Διεθνή
Με «ουρά» και «μαστίγιο» η άρση του εμπάργκο όπλων από ΗΠΑ
Η Κύπρος πάντα η μπάλα του πινγκ-πονγκ
Η απόφαση αποτελεί στην ουσία την εφαρμογή της απόφασης που έλαβαν οι ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2020 για μερική άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο, που είχε επιβληθεί το 1987, η οποία αφορούσε «μη φονικά» οπλικά συστήματα. Τότε η Ουάσιγκτον δικαιολόγησε την επιβολή του αμερικανικού εμπάργκο όπλων στην Κύπρο για να ενθαρρύνει δήθεν τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, αποτρέποντας τον εξοπλιστικό ανταγωνισμό Λευκωσίας – Άγκυρας
«Ιστορικό βήμα», «Ορόσημο για τη σύσφιγξη των σχέσεων ΗΠΑ -Κύπρου». Αυτά και διάφορα άλλα βαρύγδουπα λέχθηκαν από κυβερνώντες και μη για την άρση του εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ στην Κύπρο, το οποίο επιβλήθηκε από τους Αμερικανούς το 1987. Εκείνο που αποφεύγουν όμως να αναφέρουν είναι, γιατί το 1987, εν μέσω έντονων πιέσεων για λύση του Κυπριακού με ΝΑΤΟϊκές και κατ’ επέκτασιν τουρκικές προδιαγραφές, επιβλήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία το εμπάργκο όπλων και ήρθη το εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας.
Πολλοί εκ των νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων επιχείρησαν να καρπωθούν τις δάφνες αυτής της αμερικανικής απόφασης, ενώ ξέχασαν τι έλεγαν το 2020, όταν το νομοσχέδιο που προωθούσαν οι Γερουσιαστές Ρούμπιο και Μενέντεζ δεν έτυχε της ίδιας θερμής υποδοχής. Μάλιστα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε δηλώσει τότε πως κάποιοι από τους όρους παραβιάζουν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σήμερα πανηγυρίζει!!
Οι αντιδράσεις προέκυψαν από τις «ουρές» που έμπαιναν ως όροι στο εν λόγω νομοσχέδιο που προωθείτο από το 2019. Αφού έριξαν πολύ νερό στον μύλο της αντιρωσικής υστερίας και η κυβέρνηση του ΔΗΣΥ υπάκουε τις εντολές των Αμερικανών «καθοδηγητών», ξεκίνησε ο διωγμός των ρωσικών κεφαλαίων και η απαγόρευση πρόσβασης στα λιμάνια ρωσικών πολεμικών πλοίων για ανεφοδιασμό και εξυπηρέτηση.
Για τους όρους, ειδικότερα, προβλέπεται ότι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ πρέπει να ελέγχει κάθε χρόνο ότι η κυπριακή Κυβέρνηση:
– Συνεργάζεται για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων πάνω στους κανονισμούς για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοοικονομική ρυθμιστική εποπτεία.
– Συνεχίζει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την απαγόρευση πρόσβασης στα λιμάνια ρωσικών πολεμικών πλοίων για ανεφοδιασμό και εξυπηρέτηση.
Η σημερινή απόφαση αποτελεί στην ουσία την εφαρμογή της απόφασης που έλαβαν οι ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2020 για μερική άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο, που είχε επιβληθεί το 1987, η οποία αφορούσε «μη φονικά» οπλικά συστήματα. Τότε η Ουάσιγκτον δικαιολόγησε την επιβολή του αμερικανικού εμπάργκο όπλων στην Κύπρο για να ενθαρρύνει δήθεν τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, αποτρέποντας τον εξοπλιστικό ανταγωνισμό Λευκωσίας – Άγκυρας. Ανάλογο εμπάργκο είχε επιβληθεί και στην Άγκυρα το 1974, αμέσως μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το οποίο ωστόσο διήρκεσε μόλις 4 χρόνια.
Η Κύπρος πάντα η μπάλα του πινγκ-πονγκ
Για να κατανοήσουμε τους λόγους της αμερικανικής πολιτικής για την απόλυτη στήριξή της στην Τουρκία είναι χρήσιμο να δούμε πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα την εποχή εκείνη. Το 1980 ξεκίνησε ο πόλεµος µεταξύ Ιράν και Ιράκ, ο οποίος είχε ως κύρια αιτία τον ανταγωνισµό των δύο χωρών για την κυριαρχία στα πετρέλαια της περιοχής Σατ Ελ Αράµπ. Ο πόλεµος Ιράν – Ιράκ σηµατοδότησε µια γενικότερη σύρραξη στην περιοχή και ενίσχυσε τις συνθήκες αποσταθεροποίησής της, κάτι που οδήγησε τις ΗΠΑ και τους συµµάχους τους να εντείνουν τους σχεδιασµούς για έλεγχο και «επιτήρηση» της περιοχής. Επιπρόσθετα, οι ανακατατάξεις επηρέασαν και την ανάπτυξη του κουρδικού κινήµατος, µια εξέλιξη ιδιαίτερα σηµαντική για τις χώρες που είχαν έντονη παρουσία κουρδικών πληθυσµών, όπως η Τουρκία, το Ιράν και το Ιράκ.
Μέσα σε αυτό το «εκρηκτικό» σκηνικό κορυφώθηκαν οι προσπάθειες των ιµπεριαλιστικών χωρών για ενίσχυση της κυριαρχίας τους στη Μέση Ανατολή. Ενώπιον αυτών των ανακατατάξεων, οι ΗΠΑ αλλά και οι ΝΑΤΟϊκοί τους σύµµαχοι θα δώσουν τελικά µια νέα αναβαθµισµένη θέση στην Τουρκία, ως την «καταλληλότερη» χώρα για να παίξει τον ρόλο χωροφύλακα του ιµπεριαλισµού και εξυπηρέτησης των οικονοµικών και πολιτικών του συµφερόντων.
Για να µπορέσει όµως η Τουρκία να ηγηθεί της εξυπηρέτησης των ΝΑΤΟϊκών συµφερόντων στη Μέση Ανατολή, θα έπρεπε να προχωρήσει σε περαιτέρω αντιδραστικές αλλαγές και στο εσωτερικό της. Έπρεπε να υιοθετήσει τον νεοφιλελευθερισµό περιθωριοποιώντας πλήρως κάθε αριστερή και προοδευτική φωνή, εξέλιξη που θα της επέτρεπε να ενσωµατωθεί περαιτέρω στο Δυτικό κεφάλαιο και να διασφαλίσει την εξυπηρέτηση των επεκτατικών του βλέψεων.
«Εµπνευστής» των βίαιων και αντιδραστικών αλλαγών που θα ακολουθούσαν στην Τουρκία ήταν οι ΗΠΑ. Χαρακτηριστικά, στις 8 Ιανουαρίου 1980 φτάνει στην Άγκυρα ο Μάθιου Νίμιτς, αξιωµατούχος του αµερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, µε σκοπό να οριστικοποιήσει τους όρους της νέας αµερικανο-τουρκικής «Συµφωνίας Συνεργασίας και Άµυνας». Ο Αµερικανός αξιωµατούχος οµολογεί ότι ο τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας Σουλεϊµάν Ντεµιρέλ δεν είχε «κατανοήσει» αρκετά τις ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή. Έφθασε, µάλιστα, στο συµπέρασµα ότι η Τουρκία, κάτω από την τότε κυβέρνησή της, δεν θα µπορούσε ν’ αναλάβει µε επιτυχία τον ρόλο για τον οποίο την προόριζαν οι ΗΠΑ.
Έτσι οργανώνεται το φασιστικό πραξικόπηµα στην Τουρκία, στις 12 Σεπτεµβρίου 1980, υπό τη χούντα του στρατηγού Κενάν Εβρέν. Με το τρίτο πραξικόπηµα µέσα σε είκοσι χρόνια, και σε πλήρη συνεννόηση µε τις ΗΠΑ, οι Τούρκοι στρατιωτικοί επέβαλαν ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς, του οποίου το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η καταστολή της τουρκικής Αριστεράς. Φυσικά, ο σηµαντικότερος στόχος του πραξικοπήµατος του 1980 ήταν η δηµιουργία ενός πολιτικού συστήµατος στην Τουρκία που να εξυπηρετεί τα ΝΑΤΟϊκά συµφέροντα στην περιοχή, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση.
Επιπτώσεις στο Κυπριακό
Οι αρνητικές επιπτώσεις του πραξικοπήµατος του 1980 στην Τουρκία ήταν καθοριστικές και για τις εξελίξεις που ακολούθησαν στο κυπριακό πρόβληµα.
Αποκαλυπτικό των αρνητικών συνεπειών που είχαν οι εξελίξεις αυτές στο Κυπριακό ήταν και το δηµοσίευµα της αµερικανικής εφηµερίδας New York Times, στις 18 Σεπτεµβρίου 1980. Η συγκεκριµένη εφηµερίδα, λίγες ηµέρες µετά το πραξικόπηµα του Εβρέν στην Τουρκία, έγραφε: «Η Τουρκία, ένα µέλος του ΝΑΤΟ, βρίσκεται σε στρατηγική θέση, από την άποψη των συµφερόντων των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο».
Από το 1980 αυξήθηκαν οι παρεµβάσεις της Άγκυρας στα κατεχόµενα κυπριακά εδάφη. Οι παρεµβάσεις αυτές φτάνουν µάλιστα σε τέτοιο σηµείο, που έχουν ως στόχο να µετατρέψουν τα κατεχόµενα σε ένα πλήρως ελεγχόµενο «τουρκικό έδαφος», διασφαλίζοντας έτσι την υποτέλειά του στα ιµπεριαλιστικά συµφέροντα.
Μεγάλα κύµατα εποικισµού συνέβαλαν στη δηµιουργία µιας εκρηκτικής κοινωνικής κατάστασης στα κατεχόμενα, όπου για πρώτη φορά και µε τόσο ξεκάθαρο τρόπο αλλοιώνεται η δημογραφική κατάσταση.
Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της πραξικοπηµατικής κυβέρνησης της Τουρκίας Ιλτέρ Τουρκµέν επισκέφθηκε τα κατεχόµενα, προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για την ενσωμάτωση των κατεχομένων στην Τουρκία.
Ο στόχος ήταν πλέον ξεκάθαρος: Η εδραίωση διχοτοµικών δεδοµένων στην Κύπρο και η ενίσχυση της προοπτικής δηµιουργίας ενός ξεχωριστού «κρατικού µορφώµατος» στα κατεχόµενα. Κάτι τέτοιο µπορούσε να υπηρετήσει τον στόχο για έλεγχο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ήδη από τις αρχές Ιουνίου 1983 υπήρχαν έντονες φήµες για προσπάθειες του κατοχικού καθεστώτος που είχαν να κάνουν µε ανακήρυξη «ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους.
Μέσα σε αυτήν την εκρηκτική κατάσταση, ο νέος Γ.Γ. του ΟΗΕ Πέρες ντε Κουεγιάρ υπέβαλε στα δύο µέρη το έγγραφο – προτάσεις, γνωστές ως «δείκτες» – «indicators».
Οι δείκτες Κουεγιάρ διχάζουν τους Ελληνοκύπριους πολιτικούς. Ο τότε Πρόεδρος Σπ. Κυπριανού ούτε τις απορρίπτει, ούτε τις αποδέχεται.
Στηριγμένη στις πλάτες των ΗΠΑ η πραξικοπηματική κυβέρνηση της Τουρκίας βρίσκει το πρόσχημα να συνεχίσει τις αποσχιστικές της ενέργειες. Το καλοκαίρι του 1983 φθάνει στα κατεχόμενα ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Τουρκµέν. Στόχος της επίσκεψης ήταν η συζήτηση των «δεικτών» και η ανταλλαγή απόψεων µε τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, ο οποίος άφησε ξεκάθαρα να νοηθεί ότι προτιµούσε τη «λύση» πλήρους «ανεξαρτητοποίησης» της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Στις 14 Νοεµβρίου 1983 ο Ντενκτάς καλεί όλους τους «βουλευτές» της «νοµοθετικής συνέλευσης» σε δείπνο και απειλεί ευθέως ότι, οποιοδήποτε κόµµα αντιστεκόταν και καταψήφιζε τη σχετική απόφαση δηµιουργίας ξεχωριστού κράτους, δεν θα µπορούσε να υπάρχει στο νέο πολιτικό σύστηµα του «ανεξάρτητου τουρκοκυπριακού κράτους».
Η παράνοµη ανακήρυξη έγινε σε πλήρη συντονισµό και µε την έγκριση του στρατιωτικού κατεστηµένου της Τουρκίας. Πολλοί Τούρκοι αξιωµατούχοι παραδέχθηκαν ότι ετοίµασαν από κοινού µε τον Ντενκτάς την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Αποκαλυπτικός των βαθύτερων στόχων της ανακήρυξης του ψευδοκράτους ήταν και ο αρχηγός της τουρκικής χούντας, στρατηγός Εβρέν. Στην προσπάθειά του να περιγράψει την «αναγκαιότητα» ύπαρξης της «Τ∆ΒΚ» για τη συνεργασία ΗΠΑ – Τουρκίας, ισχυρίστηκε ότι η ίδρυσή της θα εµπόδιζε την άνοδο του κοµμουνισµού στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και, ως εκ τούτου, τη συνεργασία τους µε τους Ελληνοκύπριους κοµµουνιστές. Ένα τέτοιο ενδεχόµενο, τόνιζε ο Εβρέν, θα ήταν ευνοϊκό για τη Σοβιετική Ένωση και άρα θα έπρεπε να εµποδιστεί.
Στις 18 Νοεµβρίου 1983, το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ καταδίκασε ως παράνοµη την ανακήρυξη της «Τ∆ΒΚ» και κάλεσε όλα τα κράτη – µέλη του Οργανισµού να µην αναγνωρίσουν άλλη ∆ηµοκρατία, εκτός από την Κυπριακή, µε το ψήφισµα 541. Από τότε µέχρι και σήµερα το συγκεκριµένο ψήφισµα του Συµβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αποτελεί ένα από τα σηµαντικότερα, στην προσπάθεια θωράκισης της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας ενάντια στην προοπτική αναγνώρισης της «Τ∆ΒΚ» και οριστικής διχοτόµησης της πατρίδας µας.
Με την υποκίνηση των ΗΠΑ οι εκάστοτε επικεφαλής του ΟΗΕ υποβάλλουν διάφορα σχέδια λύσης του Κυπριακού που θα ευνοούν την Τουρκία και κατ’ επέκτασιν τα δικά τους συμφέροντα.
Το 1987 οι ΗΠΑ επιβάλλουν στην Κυπριακή Δημοκρατία εμπάργκο όπλων δήθεν για να τερματιστεί ο εξοπλιστικός ανταγωνισμός μεταξύ Λευκωσίας –Άγκυρας, αλλά και για την προώθηση λύσης του Κυπριακού. Έτσι ο θύτης αναβαθμίζεται και επιβραβεύεται και το θύμα του Τούρκου εισβολέα εισπράττει τις αμερικανικές καρπαζιές.
Τώρα πανηγυρίζουν για το έλεος των Αμερικανών, λες και θα εγκαταλείψουν την Τουρκία ακόμα και με τη στάση του αυθάδη Ερντογάν. Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται είναι πως με την πλήρη υποταγή στις ΗΠΑ η Κύπρος υποθηκεύεται πλήρως στα συμφέροντά τους.
Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
