Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Στην Άγκυρα δεν μπορούν να “διαβάσουν” σωστά την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Τι συνέπειες έχει η αδυναμία της Τουρκίας να κατανοήσει την Ελλάδα

Του Cengiz Aktar

Μετάφραση: Σάββας Καλεντερίδης

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2022, από τη Σαμψούντα που βρισκόταν, ο Ερντογάν ξεκίνησε την “Eπιχείρηση κατά της Ελλάδος», η οποία φαίνεται να προαναγγέλλει μια πρωτόγνωρη περίοδο στη σχέση με τον δυτικό γείτονά μας, που πιθανότατα δεν έχει υπάρξει ξανά από το 1922.

Από εκείνη την ημέρα, το πρόσωπό του και οι υπηρέτες του συνεχίζουν να εκτοξεύουν απειλές σε κάθε ξένο και εγχώριο μέσο, ​​όπως συνέβη στην 77η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.

Το καθεστώς της Άγκυρας βρίσκεται σε αναζήτηση ενός αιματηρού πολέμου εδώ και πολύ καιρό. Αν και δεν έχει χρήματα για έναν τέτοιον πόλεμο, είναι πάντα δυνατή μια βραχυπρόθεσμη πολεμική φρενίτιδα, η οποία θα τερματιστεί γρήγορα από τη Δύση.

Οι ισχυροί στην Άγκυρα δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο από το να πετούν αεροπλάνα και να κυματίζουν σημαίες πάνω από χάρτες της Ελλάδας και της Κύπρου, αν και σε άλλες τρεις επιχειρησιακές ζώνες έχουν καταφέρει να εμπλακούν σε στρατιωτικές δραστηριότητες: στο Ιράκ, τη Λιβύη και τη Συρία.

Ας θυμηθούμε: Οι διερευνητικές επαφές μεταξύ των δύο χωρών από το 2002 τερματίστηκαν μονομερώς (και φυσικά χωρίς διαβούλευση με το Υπουργείο Εξωτερικών) λόγω της κρίσης των οκτώ αξιωματικών που διέφυγαν  στους γείτονες μετά τις 15 Ιουλίου. Αν και φαίνεται ότι ξεκίνησαν ξανά το 2021, τίποτα δεν γίνεται στον τομέα αυτόν.

Αυτή η άρνηση διαλόγου πρέπει να επισημανθεί. Η Άγκυρα προτιμά πλέον σαφώς τη διπλωματία των κανονιοφόρων για να υπαγορεύσει την άποψή της για τις πολυάριθμες διαφωνίες που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών εδώ και πολύ καιρό.

Υπήρξε μια τρομερή προσφυγική κρίση το καλοκαίρι του 2015, πριν τελειώσουν οι διερευνητικές επαφές. Είναι σαφές ότι η Άγκυρα ενθάρρυνε αυτή τη μαζική φυγή προς την Ελλάδα.

Στη συνέχεια, με βάση την ανοησία της Γαλάζιας Πατρίδας, που η υπερφασιστική αντιπολίτευση επινόησε και πούλησε στο καθεστώς Ερντιγάν, υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 2019 μια συμφωνία διασυνοριακής θαλάσσιας δικαιοδοσίας Λιβύης-Τουρκίας, η οποία είναι μοναδική στις διακρατικές σχέσεις και παρακάμπτει το νησί της Κρήτης .

Ομοίως, στο ίδιο πλαίσιο, εμφανίστηκαν αυτή τη φορά οι ανοησίες περί «κατεχόμενων νησιών» που είχε κατασκευάσει και επιβάλει στο καθεστώς Ερντογάν η εθνικιστική αντιπολίτευση (CHP).

Εν τω μεταξύ, οι απειλές «Θα αφήσω ελεύθερους τους πρόσφυγες, ε!», τα αεροπλάνα που πετούσαν πάνω από τα κατοικημένα νησιά και η δραστηριότητα εξερεύνησης ορυκτών καυσίμων στη θάλασσα που προηγήθηκε, συνεχίστηκαν αμείωτα.

Μπροστά σε έναν τέτοιο υβριδικό κίνδυνο, η Αθήνα άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την προστασία της. Και όπως πολλοί πολίτες πιστεύουν αυτές τις μέρες, αυτά τα μέτρα ξεκίνησαν επί κυβέρνησης Τσίπρα, όχι επί Μητσοτάκη.

Η Ελλάδα δημιούργησε μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας με τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας που υπεγράφη με τις ΗΠΑ, τη συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας που υπεγράφη με τη Γαλλία, την αμυντική και ενεργειακή γιγάντια εγκατάσταση στην Αλεξανδρούπολη, την ενισχυμένη βάση του ΝΑΤΟ στη Σούδα της Κρήτης.

Η αυξανόμενη ανισορροπία στην αεροπορική υπεροχή στο Αιγαίο εις βάρος της Τουρκίας και οι επιδόσεις του πρωθυπουργού Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, μετέτρεψαν την εχθρότητα σε προσωπικό θυμό και σχεδόν εκδίκηση από την πλευρά του Ερντογάν.

Σήμερα, το τουρκικό κατεστημένο μόλις αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα αντικαθιστά όλο και περισσότερο τον ρόλο που είχε η Τουρκία στη νοτιοανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ.

Ας δούμε το ρητορικό πλαίσιο. Η απειλή για την ασφάλεια που έθεσε η Άγκυρα στην Αθήνα πιθανότατα δεν ήταν σε αυτό το επίπεδο ακόμη και κατά την εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού το 1974 στην Κύπρο. Παρόλα αυτά, οι Τούρκοι σχολιαστές, μακριά από το να βλέπουν αυτό που συμβαίνει ως ξεκάθαρη απειλή από την Άγκυρα, το έχουν τοποθετήσει στο πλαίσιο εκατό ή και διακοσίων ετών εχθρότητας, αντιπαλότητας και αντιπαλότητας μεταξύ των δύο χωρών.

Αυτοί οι σχολιαστές, που δεν γνωρίζουν κανένα άλλο κριτήριο πέρα ​​από τη σχέση εξουσίας στις διακρατικές σχέσεις, συρρέουν στις οθόνες και αρθρογραφούν στις εφημερίδες. Άρχισαν να μιλούν για τα χρόνια παράπονα της Τουρκίας και τις περιβόητες «νόμιμες ανησυχίες της για την ασφάλεια».

Όταν τους παρακολουθεί κανείς, νομίζει ότι η Ελλάδα πρόκειται να επιτεθεί στην Τουρκία, όπως και οι Κούρδοι της Συρίας. Ο κόσμος έχει εγκλωβιστεί στον εκδικητικό πόθο και τη ρητορική «θα έρθουμε ξαφνικά μια νύχτα». Η φιλοπόλεμη αντίθεση από τον οπλαρχηγό είναι στο στόχαστρο. Ας ακούσουμε τι είπε ο υποψήφιος πρόεδρος, αγωνιστής Kılıçdaroğlu:

Οι ΗΠΑ γέμισαν την Ελλάδα με βάσεις. Ο σκοπός τους είναι ξεκάθαρος! Ας φέρουν το κλείσιμο των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Τουρκία στη Βουλή κι εμείς θα το στηρίξουμε με το πνεύμα της εθνικής δύναμης. Η στάση μας είναι πολύ ξεκάθαρη. Είναι επιτακτική ανάγκη να αυξήσουμε την πίεση στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Με το να λες «Απέσυρα από τις έρευνες το Ορούτς Ρέις, τώρα μακάρι να με είχε καλέσει ο Μπάιντεν», δεν γίνεται τίποτα. Αν έχεις καρδιά, κάνε ένα βήμα στα κατεχόμενα και εξοπλισμένα νησιά. Θα στηρίξουμε!

Ας διαβάσουμε το θέμα στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων. Καταρχάς, είτε στις διαπροσωπικές είτε στις διακρατικές σχέσεις, η μία πλευρά δεν έχει ποτέ εκατό τοις εκατό δίκιο και η άλλη εκατό τοις εκατό άδικο.

Το θέμα των ελληνικών νησιών που είναι κάτω από τη μύτη της Τουρκίας και της υφαλοκρηπίδας τους είναι πονοκέφαλος από το 1947 για τα Δωδεκάνησα και το 1923 για τα υπόλοιπα. Έχουν γίνει αμέτρητες προσπάθειες, όλες απέτυχαν. Οι χαμένες ευκαιρίες είναι αμέτρητες. Από ελληνικής πλευράς είναι γνωστό ότι ο συντηρητικός Σαμαράς, πρώην υπουργός Εξωτερικών, μπλόκαρε την απόφαση να πάει στη Χάγη την τελευταία στιγμή.

Παρόλα αυτά, είναι ξεκάθαρο και προφανές ότι η λύση δεν είναι στρατιωτική. Υπάρχουν πολλοί σοβαροί ειδικοί στην υφαλοκρηπίδα, το μοίρασμα των υδάτων και του εναέριου χώρου εκατέρωθεν, όλες οι λογικές προτάσεις είναι λίγο πολύ γνωστές. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ad hoc συμφωνία ειδικά για το Αιγαίο, η οποία θα λαμβάνει ως παράδειγμα τα άλλα προηγούμενα στον κόσμο, προσφεύγοντας σε διαιτησία όταν χρειάζεται, υπό το πρίσμα των διεθνών συμφωνιών μεταξύ των δύο χωρών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Άγκυρα είναι η πλευρά που τραβάει το σχοινί σήμερα. Έχετε ακούσει ποτέ την Αθήνα να λέει «δεν μιλάμε με αυτούς», «ο Ερντογάν είναι σαν να μην υπάρχει για εμάς», «αυτό που κάνει η Τουρκία δεν μας δεσμεύει»; Ακόμα και στο σημερινό τεταμένο περιβάλλον, ο Μητσοτάκης συνεχίζει να λέει ναι στον «διάλογο». Ωστόσο, ο διάλογος απαιτεί δύο άτομα, όπως και το ταγκό. Το καθεστώς της Άγκυρας δεν έχει τέτοια διάθεση.

Η απομόνωση της Άγκυρας, την οποία υπογραμμίζουν επίμονα οι Τούρκοι πολιτικοί και σχολιαστές, είναι αποτέλεσμα των δικών της κυρίαρχων αποφάσεων. Κανένας σύμμαχος δεν θα σπρώξει στο κενό την Τουρκία, εφόσον τηρεί κοινές αρχές και αξίες.

Αντίθετα, οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ είναι πάντα έτοιμες να «κατανοήσουν» τις επιχειρήσεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Συρία, να τις χαρακτηρίσουν «νόμιμες ανησυχίες ασφαλείας» για να κρατήσουν την Τουρκία στη Συμμαχία πάση θυσία.

Είναι η Άγκυρα που απομονώνεται εξ αιτίας των δικών της πράξεων. Η αγορά του πυραυλικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία, η αναμέτρηση με την Ελλάδα, η ατελείωτη διαμάχη με τη Ρωσία και τη Δύση σχετικά με την εισβολή στην Ουκρανία και η αποτροπή της ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας με αόριστες απαιτήσεις είναι όλες οι επιλογές που έγιναν από τον Ερντογάν .

Αν εξετάσουμε το θέμα από κοινωνιολογική σκοπιά, όσοι γνωρίζουν, ή νομίζουν ότι ξέρουν,  τονίζουν ότι υπάρχουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ των δύο χωρών, της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Εδώ και δεκαετίες ακούμε τη φράση «είναι καλοί οι άνθρωποι, αλλά κακές οι κυβερνήσεις». Δεν γίνονταν κοινές συναυλίες, ούτε τραπέζια ούζου/ρακής, ούτε συναναστροφές και άλλα τέτοια. Παρόλα αυτά, δεν έγινε τίποτα αξιόλογο. Αναρωτιέμαι γιατί;

Ίσως για δύο βασικούς λόγους… Πρώτον, μια νέα και υγιής σχέση δεν μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς να μιλήσουμε για τους αμοιβαίους πόνους της κοινής ιστορίας. Δεν υπάρχει αύριο χωρίς να γνωρίζουμε το χθες.

Κοιτάξτε, φέτος τιμάται παντού η Μεγάλη Καταστροφή ή η Μικρασιατική Καταστροφή που έγινε στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα του πολιτικού και στρατιωτικού λάθους που έγινε πριν από έναν αιώνα και που σήμανε το τέλος του ελληνισμού της Ανατολίας. Σε κάθε ελληνική οικογένεια υπάρχει στενός ή μακρινός Μικρασιάτης/Ανατολίτης συγγενής.

Στην Τουρκία για το 1922 επικρατεί η ρητορική «τους ρίξαμε στη θάλασσα, θα τους ξαναρίξουουμε!», που προσβάλλει τους Έλληνες. Η συντριπτική πλειονότητα αγνοεί το γεγονός ότι αυτοί που ρίχτηκαν στη θάλασσα ήταν οι άνθρωποι αυτής της γης, οι υπήκοοι αυτού του κράτους, και δεν ξέρουν το πόσο στοίχισε πολιτισμικά η φυγή αυτών των ανθρώπων.

Πόσοι γνωρίζουν πώς αυτή η γη έγινε έρημος όταν τρία εκατομμύρια οι μη μουσουλμάνοι από τα υπόλοιπα 16 εκατομμύρια Οθωμανικό πληθυσμό που ζούσαν στη γη που αντιστοιχεί στη σημερινή Τουρκία, εξολοθρέφθηκαν  το 1914-1915 με διάφορες μεθόδους;

Δεύτερον, οι «μεγάλες ομοιότητες» μεταξύ των λαών είναι ένας εξαιρετικά προβληματικός ισχυρισμός.

Πολιτικά, σε αντίθεση με την Τουρκία, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως οι πολιτικοί να σχεδιάζουν πόλεμο για να συγκεντρώσουν ψήφους εθνικιστών και το κοινό να τους χειροκροτεί. Θα εξηγήσω παρακάτω τον λόγο αυτής της «άνετης» παρανόησης, η οποία είναι αρκετά κοινή σε ορισμένους αριστερούς και δημοκρατικούς κύκλους στην Τουρκία.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, υπάρχει κοινή λογική, από την αριστερά μέχρι τη δεξιά, να ληφθούν όλα τα απαραίτητα πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά μέτρα για την προστασία της χώρας απέναντι στις απειλές της Άγκυρας.

Ο γείτονάς μας, με τους πολιτικούς και τους ανθρώπους του, δεν είναι μια χώρα που επιδιώκει τα όνειρα να εδραιώσει περιφερειακή κυριαρχία και να γίνει παγκόσμια δύναμη. Είναι μια μη βίαιη χώρα που είναι πολύ γνωστή στους επισκέπτες από την Τουρκία, που της αρέσει να εκμεταλλεύεται τον κόσμο των τριών ημερών, που έχει περάσει πολλές φορές τον κύκλο της τύχης από τη δεκαετία του 1820 και είναι όσο το δυνατόν πιο ειρηνική με τον εαυτό της.

Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις με την Ελλάδα, από Τούρκους πολιτικούς και σχολιαστές που είναι είτε υπέρ του καθεστώτος Ερντογάν είτε κατά, θεωρούνται και εκλαμβάνονται επίμονα ως απειλή για την ασφάλεια της Τουρκίας, γεγονός που, κατά την άποψή τους, δίνει το δικαίωμα στην Τουρκία να προβεί σε προληπτικές στρατιωτικές ενέργειες για νόμιμη άμυνα.

Αυτό είναι ένα φανταστικό κατασκεύασμα: το κατεστημένο στην Τουρκία έχει κολλήσει στο παράδειγμα της παλιάς Ελλάδας, η οποία υποτίθεται ότι έχει εμμονή με την επέκταση εις βάρος της Τουρκίας, σύμφωνα με την ξεπερασμενη ιδεολογία της «Μεγάλης Ιδέας» που ίσχυε από την περίοδο της ελληνικής ανεξαρτησίας!

Λόγω της χρόνιας απουσίας σοβαρών ακαδημαϊκών γνώσεων για τη σύγχρονη Ελλάδα, αφέθηκε η ανάνγωση της Ελλάδας σε συνταξιούχους διπλωμάτες, ορισμένοι από τους οποίους είχαν υπηρετήσει στην Αθήνα, που είναι ανίκανοι να απομακρυνθούν από τον θεσμικό φανατισμό. Πράγματι, δεν υπάρχει ούτε ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα που να ασχολείται με τις Νεοελληνικές Σπουδές στην Τουρκία.

Υπάρχουν διάσπαρτες ειδικότητες εντός των Βαλκανικών Σπουδών ή μέσω προσωπικών προσπαθειών κάποιων ακαδημαϊκών.

Ως αποτέλεσμα αυτής της χρόνιας έλλειψης ενημέρωσης και ανάλυσης, οι Τούρκοι παρακάμπτουν τον μετασχηματισμό της Ελλάδας, τη μετάβασή της στη δημοκρατία (μεταπολίτευση) και την πορεία προς την ΕΕ μετά το 1974. Ως τέτοιοι, δεν μπορούν να διαβάσουν τη σημερινή Ελλάδα. Για παράδειγμα, «Μετά τη βαθιά οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε το 2011, με άλλα λόγια, σε ένα πολιτικό περιβάλλον που είναι πολύ κατάλληλο για να αναπτυχθεί η λαϊκιστική δεξιά, γιατί η ελληνική ακροδεξιά δεν κέρδισε περισσότερες από μερικές έδρες στο κοινοβούλιο ;” Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι γνωστή στην Τουρκία.

Άλλωστε, οι τουρκικές εκτιμήσεις και αναλύσεις για την Ελλάδα (και όλες τις χώρες της περιοχής) δεν ισχύουν σήμερα. Και αυτή η αστοχία περιλαμβάνει τόσο το καθεστώς, όσο και την αντιπολίτευση αλλά και τον λαό. Και οι πολιτικές αυτές της Άγκυρας καθιστούν την Τουρκία αναξιόπιστο γείτονα.

Η ζωτική αρχή στις εξωτερικές σχέσεις των δημοκρατιών είναι ο διάλογος, η διαπραγμάτευση και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, δεν πρέπει να είμαστε αφελείς σχετικά με τα όρια της διπλωματικής δράσης στην αντιμετώπιση των εμπόλεμων εθνών. Η πολιτική κατευνασμού και συνεπώς ενδυνάμωσης της Δύσης κατά της Ρωσίας τις τελευταίες τρεις δεκαετίες έχει καταλήξει σε ένα τρομερό φιάσκο.

Δεν πρέπει να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος με την Άγκυρα.

Στον σημερινό κόσμο, η σύγκρουση δεν είναι μεταξύ εθνικισμών, αλλά μεταξύ δημοκρατικών και μη δημοκρατικών χωρών. Απορίπτονται οι μη δημοκρατικές κυβερνήσεις, και επικρατούν οι δημοκρατίες.

Προς τα τέλη του 2022, η Τουρκία πλέει σε άγνωστα νερά όπως ποτέ άλλοτε στην ενενήντα εννέα χρόνια ιστορία της δημοκρατίας. Το τουρκικό σκάφος κλονίζεται από εσωτερικές και εξωτερικές δονήσεις, που είναι όλες ανθρωπογενείς, δηλαδή σχεδιασμένες και κακοσχεδιασμένες από το καθεστώς.

Το καθεστώς της Άγκυρας, όπως συνέβη και με το καθεστώς της Μόσχας, αποτελεί σαφή απειλή για την ασφάλεια όχι μόνο για τους γείτονες και πρώην συμμάχους του, αλλά και για την ίδια την Τουρκία σήμερα, δεδομένης της έκτασης της θεσμικής, ανθρωπιστικής και περιβαλλοντικής καταστροφής της.

ahvalnews-com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός15 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις15 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO15 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή