Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Ταϊβάν «πυροδοτεί» τον παγκόσμιο πόλεμο για τα μικροτσίπ

Δημοσιεύτηκε στις

Του Μιχάλη Ψύλου
psilosm@naftemporiki.gr

Το τεχνολογικό πάρκο στην πόλη Χσιντσού της Ταϊβάν είναι μια παράξενη «όαση»: Μεγάλες, δενδροφυτεμένες λεωφόροι πλαισιώνονται από τεράστια κτίρια από γυαλί και χάλυβα. Είναι οι εγκαταστάσεις των εταιρειών τεχνολογίας της Ταϊβάν. Ο κατασκευαστής ημιαγωγών TSMC λειτουργεί επτά γιγαντιαία εργοστάσια στο Χσιντσού, από τα 14 που διαθέτει συνολικά σε όλο το νησί. Ηλεκτρικά λεωφορεία μεταφέρουν  τους υπαλλήλους της TSMC στα διάφορα κτίρια. Στις στάσεις ακούγεται κλασική μουσική από τα ηχεία. Η ταϊβανέζικη εταιρεία παραγωγής μικροτσίπ TSMC διαθέτει για τους 57.000 υπαλλήλους της όλες τις έχεις: Εστιατόρια, γυμναστήρια ακόμη και νηπιαγωγεία και παιδικούς σταθμούς για τα παιδιά τους.

Η εταιρεία αποτελεί σημαντικό οικονομικό παράγοντα για το νησί. Πέρυσι, το μερίδιο της TSMC σε όλους τους εταιρικούς φόρους της Ταϊβάν αντιστοιχούσε στο 11%. Οι Ταϊβανέζοι αποκαλούν την εταιρεία ποιητικά ως Huguo Shenshan – «το βουνό του Θεού που παρακολουθεί τη γη». Το παρατσούκλι δεν αφορά μόνο το τα οικονομικά, λέει ο 39χρονος Λιν, εργαζόμενος στην εταιρεια: «Ίσως έχει να κάνει και με την Κίνα. Επειδή υπάρχει η TSMC, η Κίνα συγκρατείται. Η άποψή μου μου είναι ότι εκτιμούν την Ταϊβάν κυρίως λόγω της τεχνολογίας της».

Το συναίσθημά του Λιν για την TSMC; «Περήφανος! Όλος ο κόσμος γνωρίζει την εταιρεία μας. Η TSMC έχει προσφέρει πολλές θέσεις εργασίας στους Ταϊβανέζους».

Η TSMC και ο ρόλος της στον τομέα των ημιαγωγών είναι από τους λόγους που πυροδοτούν την αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Μια αντιπαράθεση που δεν αποκλείεται να οδηγήσει σε μία σύγκρουση με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Τα μικροτσίπ είναι τα γρανάζια στο τεράστιο ρολόι της σύγχρονης εποχής και όσοι αναπτύσσουν και κατασκευάζουν τον γρηγορότερο και μικρότερο ημιαγωγό,έχουν τεχνολογικό πλεονέκτημα σε πολλούς τομείς. Τα σύγχρονα οπλικά συστήματα από μόνα τους χρειάζονται τα καλύτερα μικροτσίπ, αλλά και τα αυτοκίνητα, τα κινητά τηλέφωνα και τα ψυγεία χρειάζονται επίσης αυτά τα μικροσκοπικά εξαρτήματα.

Οι σημαντικότερες αμερικανικές αλλά και ευρωπαικές εταιρείες εξαρτώνται από τους ημιαγωγούς της Ταϊβάν. Οσο κι αν η  Ουάσιγκτον  αλλά και οι Βρυξέλλες έχουν δεσμευτεί να αναπτύξουν την βιομηχανία μικροτσίπ, η εξάρτηση από την Ταϊβάν θα κρατήσει χρόνια. Η κρίση μικροτσιπ στην αυτοκινητοβιομηχανία δίνει μια ιδέα για το τι θα συνέβαινε εάν σταματούσαν οι γραμμές παραγωγής στην TSMC. Η εταιρεια προμηθεύει τους μεγαλύτερους παίκτες στην παγκόσμια οικονομία.

«Ακόμη και για την Apple, είναι πολύ ακριβό να παράξει τα τσιπ που χρειάζεται. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του ότι η TSMC κυριαρχεί πραγματικά στην αγορά και κάνει τη δουλειά της τόσο καλά που όλες οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας εξαρτώνται από αυτήν για την κατασκευή τσιπ», λέει ο Αμερικανός ερευνητής για την Ανατολική Ασία Τόμας Σάτουκ. «Η TSMC θα διατηρήσει το προβάδισμά της τουλάχιστον μέχρι το 2027. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένας πραγματικός ανταγωνισμός, ούτε από την Samsung και την Intel. Το μερίδιο αγοράς της TSMC ανέρχεται στο 55%  στα συμβατικά μικροτσίπ-τρεις φορές μεγαλύτερο από τη δεύτερη,Samsung. Η Samsung και η Intel θα πρέπει να εργαστούν πολύ σκληρά για να καλύψουν τη διαφορά», προσθέτει ο Σάτουκ.

