέργειας στην νεκρή ζώνη, και κατά πόσο η ΕΕ θα έπρεπε να ήταν πιο ενεργή στην προώθηση της συνεργασίας μέσω των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η κ. Φον ντερ Λάιεν επιβεβαίωσε πως βρίσκονται σε εξέλιξη διεργασίες για ένα τέτοιο έργο.

«Η Κομισιόν είναι ενεργή. Έχουμε ετοιμάσει το έδαφος για την ανάπτυξη μιας προκαταρκτικής μελέτης σκοπιμότητας για την δημιουργία μιας δικοινοτικής μονάδας ηλιακής ενέργειας, συμβατής με τις προδιαγραφές των δικτύων ηλεκτρισμού» σημείωσε.

«Η εγκατάσταση αυτή θα μπορούσε να συνεισφέρει στις ενεργειακές ανάγκες και των δύο κοινοτήτων, αυξάνοντας το ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα, κατά τρόπο σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» εξήγησε.

«Η ενέργεια είναι βασικός τομέας για την Κύπρο. Εμπεριέχει μεγάλες ευκαιρίες για τις κοινότητες να έρθουν κοντά. Η Κομισιόν είναι έτοιμη να στηρίξει τις προσπάθειες σε αυτόν τον τομέα, μεταξύ άλλων μέσω σχεδιασμών για ένα μελλοντικό ενωμένο σύστημα ενέργειας» υπογράμμισε η Πρόεδρος.

Απαντώντας σε ξεχωριστή ερώτηση, υπενθύμισε πως «μέσω του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης η Κομισιόν στηρίζει στην Κύπρο με την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας» και «την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης».

«Για παράδειγμα, έχουμε στηρίξει την Κύπρο στην αναθεώρηση των εθνικών ενεργειακών και κλιματικών της στόχων και μέτρων για την ενέργεια και το κλίμα ώστε να ενημερώσει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα», δηλαδή «το πλάνο της για ένα μέλλον κλιματικής ουδετερότητας» όπως είπε.

«Έχουμε επίσης στηρίξει τις κυπριακές αρχές στην ολοκλήρωση του Εδαφικού Σχεδίου Δίκαιης Μετάβασης της. Χάρη σε αυτό, η Κύπρος θα επωφεληθεί από 101 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης για την μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλή σε άνθρακα. Και τώρα εργαζόμαστε με την Κύπρο για την νέα Εθνική Στρατηγική για το Υδρογόνο» εξήγησε.

Οι ενεργειακές δυνατότητες της Κύπρου και ο ρόλος της Τουρκίας

Η Πρόεδρος Φον ντερ Λάιεν κλήθηκε επίσης να σχολιάσει την παρεμπόδιση του ερευνητικού προγράμματος για τους υδρογονάνθρακες της Κύπρου από την Τουρκία μέσω διεκδικήσεων που δεν συνάδουν με το διεθνές δίκαιο, δεδομένων των αναγκών της ΕΕ για εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου, καθώς και πώς η ΕΕ μπορεί να απαντήσει σε ένα θέμα που αφορά τα δικά της ενεργειακά συμφέροντα.

«Η ΕΕ ήταν πολύ ξεκάθαρη με την Τουρκία πως η ποιότητα της σχέσης και της συνεργασίας μας εξαρτάται τη συνέχιση των προσπαθειών για αποκλιμάκωση των εντάσεων, και την αποφυγή προκλήσεων κατά κρατών μελών της ΕΕ» είπε η κ. Φον ντερ Λάιεν, προσθέτοντας πως «συνεχίζουμε να αναμένουμε και να απαιτούμε από την Τουρκία να απέχει από μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις κατά της ΕΕ ή των κρατών μελών της οι οποίες παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο» και τόνισε πως «αυτό είναι κρίσιμης σημασίας για την όποια πρόοδο στις σχέσεις με την Τουρκία».

«Στην περίπτωση που η Τουρκία δεν εμπλακεί εποικοδομητικά στην ανάπτυξη μιας γνήσιας εταιρικής σχέσης με την ΕΕ, αλλά επιστρέψει αντί αυτού σε νέες μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αυτό θα έχει πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις» υπογράμμισε.

Η Κύπρος μπορεί να συνεισφέρει μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας

Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς η Κύπρος μπορεί να συνεισφέρει στην εξοικονόμηση φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα δεδομένου πως δεν αξιοποιεί το συγκεκριμένο καύσιμο για παραγωγή ηλεκτρισμού ή θέρμανση, και κατά πόσο νέα τερματικά LNG που κατασκευάζονται ή προτείνονται μπορούν να έχουν κάποιο ρόλο, η Πρόεδρος της Κομισιόν υπέδειξε πως «η εξοικονόμηση ενέργειας, από όλες τις πηγές, συνεισφέρει στην οικοδόμηση της ανθεκτικότητας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο».

«Δεν υπάρχει μικρή συνεισφορά. Όσον περισσότερο εξοικονομήσουμε και όσο πιο γρήγορα το κάνουμε, τόσο πιο ασφαλείς θα είμαστε. Επίσης, είναι σημαντικό να στείλουμε στις αγορές ένα μήνυμα ενότητας και αλληλεγγύης της ΕΕ. Αυτό θα βοηθήσει στη σταθεροποίησή τους» πρόσθεσε.

«Για αυτό και η συμφωνία των κρατών μελών την Τρίτη για συντονισμένα μέτρα για μείωση σε όλη την ΕΕ της ζήτησης του φυσικού αερίου, στη βάση του σχεδίου ετοιμότητας μας, είναι μια καλή εξέλιξη» σημείωσε η κ. Φον ντερ Λάιεν αναφερόμενη στην συμφωνία σε επίπεδο Συμβουλίου της ΕΕ στις 26 Ιουλίου 2022.

«Φυσικά όμως, αυτή η συμφωνία λαμβάνει υπόψη εθνικές ιδιαιτερότητες όπως αυτή την οποία αναφέρατε» είπε η Πρόεδρος της Κομισιόν, προσθέτοντας ότι «σε διάστημα μιας εβδομάδας, η ΕΕ αποφάσισε να αναλάβει ένα χωρίς προηγούμενο αποφασιστικό βήμα για αντιμετώπιση της απειλής πλήρους διακοπής της παροχής αερίου από τον Πούτιν. Η συλλογική δέσμευση για μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου κατά 15% είναι σημαντική. Θα βοηθήσει να γεμίσουμε τους αποθηκευτικούς χώρους ενόψει του χειμώνα, κυρίως στην ηπειρωτική Ευρώπη».

Το ρωσικό φυσικό αέριο και η διαφοροποίηση

Ερωτηθείσα κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορούσε ρεαλιστικά να απαγορεύσει την εισαγωγή Ρωσικού φυσικού αερίου, η Πρόεδρος της Κομισιόν υπογράμμισε πως «η ΕΕ δεν έχει προτείνει την απαγόρευση εισαγωγών Ρωσικού αερίου» όμως πρόσθεσε πως «είναι ξεκάθαρο πως η Ρωσία έχει γίνει αναξιόπιστος προμηθευτής»

«Έχει διακόψει την προμήθεια φυσικού αερίου σε 13 κράτη μέλη, πλήρως ή εν μέρει. Επιπρόσθετα, η Ρωσία χρηματοδοτεί τον πόλεμό της με τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα και είμαστε αποφασισμένοι να απαλλαγούμε από την εξάρτησή μας από τα Ρωσικά ορυκτά καύσιμα, περιλαμβανομένου του φυσικού αερίου. Αυτό κάνουμε μέσω του σχεδίου REPowerEU plan, το οποίο φυσικά περιλαμβάνει εξοικονόμηση ενέργειας και ενεργειακή απόδοση, αλλά και άλλα δύο σημαντικούς πυλώνες» σύμφωνα με την Πρόεδρο.

Ο πρώτος πυλώνας, εξήγησε, είναι οι «τεράστιες επενδύσεις στις ανανεώσιμες» καθώς «κάνουν καλό στον πλανήτη και κάνουν καλό στην ασφάλεια προμήθειας μας». Σε αυτό το πλαίσιο, πρόσθεσε, «το σχέδιο ανάκαμψης της Ευρώπης NextGenerationEU θα επενδύσει 89 εκατομμύρια σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ενεργειακής απόδοσης στην Κύπρο».

Ο δεύτερος πυλώνας, συνέχισε, είναι «η διαφοροποίηση των πηγών» με την ΕΕ «να στρέφεται σε πιο αξιόπιστους ενεργειακούς εταίρους».

«Έχουμε ήδη φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ παραλαβών LNG από τις ΗΠΑ. Και ολοένα αυξανόμενες ποσότητες αερίου έρχονται από τη Νορβηγία, τις χώρες του Κόλπου, την Αλγερία ή την Κασπία Θάλασσα. Όλο και περισσότερες χώρες, σε ολόκληρο τον κόσμο, συμμετέχουν» υπογράμμισε, προσθέτοντας πως «υπάρχουν αποτελέσματα».

«Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2022 έχουμε εισάγει 38 περισσότερο LNG και αέριο από αγωγούς από μη Ρωσικές πηγές. Αυτό υπερκαλύπτει τα 28 bcm μείωσης παροχής Ρωσικού αερίου μέσω αγωγών» εξήγησε.

«Τέλος, μακροπρόθεσμα, ο στόχος μας είναι να είμαστε κλιματικά ουδέτεροι μέχρι το 2050. Αυτό φυσικά είναι κρίσιμης σημασίας για το μέλλον μας στον πλανήτη από περιβαλλοντικής άποψης, όμως θα σημάνει επίσης πως δίνουμε τέλος στην εξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα, από όπου και αν προέρχονται» σημείωσε η Πρόεδρος.

Ερωτηθείσα αν υπάρχει ενδεχόμενο κατάργησης της ομοφωνίας όσον αφορά κυρώσεις που αφορούν συγκεκριμένες επιθετικές ενέργειες και καταπάτηση του διεθνούς δικαίου, η κ. Φον ντερ Λάιεν επεσήμανε πως «ήδη υπάρχει ειδική πλειοψηφία σε πολλά θέματα» και εξήγησε πως «αν οι χώρες γνωρίζουν από πριν πως η τελική απόφαση μπορεί να ληφθεί με ειδική πλειοψηφία, έχουν ισχυρό κίνητρο να διαπραγματευτούν, να δημιουργήσουν συμμαχίες και να διαμορφώσουν συναίνεση».

«Πολιτικά όμως προτιμώ πάντα μια στάση ενότητας όταν καταδικάζουμε την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και άλλων θεμελιωδών αξιών» είπε.

Διαφοροποίηση και νέες εξαρτήσεις

Το ΚΥΠΕ ρώτησε επίσης την Πρόεδρο Φον ντερ Λάιεν κατά πόσο οι πρόσφατες συμφωνίες  της ΕΕ με κυβερνήσεις όπως αυτές της Αιγύπτου και του Αζερμπαϊτζάν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέες εξαρτήσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια και τις αξίες της ΕΕ.

«Η εξάρτηση συμβαίνει όταν ένα μεγάλο μέρος ενός απαραίτητου πόρου έρχεται μόνο από μια πηγή. Οι πρόσφατες συμφωνίες αυτές είναι μέρος των προσπαθειών διαφοροποίησης, και της στροφής προς πιο αξιόπιστους προμηθευτές», είπε η κ. Φον ντερ Λάιεν.

«Επίσης, σε αντίθεση με τη Ρωσία, καμία από αυτές τις χώρες δεν είναι εχθρική προς την ΕΕ. Δεν έχουν ιστορικό μετατροπής των ενεργειακών πηγών σε όπλο και έχουν δείξει ενδιαφέρον να αναπτύξουν αμοιβαία επωφελείς εταιρικές σχέσεις» επεσήμανε. «Οι νέες ενεργειακές μας συμφωνίες με την Αίγυπτο και το Αζερμπαϊτζάν έχουν ως στόχο όχι μόνο την αύξηση των παραδόσεων υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη, αλλά θέτουν τα θεμέλια για μακροπρόθεσμες εταιρικές σχέσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και την καθαρή ενέργεια» πρόσθεσε.

Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση των υψηλών τιμών

Κληθείσα να σχολιάσει ενδεχόμενες μελλοντικές αντιδράσεις της κοινής γνώμης για τα μέτρα κατά της Ρωσίας για στήριξη της Ουκρανίας, και για το τι μπορεί να κάνει η Κομισιόν για να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να αποτρέψει πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη, η επικεφαλής της Κομισιόν υπογράμμισε πως «υπάρχει μόνο ένας υπεύθυνος για τις αυξανόμενες τιμές ενέργειας και τροφίμων: η Μόσχα».

«Αυτό πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Αντιλαμβάνομαι πως το Κρεμλίνο προσπαθεί να επιβάλει ένα μη ειλικρινές αφήγημα όμως τα δεδομένα είναι εδώ: η Ρωσία χρησιμοποιεί την ενέργεια σαν όπλο μήνες πριν τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Η Gazprom έχει εσκεμμένα διατηρήσει την προμήθεια φυσικού αερίου όσο χαμηλά μπορούσε, παρά τις υψηλές τιμές. Για αυτό μειώνουμε την εξάρτησή μας από όλα τα Ρωσικά ορυκτά καύσιμα όσο γρηγορότερα μπορούμε» εξήγησε.

«Την ίδια ώρα, οι κυβερνήσεις μπορούν να στηρίξουν τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις ώστε να αντιμετωπίσουν τις υψηλές τιμές που είναι αποτέλεσμα της στρατηγικής του Κρεμλίνου. ‘Τους έχουμε εξηγήσει ποια είναι τα διαθέσιμα μέτρα για να το κάνουν» είπε.

«Είμαι πεπεισμένη πως η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων καταλαβαίνουν καλά πως στηρίζουμε την Ουκρανία γιατί η ειρήνη μας και η διεθνής τάξη βρίσκεται σε κίνδυνο. Η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου δείχνει μεγάλη συναίνεση μεταξύ των πολιτών της ΕΕ σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ υπέρ της απάντησης της ΕΕ στη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία» πρόσθεσε.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα38 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή