Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Άγκυρα: Η «πολυζήτητη νύμφη» δεν θα…παντρευτεί κανέναν!

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία ερωτοτροπεί με ΗΠΑ, Ρωσία, Ουκρανία, Βρυξέλλες, αλλά δεν θα παντρευτεί κανέναν

Κώστας Βενιζέλος   

Οι εξελίξεις στην περιοχή και το γεωπολιτικό παιχνίδι της Άγκυρας, η οποία εξακολουθεί να «παίζει» σε διαφορετικά ταμπλό, διαμορφώνουν νέα δεδομένα. Η κατοχική Τουρκία επιχειρεί να καταστεί η πιο«πολυζήτητη νύμφη», η οποία κρατά πολλά σχοινιά και δεν… θα νυμφευτεί ποτέ! Διατηρεί ανοικτά κανάλια επικοινωνίας με ΗΠΑ, Ρωσία, Ουκρανία, Βρυξέλλες, αναπτύσσει συνεργασίες διασφαλίζοντας παράλληλα ότι δεν θα επηρεασθούν οι επεκτατικοί σχεδιασμοί της στην ευρύτερη περιοχή. Ο Τούρκος Πρόεδρος, έχοντας στο μυαλό του και τα εσωτερικά ενόψει και των εκλογών, κινείται κρατώντας λεπτές ισορροπίες, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πως η χώρα του θεωρείται «χρήσιμη» και «απαραίτητη» για τους διάφορους διεθνείς παίκτες, ειδικά τους μεγάλους και ισχυρούς. 

Την ώρα που η τουρκική αντιπροσωπεία μετέβη στην Ουάσινγκτον για να συζητήσει την αγορά μαχητικών F-16 και εκσυγχρονισμών άλλων, που διαθέτει η Τουρκία, το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων ΤΑΣΣ μετέδωσε την είδηση για την προμήθεια δεύτερης συστοιχίας των S-400. Η αμερικανική αντίδραση, όπως και την πρώτη φορά, ήταν έντονη, αλλά δεν πρόκειται η Ουάσινγκτον να κόψει τα κανάλια επικοινωνίας με την Άγκυρα. Το τι θα γίνει στη συνέχεια αυτό θα φανεί, κυρίως προς το θέμα των πολυσυζητημένων κυρώσεων. Δηλαδή, εάν η Άγκυρα πάρει τη δεύτερη συστοιχία των πυραύλων και παράλληλα … πείσει και τους Αμερικανούς για την πώληση των F-16. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, πάντως, δεν εξαρτώνται όλα από την κυβέρνηση Μπάιντεν και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που ενδεχομένως να βλέπουν θετικά το τουρκικό αίτημα, αλλά και από τη Γερουσία. Εκεί, που ως γνωστό, υπάρχει ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων, Ρόμπερτ Μενέντεζ.

Οι σχέσεις με το Ισραήλ

Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας και Ισραήλ, έγινε με την Άγκυρα να κάνει εκπτώσεις ως προς τον κατάλογο που έθετε στο παρελθόν προς τους Ισραηλινούς. Από τη «συγγνώμη» που ζητούσε από το Τελ Αβίβ και τις αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων του «Mavi Marmara», μέχρι και μια σειρά άλλα, που εγείρονταν γνωρίζοντας πως οι Ισραηλινοί δεν θα δεχόντουσαν, η «επαναπροσέγγιση» έγινε χωρίς να ικανοποιηθούν προϋποθέσεις. Η κίνηση αυτή, που δεν ξεκίνησε τώρα, συνδέεται και με παροτρύνσεις τρίτων, όπως των Αμερικανών, για αποκατάσταση των σχέσεων. Δεν αποκλείεται τούτο να συνδέεται και με το θέμα των F-16. Την ίδια ώρα, οι Ισραηλινοί έχουν προφανώς να κερδίσουν οικονομικά από αυτή την εξέλιξη, καθώς διαχρονικά η Τουρκία ήταν ένας καλός πελάτης, κι αυτό «μετράται» με τον όγκο εξαγωγών. Οι σχέσεις προφανώς και δεν μπορεί να είναι οι ίδιες όπως στο παρελθόν, πριν τη μεγάλη ρήξη το 2010, αλλά εξυπηρετεί και τις δύο χώρες, για διαφορετικούς λόγους, να έχουν ένα μέτωπο λιγότερο. Οι διαβεβαιώσεις προς τη Λευκωσία από το Τελ Αβίβ, ότι τίποτε δεν αλλάζει, μετρούν όσο η κυπριακή πλευρά εγείρει ζητήματα και έχει ατζέντα. Είναι γνωστό, ότι οι Τούρκοι παράλληλα με τα ανοίγματα προς το Ισραήλ έκαναν και προς την Αίγυπτο, με στόχο, μεταξύ άλλων, να «σπάσουν» τις συνεργασίες με την Ελλάδα και την Κύπρο και να διαμορφωθούν άλλα δεδομένα στον ενεργειακό χάρτη, με την Άγκυρα, ασφαλώς, παρούσα. Είναι σαφές, πάντως, ότι με την Αίγυπτο η πορεία εξομάλυνσης των σχέσεων είναι μακρά και δυσκολότερη. Το Κάιρο γνωρίζει τις τουρκικές μεθοδεύσεις σε βάρος της Κυβέρνησης της χώρας και τη στήριξη που παρέχει η Άγκυρα στους «Αδελφούς Μουσουλμάνους».

Τι γίνεται με τη Συρία; 

Μετά από έντεκα χρόνια φαίνεται ότι γίνονται κινήσεις μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού για «επανασυγκόλληση σχέσεων». Προσπάθειες έγιναν και στον παρελθόν, με πρωτοβουλία και της Μόσχας και το θέμα φαίνεται να επανέρχεται ξανά. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, έχει αναφέρει πως είχε μια σύντομη συνομιλία με τον Σύρο Υπουργό Εξωτερικών «στο πόδι» κατά τη Σύνοδο των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι, στο περιθώριο εκείνης της συνόδου, απέκλεισε ωστόσο σε αυτή τη φάση συνάντηση κορυφής, Ερντογάν και Άσαντ. Την ίδια ώρα, η τουρκική εφημερίδα «Τουρκιγιέ», αναφέρεται σε αιτήματα της Δαμασκού, ώστε να καταστεί και πάλιν «γείτονας της Τουρκίας». Θέτει ως όρο έναν εμπορικό διάδρομο μεταξύ του Cilvegözü και της Δαμασκού και τον πλήρη έλεγχο του διαδρόμου μεταφοράς (Μ 4) μεταξύ των πόλεων Deir al-Zor-Hasakah στην ανατολική Συρία και του Χαλεπίου-Λατάκειας. Ένα άλλο αίτημα της Δαμασκού είναι η υποστήριξη της Τουρκίας ενάντια στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές κυρώσεις κατά γραφειοκρατών, επιχειρηματιών και εταιρειών που υποστηρίζουν το καθεστώς της οικογένειας Άσαντ, σύμφωνα με την εφημερίδα.

Λευκωσία και Αθήνα

Όλα αυτά τα παιχνίδια, οι εξελίξεις, οι «νέες συνεργασίες», αφορούν στην Κύπρο όπως και την Ελλάδα, καθώς είναι προφανές πως όσοι θεωρούν και το λένε πως η Άγκυρα είναι «χρήσιμη» και «απαραίτητη», κάνουν ενίοτε και τα στραβά μάτια σε όποιες ενέργειες προβαίνει η κατοχική Τουρκία σε βάρος των δύο κρατών, Αθηνών και Λευκωσίας. Είναι πρόδηλο πως το ζητούμενο δεν είναι εάν αναβαθμίζεται (ή επιχειρεί τούτο), το καθεστώς Ερντογάν, αλλά πώς ενεργούν Ελλάδα και Κύπρος, ώστε να μην επηρεασθούν από τις τουρκικές κινήσεις. Το πεδίο των τριμερών και το «φρεσκάρισμά» τους είναι ένα πεδίο, στο οποίο προφανώς και πρέπει να δώσουν βάρος Ελλάδα και Κύπρος. Κυρίως οι συνεργασίες με Ισραήλ, Αίγυπτο, Παλαιστίνη ενώ στην εξίσωση θα πρέπει να μπαίνουν και η Ιορδανία, η Συρία, ο Λίβανος. 

Την ίδια ώρα, η είδηση για τη δεύτερη συστοιχία των S-400 που θα προμηθευτεί η Τουρκία από τη Ρωσία, θα αναμενόταν ότι θα κινητοποιούσε Ελλάδα και Κύπρο, ειδικά όταν οι Βρυξέλλες είχαν προχωρήσει χωρίς δεύτερη σκέψη σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η Τουρκία που έχει συναλλαγές με τη Ρωσία, στο θέμα των εξοπλισμών, δεν αποτελεί καν θέμα προς συζήτηση. Το ίδιο ισχύει και για τις ΗΠΑ, που κάνουν αναφορές σε κυρώσεις, αλλά δεν φθάνουν στο διά ταύτα. Κρίνονται προφανώς Ε.Ε. και ΗΠΑ για την ανοχή έναντι της κατοχικής Τουρκίας, την ίδια ωστόσο ώρα, ελέγχονται Ελλάδα και Κύπρος για το πώς ενεργούν και αξιοποιούν γεγονότα. 

Δύο εβδομάδες μετά που ο Τούρκος Πρόεδρος έχει μεταβεί στο Σότσι και συνάντησε τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντιμίρ Πούτιν, την περασμένη Πέμπτη, ο Ερντογάν είχε συνάντηση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε κοινή συνάντηση των Ερντογάν – Ζελένσκι με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, σε σχέση με τη συμφωνία για την εξαγωγή σιτηρών αλλά και για μια σειρά άλλων ζητημάτων. Όπως ο ίδιος ο Τούρκος Πρόεδρος ανέφερε, θα συζητήσει το ζήτημα του ουκρανικού πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια με τον Ρώσο ομόλογό του. «Θα συζητήσουμε το θέμα με τον (Βλαντιμίρ) Πούτιν και θα του ζητήσω ειδικά να κάνει η Ρωσία ό,τι χρειάζεται, ως σημαντικό βήμα για την παγκόσμια ειρήνη», δήλωσε ο Τούρκος Πρόεδρος, ο οποίος δεν έχει αναστολές να μιλά με αυτόν τον τρόπο. Να παρουσιάζεται παράγοντας ειρήνης και σταθερότητας. 

Η παρουσία του Ερντογάν στην τριμερή, που πραγματοποιήθηκε στην ουκρανική πόλη Λβιφ, κοντά στα πολωνικά σύνορα, επιβεβαιώνει πως είναι εκ των πρωταγωνιστών στο Ουκρανικό. Υπενθυμίζεται πως ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, είχε δηλώσει πως θέλει την Τουρκία να συμμετάσχει σε ένα μελλοντικό σύστημα εγγυήσεων για τη χώρα του. Είναι δε σαφές πως η Άγκυρα, ενώ έχει κέρδος από τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, δεν έχει κόστος, από το γεγονός ότι έχει συναλλαγές και με τις δυο πλευρές τη στιγμή που η μία, η Ρωσία, έχει υποστεί κυρώσεις. Οι συμφωνίες, εμπορικές κυρίως, με τη Μόσχα, που συζητήθηκαν με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, δεν ήταν εμπόδιο στο να επιτευχθούν, παράλληλα και με τους Ουκρανούς. Ως εκ τούτου, επιτεύχθηκε συμφωνία για την ανοικοδόμηση των υποδομών της Ουκρανίας που έχουν υποστεί ζημιές από τον πόλεμο. Η συμφωνία υπεγράφη από τον Υπουργό Υποδομών της ΟυκρανίαςΟλεξάντρ Κουμπράκοβκαι τον Υπουργό ΕμπορίουΜεχμέτ Μους. Τα έργα αφορούν δρόμους, γέφυρες, υποδομές ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, νοσοκομεία και σχολεία.

«Θαυμαστής» ο Γκουτέρες

Η σύνθεση της συνάντησης στην πόλη Λβιφ δεν ήταν ασφαλώς τυχαία. Ειδικά όταν ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δέχεται τον Ερντογάν να είναι μέρος των διεθνών πρωτοβουλιών στο Ουκρανικό. Ο Αντόνιο Γκουτέρες δεν έκρυψε άλλωστε τον… θαυμασμό του για την Τουρκία και τον Πρόεδρό της. Σε συνάντηση που είχε στη Νέα Υόρκη με τους πρεσβευτές των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέρθηκε πόσο «χρήσιμη» είναι η Τουρκία και πόσο απαραίτητος ο ρόλος της. Οι αναφορές του αυτές, που έφθασαν και την υπερβολή, δεν φαίνεται να έτυχαν θετικής υποδοχής από όλους τους Ευρωπαίους πρέσβεις.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή