Διεθνή
Η Energean σε ρόλο εγγυητή μεταξύ Ισραήλ-Λιβάνου
Ενισχύεται η ελληνική παρουσία στο Λίβανο
Οι δημόσιες χειραψίες Ελλήνων, Κυπρίων και Ισραηλινών αξιωματούχων σπανίζουν τον τελευταίο καιρό. Όμως, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Παρατηρείται η απαρχή μίας νέας περιόδου ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής συνεργασίας. Μπορεί να μην χαίρει ιδιαίτερης δημοσιότητας, ωστόσο η σημασία της είναι άξια προσοχής. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες αναδείχθηκαν δύο νέα σημεία στρατηγικής σύγκλισης: Στην μεθόριο Ισραήλ-Λιβάνου και στα νότια Κρήτης.
Άμεσος στόχος των επαφών του Αμερικανού διαμεσολαβητή, Άμος Χόχσταϊν, την περασμένη εβδομάδα στην Βηρυτό ήταν η επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων Ισραήλ-Λιβάνου και να συμφωνήσουν τον τρόπο διαμοιρασμού της θαλάσσιας ζώνης 800 τ. χλμ. Τα μηνύματα που έλαβε ο Χόχσταϊν από την λιβανική ηγεσία χαρακτηρίσθηκαν ενθαρρυντικά. Παρότι σπάνιο για τα λιβανικά δεδομένα, ο Πρόεδρος Μισιέλ Αούν, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου Ναμπίχ Μπέρι και ο υπηρεσιακός Πρωθυπουργός Νατζίμπ Μικάτι φέρονται να υιοθετούν ενιαία γραμμή ως προς την βάση επίλυσης της διαφοράς, που συνοψίζεται ως εξής: Το κοίτασμα Karish θα αποδοθεί στο Ισραήλ, ενώ το γειτονικό κοίτασμα Canna θα περιέλθει στον Λίβανο.
Την ίδια στιγμή, διαβάζοντας προσεκτικά τις – κατά τα άλλα, εμπρηστικές – δηλώσεις του ηγέτη της φιλοϊρανικής Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, συμπεραίνεται ότι τελικά η σιιτική οργάνωση είναι έτοιμη να αποδεχθεί έναν τέτοιο συμβιβασμό, παρότι δηλώνει έτοιμη να ξεκινήσει ακόμα μία ένοπλη αναμέτρηση με το Ισραήλ «εάν δεν εξασφαλισθούν τα νόμιμα λιβανικά δικαιώματα». Είναι σημαντικό ότι από την περασμένη εβδομάδα, οι ευθείες αναφορές του Νασράλα στο κοίτασμα Karish σταδιακά απαλείφονται, ενώ η Χεζμπολάχ παραμένει ακόμα εκτεθειμένη ηθικά στα μάτια της λιβανικής κοινής γνώμης, που της αποδίδει ευθύνες για την πολύνεκρη έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού ακριβώς δύο χρόνια πριν, στις 4/8/2020. Στην συναισθηματικά φορτισμένη εκδήλωση μνήμης την περασμένη Πέμπτη στο σημείο της έκρηξης ειπώθηκαν εναντίον της πολλά. Ωστόσο, ανεξαρτήτως εάν πράγματι η Χεζμπολάχ ευθύνεται για το γεγονός, είναι σίγουρο ότι το ‘πατριωτικό προφίλ’ της οργάνωσης έχει πληγεί την τελευταία διετία.
Υπ’ αυτές τις πολιτικές συγκυρίες στον Λίβανο, δόθηκε βήμα στις διαλλακτικές φωνές των Αούν και Μπέρι να υπερκεράσουν τις κραυγές του Νασράλα, προβάλλοντας το εξής απλό στη βάση του επιχείρημα: Η αναγέννηση της τοπικής οικονομίας έγκειται στην εκμετάλλευση του λιβανικού φυσικού αερίου, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει συνδιαλλαγή με το αντιπαθές Ισραήλ. Εξαιρετικό ενδιαφέρον, μάλιστα, παρουσιάζει η ολοένα και περισσότερη ενίσχυση του πολιτικού κεφαλαίου της (επίσης σιιτικής) παράταξης «Αμάλ» με ηγέτη της τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, Ναμπίχ Μπέρι, ο οποίος όχι μόνο υπερθεματίζει για την αναγκαιότητα της διευθέτησης της οριοθέτησης με το Ισραήλ, αλλά απειλεί ότι εάν δεν νομοθετηθούν οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί το ΔΝΤ, τότε δεν θα δώσει το ‘θεσμικό πράσινο φως’ για την εκλογή νέου Προέδρου, η θητεία του οποίου λήγει στις 31 Οκτωβρίου.
Ενδιαφέρον όμως, παρουσιάζει και η στάση της Χεζμπολάχ, που φροντίζει πλέον να υπενθυμίζει ότι η στάση που εκφράζει, αποτελεί προϊόν συνεννόησης με την μετριοπαθέστερη «Αμάλ», με στόχο να ενισχυθεί η κοινή λιβανική διαπραγματευτική γραμμή». Έτσι, αμέσως μετά τη λήξη της κοινής συνάντησης του Χόχσταϊν με τους Αούν, Μπέρι και Μικάτι, ο αρχηγός των λιβανικών υπηρεσιών ασφαλείας δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι «όλοι ανεξαιρέτως έμειναν ευχαριστημένοι» στο Προεδρικό.
Όμως, υπήρξε μία σημαντική παραφωνία. Ο Υπουργός Ενέργειας, Ουαλίντ Φαγιάντ, μετά την κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Αμερικανό διαπραγματευτή δήλωσε ότι «ο Λίβανος δεν θα αποδεχθεί τη συνεκμετάλλευση των κοιτασμάτων του με το Ισραήλ». Ουσιαστικά ο Φαγιάντ αναφερόταν σε μία πολύ βασική παράμετρο της ισραηλινής πρότασης, που μετέφερε ο Χόχσταϊν στον Λίβανο: Η εταιρεία που αξιοποιεί το Karish, να είναι η ίδια που θα εκμεταλλευθεί και το λιβανέζικο κοίτασμα Canna. Η εταιρεία δεν είναι άλλη από την ελληνική Energean.
«Εγγυήσεις» της Energean
Όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, η ιδέα ήταν αμερικανικής εμπνεύσεως και υιοθετήθηκε από τους Ισραηλινούς, με βάση την απλή σκέψη ότι εάν ο ίδιος επενδυτής αναλάβει και τα δύο κοιτάσματα, τότε εκ των πραγμάτων, Ισραήλ και Λίβανος θα ενδιαφερθούν από κοινού να διατηρηθεί ηρεμία στην μεθόριό τους. Μία τέτοια εξέλιξη καθιστά ως οιονεί εγγυήτρια της διατήρησης των ευαίσθητων πολιτικών ισορροπιών την Energean, μία εταιρεία στενά συνδεδεμένη με την ενεργειακή ανάπτυξη όχι μόνο του Ισραήλ αλλά και βασικό εταίρο του ελληνικού Δημοσίου σε έργα που άπτονται άμεσα της ενεργειακής πολιτικής της Ελλάδας. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι, προτού ο Χόχσταϊν μεταβεί στη Βηρυτό, είχε κατ’ ιδίαν συνάντηση στην Αθήνα με τον Υπουργό Ενέργειας, Κώστα Στρέκα, παρουσία της Λίντσεϊ Μέριλ, διευθύντριας Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ. Καλά πληροφορημένες πηγές σαφώς υπονόησαν ότι η προτεινόμενη ‘εγγυητική ισχύς’ της Energean συζητήθηκε διεξοδικά.
Εάν οι λιβανικές αντιρρήσεις καμφθούν και η Energean αναλάβει την εκμετάλλευση και του λιβανικού κοιτάσματος Canna, η παρουσία του ελληνικού παράγοντα αναβαθμίζεται υπό την εξής έννοια:
Η εν πολλοίς αόριστη «στρατηγική συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ» λαμβάνει σάρκα και οστά, αποδίδοντας στην Αθήνα ποιοτικά πλεονεκτήματα. Μέχρι τώρα, η Ελλάδα παρέχει στο Ισραήλ «στρατηγικό βάθος» για τις στρατιωτικές του ασκήσεις με βασικό απτό αντάλλαγμα την ισραηλινή επιχειρηματική διείσδυση στην ελληνική αγορά. Μέσω της προτεινόμενης διευθέτησης η Energean, και κατ’ επέκτασιν η Ελλάδα, αποκτά σημαντικότερο ρόλο όχι μόνο στον ενεργειακό τομέα αλλά και στον τομέα της ασφάλειας, με την ελληνική επιχειρηματική παρουσία να «εγγυάται» ουσιαστικά την ηρεμία στην μεθόριο Ισραήλ-Λιβάνου. Παράλληλα, ο ελληνικός παράγοντας θα αυξήσει την πολιτική του επιρροή στα λιβανικά κέντρα αποφάσεων, προκειμένου να ανταποκριθούν θετικά στις επίμονες παραινέσεις των Ευρωπαίων για θεσμική εξυγίανση της κατεστραμμένης λιβανικής οικονομίας. Τέλος, εξ αιτίας της άρρηκτης σχέσης της Χεζμπολάχ με το Ιράν, μέσω της προτεινόμενης «εγγυητικής» επιχειρηματικά παρουσίας της Energean στον Λίβανο, η Αθήνα θα μπορεί να βελτιώσει τους διαύλους επικοινωνίας της με την Τεχεράνη, που πρόσφατα είχαν διαταρραχθεί. Χωρίς να λαμβάνει θέση περί των ενδολιβανικών διαφορών, η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να αφήσει έκθετο τον εμπορικό της στόλο στον Περσικό Κόλπο έναντι των θερμόαιμων Φρουρών της Επανάστασης. Άλλωστε, οι ίδιες οι ΗΠΑ προσπαθούν επίμονα να σωφρονίσουν το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, στις συνομιλίες που επανεκκινήθηκαν στην Βιέννη την περασμένη Πέμπτη.
Για την ώρα, πάντως, τίποτα δεν είναι βέβαιο. Μετά την επίσκεψη Χόχσταϊν στον Λίβανο και στο Ισραήλ μετέπειτα, οι Ισραηλινοί τηρούν σιγή ασυρμάτου. Από τη μια δεν χάνουν την αισιοδοξία τους για την εφαρμογή της πρότασής τους περί ‘ελληνικών’ επιχειρηματικών εγγυήσεων. Από την άλλη, δηλώνουν πως θα είναι έτοιμοι «για μερικές ημέρες μαχών», εάν τελικά η Χεζμπολάχ επιλέξει να εκτοξεύσει UAV κατά της πλατφόρμας της Energean, μόλις αρχίσει η εξόρυξη στο Karish τον Σεπτέμβριο.
Ισραηλινή «θαλάσσια κάλυψη» έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων
Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, δεν είναι καθόλου τυχαίο το αίτημα του ισραηλινού πολεμικού ναυτικού να ζητήσει άδεια από την Ελλάδα για ασκήσεις νότια της Κρήτης, τη στιγμή που η Τουρκία είχε προαναγγείλει την έξοδο του γεωτρύπανου «Αμπντούλ Χαμίντ Χαν» στην ίδια περιοχή. Για να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες στις σχέσεις του με Τουρκία και Ελλάδα, το ισραηλινό αίτημα δεν ανακοινώθηκε ούτε σχολιάστηκε από τα τοπικά ΜΜΕ. Όμως, το αίτημα έγινε, επιβεβαιώνοντας ακόμα μια φορά την ad hoc ταύτιση της θεώρησης του Ισραήλ και της Ελλάδας για την εφαρμογή των κανόνων του Δικαίου της Θάλασσας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ με την κίνησή του αυτή, έστειλε ένα σημαντικό μήνυμα στην Τουρκία: Η πρόσφατη εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεων με την Άγκυρα, δεν σημαίνει αποδυνάμωση των δεσμών με την Αθήνα – ειδικά τώρα, που ο ελληνικός επιχειρηματικός παράγοντας στην μεθόριο Ισραήλ-Λιβάνου ενδέχεται να προσλάβει πολυεπίπεδο στρατηγικό περιεχόμενο.
*Ο δρ Γαβριήλ Χαρίτος διδάσκει Ιστορία των Πολιτικών Σχέσεων Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο ισραηλινό Πανεπιστήμιο Μπεν-Γκουριόν. Είναι ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ (Πρόγραμμα Μεσογείου).
Φιλελεύθερος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