H «ασπίδα» της Ταϊβάν

Όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, και η κινεζική οικονομία εξαρτάται από την TSMC. Ο Αμερικανός ερευνητής της Ανατολικής Ασίας Thomas Shattuck εξηγεί τη θεωρία:

«Η TSMC είναι τόσο σημαντική ως εταιρεία για τη λειτουργία της κοινωνίας που η σημασία της υπερτερεί του κινδύνου κλιμάκωσης. Μια σύγκρουση, όπως μια στρατιωτική εισβολή στην Ταϊβάν, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή της TSMC. Μια μονάδα παραγωγής μπορεί να χτυπηθεί από πύραυλο ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά όλοι χρειάζονται το TSMC και όλοι ενδιαφέρονται να διατηρήσουν το TSMC σε λειτουργία. Αυτό δημιουργεί τη λεγόμενη ασπίδα ασφαλείας της Ταϊβάν», σημειώνει ο Αμερικανός αναλυτής.

Ο Τόνι Χουάνγκ, αναλυτής στην οικονομική  εφημερίδα Digitimes της Ταϊβάν. Τον Αύγουστο, λέει ότι η TSMC ξεπέρασε την κινεζική Tencent ως την πιο πολύτιμη ασιατική εταιρεία. Η χρηματιστηριακή της αξία έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια. Η εταιρεία επωφελείται από την επείγουσα ζήτηση για ημιαγωγούς λόγω της παγκόσμιας έλλειψης. Πιο πρόσφατα, ερευνητές αγοράς προέβλεψαν απώλεια πωλήσεων 210 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τους κατασκευαστές αυτοκινήτων παγκοσμίως. «Τα σημεία συμφόρησης στον εφοδιασμό θα παραμείνουν τουλάχιστον μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2022. Η έλλειψη ημιαγωγών στην αυτοκινητοβιομηχανία είναι πολύ σοβαρή», λέει ο Χουάνγκ.

Λόγω και της απροσδόκητα ραγδαίας ανάπτυξης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, η ζήτηση έχει εκτιναχθεί. Τα ηλεκτρικά οχήματα χρειάζονται πολύ περισσότερα τσιπ από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης.

Τι κάνει η ΕΕ;

Η ΕΕ θέλει να οικοδομήσει το δικό της «οικοσύστημα ημιαγωγών». Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει ανακοινώσει επενδύσεις 150 δισεκατομμυρίων ευρώ στον τομέα αυτόν: «Ο στόχος είναι να οικοδομήσουμε από κοινού ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό οικοσύστημα τσιπ, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής. Αυτό θα εξασφαλίσει την προσφορά μας και θα δημιουργήσει νέες αγορές για πρωτοποριακές ευρωπαϊκές τεχνολογίες», τονίζει η πρόεδρος της Κομισιόν.

Μέχρι το 2030, η Ευρώπη θέλει να καλύψει το 20% της παγκόσμιας αγοράς μικροτσίπ. Το 2020 ήταν μόλις στο μισό. «Αντιοικονομικό», λέει ο δημοσιογράφος της Digitimes, Τόνι Χουάνγκ. Η Ταϊβάν χρειάστηκε δεκαετίες επενδύσεων σε ειδικευμένους εργάτες και βιομηχανικές υποδομές στην παραγωγή ημιαγωγών, γεγονός που καθιστά το νησί  έως και 50 % φθηνότερο στα μικροτσίπ από ό,τι στο εξωτερικό.

«Αν όλος ο κόσμος ήθελε να δημιουργήσει εργοστάσια παραγωγής ημιαγωγών, δεν θα ήταν πολύ προσοδοφόρο και θα είχε ως αποτέλεσμα διπλασιασμό των δαπανών, αλλά και σπατάλη επενδυτικού κεφαλαίου», υποστηρίζει ο Ταϊβανέζος δημοσιογράφος.

Η κρίση των τσιπ

Η παγκόσμια κρίση των μικροτσίπ χειροτερεύει εδώ και χρόνια. Τα lockdown, οι διακοπές της εφοδιαστικής αλυσίδας, ο οικονομικός πόλεμος και οι κυρώσεις, έχουν θέσει εκτός τροχιάς την βιομηχανία των ημιαγωγών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τον νόμο «Chips and Science» που εγκρίθηκε με διακομματική συναίνεση  από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, μετά από έγκριση από τη Γερουσία, θα διαθέσουν πάνω από 250 δισεκατομμύρια δολάρια για τη βιομηχανία ημιαγωγών- 52 δισεκατομμύρια για την εγχώρια βιομηχανία τσιπ και άλλα  200 δισεκατομμύρια στην έρευνα και ανάπτυξη τα επόμενα 10 χρόνια.

Οι αμερικανικές εταιρείες θα μπορούν να επιδοτούνται αλλά υπό μία προϋπόθεση: οι αποδέκτες των αμερικανικών κεφαλαίων δεν θα μπορούν να επεκτείνουν τις κινεζικές επιχειρήσεις τους για δέκα χρόνια.Όπως αναφέρουν οι Financial Times και η ιαπωνική Nikkei, αυτό το μέτρο ωθεί ήδη τιτάνες του κλάδου όπως η Samsung και η SK Hynix να περιορίσουν τις δραστηριότητές τους στην Κίνα. Γίνονται εξαιρέσεις για την προστασία των τοπικών συμφερόντων των εταιρειών, αλλά μόνο για τα υπάρχοντα εργοστάσια και μόνο για τους πιο απαρχαιωμένους ημιαγωγούς – 28 νανόμετρα και άνω.

Ο Πρόεδρος Μπάιντεν μπορεί να υπερηφανεύεται για αυτή τη δικομματική απόφαση ως επιτυχία της κυβέρνησής του. Η απόφαση θα έχει αντίκτυπο πολύ πέρα ​​από τη θητεία του και είναι στρατηγικής σημασίας, γιατί μια ανεξάρτητη εφοδιαστική αλυσίδα για την παραγωγή μικροτσίπ είναι «must» για μια δύναμη όπως οι ΗΠΑ.

Η Κίνα τρέχει

Το Πεκίνο, το οποίο μέχρι στιγμής έχει επωφεληθεί από δύο δεκαετίες αγορών μικροτσίπ από το εξωτερικό, τρέχει τώρα να καλύψει το κενό, στοχεύοντας στην στρατηγική αυτονομία στον τομέα των ημιαγωγών. Το στρατηγικό σχέδιο αυτονομίας του προέδρου Σι Τζιπινγκ στοχεύει να ανεβάσει το μερίδιο των τσιπ κινεζικής παραγωγής στο 70% έως το 2025.  Αν και η Κίνα σημειώνει σημαντική πρόοδο, εξακολουθεί όμως να εξαρτάται από την αμερικανική τεχνολογία για να επεκτείνει τα όρια των παραγωγικών της δυνατοτήτων.

Για χρόνια, η Κίνα δεν ήταν σε θέση να αγοράσει τα μηχανήματα ακραίας υπεριώδους ακτινοβολίας που απαιτούνται για την παραγωγή των πιο προηγμένων τσιπ (μικρότερα από επτά νανόμετρα).

Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον για να μειώσει τα πλεονεκτήματα που δίνονται στον μεγάλο αντίπαλό της,σκέφτεται να διακόψει την πρόσβαση του Πεκίνου σε πολλές νέες τεχνολογίες παραγωγής ημιαγωγών. Για να πλήξει τα πρώτα στάδια της κινεζικής αλυσίδας παραγωγής, η Ουάσιγκτον αποκλείει την Κίνα απο μια αναδυόμενη τεχνική αυτόματου ηλεκτρονικού σχεδιασμού, γνωστή ως gate all around. Δεν επηρεάζει (ή σχεδόν) την τρέχουσα παραγωγή, αλλά θα το κάνει εκθετικά στο μέλλον, εμποδίζοντας τις κινεζικές εταιρείες να ενημερώνουν τις διαδικασίες παραγωγής τους.

Άλλωστε, η αποσύνδεση των ΗΠΑ από την Κίνα είναι ήδη σε ισχύ: Αμερικανικές εταιρείες όπως η Intel και η Qualcomm (τρεις ηγέτες στην κινεζική αγορά προηγμένων ημιαγωγών), έχουν ήδη μειώσει τις κινεζικές δραστηριότητες.

Η επιλογή των εταιρειών είναι υποχρεωτική: όσο προσοδοφόρα και αν είναι η κινεζική αγορά, αυτές οι εταιρείες γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους χωρίς αμερικανικές (και ευρωπαϊκές) τεχνολογίες. Και η Ουάσιγκτον, δεδομένης της αυξανόμενης δυναμικότητας του Πεκίνου, σκοπεύει να μετατρέψει την κατάσταση προς όφελός της.

Μια πρόθεση που τρομοκρατεί την Κίνα, η οποία κατηγορεί την Ουάσιγκτον για «νοοτροπία ψυχρού πολέμου».

Η Νάνσι Πελόζι, η Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, που παρά λίγο να προκαλέσει παγκόσμια κρίση με την επίσκεψή της στην Ταϊβάν, δήλωσε ότι «μόλις τεθεί σε ισχύ ο νόμος, θα υποστηρίξει την εγχώρια βιομηχανία τσιπ, θα αναζωογονήσει την αμερικανική βιομηχανική παραγωγή και θα δημιουργήσει σχεδόν 100.000 καλά αμειβόμενες, προστατευόμενες θέσεις εργασίας.»

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα55 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή