Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ευρώπη: Η μία κρίση μετά την άλλη αφήνει κενό… ηγεσίας;

Δημοσιεύτηκε στις

Πρόβλημα ηγεσίας στην Ε.Ε.

Μια ματιά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει σήμερα σε διάφορους τομείς αρκεί για να συμπεράνουμε πως η Ένωση βρίσκεται σε μια κρίσιμη περίοδο που η μία κρίση καλλιεργεί και διαδέχεται μια άλλη. «Η ΕΕ αντιμετωπίζει μια δυνητικά εκρηκτική σειρά αλληλένδετων κρίσεων: της στρατιωτικής, της διπλωματικής, της ενεργειακής και της οικονομικής», αναφέρει χαρακτηριστικά το περιοδικό New Statesman, τονίζοντας παράλληλα ότι διαπιστώνεται έλλειμα ηγεσίας που θα μπορέσει να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση. 

Σύμφωνα με το περιοδικό, η ΕΕ έχει παράδοση «επιβίωσης» στις κρίσεις, ωστόσο, πάντα υπήρχαν ηγέτες ικανοί να σύρουν την Ένωση από την κρίση και να την διαπλάσουν ανάλογα με την περίσταση, κάτι που δεν βλέπει στη σημερινή συγκυρία. «Είναι δύσκολο να δούμε ποιος θα έχει την επιρροή ή την αξιοπιστία για να εκτελέσει αυτόν τον ρόλο φέτος και το επόμενο έτος», σημειώνει.

Είναι αληθές ότι η ΕΕ δεν έχει έναν μόνο «ηγέτη», τονίζει και προσθέτει: «Είναι εξίσου αλήθεια ότι τα μικρά και μεσαία κράτη μέλη δικαίως δυσανασχετούν με την άποψη ότι είναι οι ”άλλες τάξεις” ενώ η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία παρέχουν την ”τάξη τν  αξιωματικών”».

Ωστόσο, τα μικρά και μεσαία κράτη είναι χωρισμένα μεταξύ Βορρά και Νότου, Ανατολής και Δύσης. Τώρα μπορεί να είναι η στιγμή τους. Ποιος από αυτούς όμως θα έχει το θάρρος ή την αξιοπιστία να ηγηθεί (;), διερωτάται το περιοδικό, παρατηρώντας μάλσιτα ότι η Γερμανία δεν αποτελεί την default επιλογή, απλά και μόνο λόγω του μεγέθους και της οικονομίας της, προσθέτοντας ότι ούτε η ίδια χώρα δεν επιθυμεί να να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην ΕΕ. 

Η Γερμανία

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι η πρώτη ευρωπαϊκή κρίση στην οποία η Γερμανία είναι αυτή που «ζητάει» και όχι ο προστάτης της ΕΕ, σημειώνει, εξηγώντας: «οικονομική κρίση της Ευρωζώνης από το 2009 και μετά, η οικονομική δύναμη του Βερολίνου ήταν το αποφασιστικό πλεονέκτημα της ΕΕ, και στη μεταναστευτική κρίση του 2015 ήταν η προθυμία της Γερμανίας να δεχτεί το μεγαλύτερο μέρος των Σύριων προσφύγων. Όταν η Ρωσία εισέβαλε για πρώτη φορά στην Ουκρανία το 2014, ήταν η επιδέξια διπλωματία της Μέρκελ, υποστηριζόμενη από την προθυμία της Γερμανίας να αντιμετωπίσει τις κυρώσεις, που οδήγησε την απάντηση της ΕΕ». 

Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Γερμανία είναι ενεργειακά εξαρτημένη από τη Ρωσία και χρειάζεται τις πλάτες των εταίρων της στην ΕΕ. «Ενώ η Γερμανία θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερη στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία, ανώτεροι Γερμανοί αξιωματούχοι παραμένουν επιφυλακτικοί σχετικά με το εάν μπορεί να επιτευχθεί μια ”ουκρανική νίκη” και το επίπεδο κλιμάκωσης που θα συνεπαγόταν. Ο ίδιος ο Όλαφ Σολτς έχει πει ότι η Γερμανία δεν θα προχωρήσει ποτέ μπροστά από άλλες χώρες του ΝΑΤΟ όσον αφορά τη στρατιωτική βοήθεια και ότι ένας ”ειδικός”ρόλος για τη Γερμανία θα ήταν ”λάθος”».

Αυτό συνέβαλε στην απώλεια της ηθικής ανωτερότητας της Γερμανίας, σχολιάζει το πεεριοδικό προσθέτοντας ότι αυτό ήταν το πλεονέκτημά της σε προηγούμενες κρίσεις. «Το 2009, η πολιτική λιτότητας της Γερμανίας παρουσιάστηκε ως ηθική αρετή. Όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδότησε την κατάρρευση της μακροχρόνιας πολιτικής του Βερολίνου έναντι της Ρωσίας, αποδυναμώνοντας τη νομιμότητά του και την ικανότητά του να προσφέρει λύσεις ή, μάλιστα, ηγεσία». 

Ωστόσο, τα προβλήματα της Ευρώπης είναι μεγαλύτερα από τη Γερμανία. Με τον πόλεμο της Ουκρανίας να πλησιάζει στον έβδομο μήνα του και την ενεργειακή κρίση να μεγαλώνει, η Γαλλία κυλάει σε μια κατάσταση πολιτικής αβεβαιότητας και ευθραυστότητας, ενώ η Ιταλία κινείται στα άκρα περιμένοντας τις εκλογές του Σεπτεμβρίου μετά την πολιτική μπόρα που «έριξε» τον Μάριο Ντράγκι και την κυβέρνησή του. 

Η Γαλλία

Ο Εμανουέλ Μακρόν θα ήταν ένας προφανής υποψήφιος για να καλύψει το ηγετικό κενό της ΕΕ, υποστηρίζει το New Statesman.  Αλλά στις 19 Ιουνίου, έγινε ο πρώτος Γάλλος πρόεδρος εδώ και 30 χρόνια που έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία (αφού έγινε, στις 24 Απριλίου, ο πρώτος Γάλλος αρχηγός κράτους σε δύο δεκαετίες που επανεξελέγη πρόεδρος).

Διαπιστώνοντας πως ο Μακρόν αντιμετωπίζει τώρα ένα πολιτικό τοπίο με διχασμένους τους πολίτες-μεταξύ της ριζοσπαστικής αριστεράς, του συναινετικού κέντρου και της ακροδεξιά- το περιοδικό αμφιβάλει ότι ο Μακρόν θα εξασφαλίσει αρκετές ενισχύσεις για μια σταθερή πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση.

«Επομένως, ο Γάλλος πρόεδρος θα αποσπαστεί πολύ περισσότερο από το δράμα στο εσωτερικό»: αντιμετωπίζει ένα θυμωμένο και εχθρικό κοινοβούλιο που θα πολεμήσει με νύχια και με δόντια το πρόγραμμα της κυβέρνησής του, ειδικά τις αμφιλεγόμενες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που σκοπεύει να περάσει όταν επιστρέψει το κοινοβούλιο τον Οκτώβριο. Αυτές οι πολιτικές θα αμφισβητηθούν επίσης ”στον δρόμο” με συνδικαλιστικές πορείες και απεργίες, ξεκινώντας τον Σεπτέμβριο. Αυτά ήταν πάντα αναπόφευκτα, σχολιάζει το περιοδικό, σημειώνοντας ότι στο νέο πολιτικό τοπίο, είναι πιθανό να γίνουν ακόμη πιο έντονα και συντονισμένα.

«Έτσι, ο Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επιλογή: μεταξύ της διάλυσης του κοινοβουλίου ή της αποδοχής του», αναφέρει εκτιμώντας ότι δεδομένων των φιλοδοξιών του, «γίνεται όλο και πιο πιθανό ότι θα προκηρύξει νέες βουλευτικές εκλογές το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, ένας περαιτέρω κίνδυνος που θα αποσπάσει επίσης την ικανότητά του να ηγηθεί της ΕΕ».

Παράλληλα, δεν είναι μόνο τα εσωτερικά προβλήματα του Μακρόν που θα συμβάλουν στο έλλειμμα ηγεσίας της Ευρώπης. «Δικαίως ή αδίκως, η αντίληψη ότι είναι μαλακός με τη Ρωσία έχει υπονομεύσει τον ίδιο και την ατζέντα της ”στρατηγικής αυτονομίας” του – την πεποίθηση του Μακρόν ότι η ΕΕ πρέπει να αναπτύξει στρατηγικό εγκέφαλο και στρατιωτικό μυ για να ταιριάζει με την παγκόσμια σημασία της – με την Πολωνία και τη Βαλτική και τις Σκανδιναβικές χώρες κράτη-μέλη που θεωρούν τους εαυτούς τους συμβαλλόμενα μέρη στη σύγκρουση με την Ουκρανία. Αυτή η άποψη συνεχίστηκε, ακόμη και όταν ο Μακρόν δήλωσε σε πρόσφατες συνεντεύξεις και εκπομπές ότι η σύγκρουση στην Ουκρανία θα διαρκέσει για πολλούς μήνες και ότι η Γαλλία θα συνεχίσει να υποστηρίζει την Ουκρανία με στρατιωτική, οικονομική και ανθρωπιστική βοήθεια μέχρι να επιτευχθεί η ”νίκη” με όρους αποδεκτούς Κίεβο», εξηγεί. 

Η Ιταλία

Οι πρόωρες εκλογές στην Ιταλία στις 25 Σεπτεμβρίου δημιουργούν επίσης πολιτική αστάθεια σε ένα από τα μεγαλύτερα κράτη μέλη της ΕΕ, κυρίως επειδή είναι πιθανό η επόμενη κυβέρνηση να είναι ένας ακροδεξιός συνασπισμός υπό την ηγεσία του ακροδεξιού κόμματος «Αδέλφια της Ιταλίας», με τη Λέγκα και το Forza Italia.

«Ως πρωθυπουργός, ο Μάριο Ντράγκι δεν άσκησε ποτέ την ηγεσία που έδειξε στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Στην καλύτερη περίπτωση, ήταν εγγυητής της σταθερότητας. Όμως, με την αποχώρησή του, η Ιταλία δεν είναι πλέον πιθανό να συμβάλει έστω και ελάχιστα θετικά στη λήψη αποφάσεων ή στην οικοδόμηση συναίνεσης της ΕΕ. Αντίθετα, η Ρώμη θα γίνει και πάλι πηγή ανησυχίας, καθώς η νέα κυβέρνηση θα είναι λιγότερο πρόθυμη να εφαρμόσει οικονομικές μεταρρυθμίσεις με αντάλλαγμα το μερίδιό της στο Ταμείο Ανάκαμψης της πανδημίας της ΕΕ – ένα ταμείο του οποίου η επόμενη εκταμίευση στην Ιταλία θα είναι αξίας 19 δισ. ευρώ ή περίπου 1 τοις εκατό του ΑΕΠ της χώρας», σχολιάζει.

«Μια ακροδεξιά ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση θα συμμορφωθεί τελικά με τις μεταρρυθμίσεις που επιβάλλει η ΕΕ, αλλά η καμπύλη μάθησης μπορεί να είναι απότομη και η διαδικασία επίπονη», προσθέτει.

naftemporiki.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα55 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή