Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το σχέδιο Ατσεσον για το Καστελλόριζο

Δημοσιεύτηκε στις

Υπήρχε τελικά Σχέδιο Άτσεσον και τι προέβλεπε για το Καστελλόριζο;

«Η [ελληνική] προσφορά του Καστελλόριζου στην Τουρκία δεν μπορεί να θεωρηθεί πολύ γενναιόδωρη. Το νησί είναι γενικά άγονο, δεν έχει κάποιο σημαντικό αγροτικό ή βιοτεχνικό τομέα και υποστηρίζει έναν μειούμενο πληθυσμό. Διαθέτει ένα μικρό προστατευμένο λιμάνι αλλά δεν είναι εξοπλισμένο με εγκαταστάσεις επισκευής πλοίων, αποθηκών ή ανεφοδιασμού. [Επίσης] το Καστελλόριζο δεν είναι κατάλληλο για εγκαταστάσεις αεροπορίας».

Η παραπάνω παράγραφος αποτελεί τμήμα της απόρρητης αναφοράς της CIA για το Καστελλόριζο που συντάχθηκε τον Αύγουστο του 1964, στο αποκορύφωμα των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, και αφορούσε την ελληνική πρόταση να δοθεί στους Τούρκους το Καστελλόριζο με αντάλλαγμα μια λύση που θα οδηγούσε στην Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι Αμερικανοί πήγαιναν πολλά βήματα πιο πέρα και όπως επιβεβαιώνουν αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της CIA και του Λευκού Οίκου, εξέταζαν το ενδεχόμενο ανταλλαγής πληθυσμού μεταξύ Δωδεκανήσων και Κύπρου. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, που πάντως δεν είχε τεθεί στο τραπέζι, τα Δωδεκάνησα θα περνούσαν στην Τουρκία, οι Τουρκοκύπριοι θα μετακόμιζαν εκεί και οι Ελληνες Δωδεκανήσιοι θα μετακόμιζαν στην Κύπρο…

Συνάντηση στο Καστρί

Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη, είναι αποκαλυπτική η εμπιστευτική συζήτηση μεταξύ του Ελληνα πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και του Χένρι Λαμπουίς που έγινε στις 19 Ιουλίου 1964. Ο Χένρι Λαμπουίς ήταν ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα από τον Μάρτιο του 1962 έως τον Μάιο του 1965. Νομικός με ευρύτατη μόρφωση είχε παντρευτεί σε δεύτερο γάμο την Εύα Κιουρί, θυγατέρα της Μαρίας και του Πιερ Κιουρί. Ο Λαμπουίς είχε αναπτύξει ανθρωπιστική δράση στην Παλαιστίνη προτού έλθει στην Ελλάδα. Το 1965 ανέλαβε τα ηνία της UNICEF και αμέσως παρέλαβε το Νομπέλ Ειρήνης στο όνομα της οργάνωσης. Το βράδυ της Κυριακής 19 Ιουλίου 1964, ακριβώς στις 11.00, απέστειλε στην Ουάσιγκτον ένα τηλεγράφημα που αφορούσε τη συνάντηση που είχε γίνει το ίδιο απόγευμα με τον Γεώργιο Παπανδρέου στο Καστρί. Στο τηλεγράφημα αυτό αναφέρει ότι ο Παπανδρέου του είπε ότι θα μπορούσε να συμφωνήσει ώστε να δώσει η Ελλάδα το Καστελλόριζο στην Τουρκία ως βάση σε αντάλλαγμα για μια καλή λύση για την Ελλάδα στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, ο Λαμπουίς αναφέρει στο τηλεγράφημά του:

«Σε συνομιλίες μιας ώρας με τον πρωθυπουργό την Κυριακή το απόγευμα, επέμεινε ότι είναι επείγον να βρεθεί λύση στο πρόβλημα της Κύπρου. Υπογράμμισε ότι ήθελε να διευκολύνει όσο γίνεται τη δουλειά του [ΥΠΕΞ των ΗΠΑ] κ. Ατσεσον και τόνισε ότι γι’ αυτόν τον σκοπό χθες βράδυ κατά το ραδιοφωνικό του διάγγελμα για πρώτη φορά τόνισε ότι είναι θέμα των συζητήσεων η ασφάλεια του τουρκικού κράτους και η προστασία της τουρκικής μειονότητας».

«Ο Παπανδρέου έδειξε με υπερηφάνεια μια νέα φωτογραφία του προέδρου Τζόνσον που είχε στη βιβλιοθήκη του και είπε ότι αισθάνεται άσχημα που έδωσε την εντύπωση αδιαλλαξίας [κατά το ταξίδι του] στην Ουάσιγκτον [23-27 Ιουνίου 1964] ως αντιτιθέμενος στην προτεινόμενη διαδικασία αντιμετώπισης του κυπριακού προβλήματος. Είπε ότι πίστευε ειλικρινά τότε, όπως και τώρα, ότι αν δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενες προετοιμασίες, οι απευθείας συνομιλίες μπορεί να οδηγήσουν σε αδιέξοδο και στο ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης. Ανέφερε τις τουρκικές ταραχές στην Κωνσταντινούπολη το 1955 ως παράδειγμα του τι κάνουν οι Τούρκοι όταν οι συνομιλίες δεν οδηγούν εκεί που θέλουν. Είπε ακόμα ότι θέλει να αποφύγει τον πόλεμο με κάθε κόστος (ανέφερε τη φράση “ο πόλεμος είναι 100 φορές πιο σοβαρός για την Ελλάδα από όσο είναι για τις ΗΠΑ”) και δήλωσε απογοητευμένος ότι δεν έγινε συζήτηση για κάποια λύση στην Ουάσιγκτον παρά υπήρξε μόνον η πίεση να ξεκινήσουν άμεσα συνομιλίες με τους Τούρκους. Με τις διαρκείς τουρκικές απειλές κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό. Ωστόσο [πρόσθεσε ότι] οι συνομιλίες, που τώρα βρίσκονται σε εξέλιξη στη Γενεύη, είναι η σωστή προσέγγιση για την εύρεση λύσης και η ελληνική κυβέρνηση θέλει να διευκολύνει τις συνομιλίες αυτές ως ένα θέμα άμεσης προτεραιότητας. [Ο Παπανδρέου πρόσθεσε ότι] το επείγον του πράγματος οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μακάριος βρίσκεται πιο κοντά στους Σοβιετικούς και στον [ηγέτη της Αιγύπτου] Νάσερ και κάνει κινήσεις χωρίς να ρωτήσει την ελληνική κυβέρνηση. Αφησε να εννοηθεί ότι αν περάσει πολύς χρόνος, μια πλήρως ελεύθερη Κύπρος, κάτω από την ισχυρή ανατολική επιρροή, ίσως πάψει να επιδιώκει την Ενωση».

Το καθεστώς των βάσεων

«Σε ό,τι αφορά τη λύση, επανέλαβε ότι θα πρέπει να προσφερθούν στην τουρκική μειονότητα όλες οι απαραίτητες εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένης της επιτήρησης από τον ΟΗΕ (είπε συγκεκριμένα “οτιδήποτε θέλετε” – “whatever you want”). Για την ασφάλεια της Τουρκίας και για να καλυφθεί η πλευρά του προβλήματος που αφορά το τουρκικό “εθνικό γόητρο” είπε ότι η Ελλάδα θα συμφωνούσε στη μετατροπή των βρετανικών βάσεων σε νατοϊκές βάσεις με τουρκικά στρατεύματα και διοικητή. Από τον [ΥΠΕΞ και μετέπειτα πρόεδρο της Κύπρου, Σπύρο] Κυπριανού είχε ακούσει ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίλσον και άλλοι στη βρετανική κυβέρνηση ήταν έτοιμοι να αξιολογήσουν αυτή την πρόταση. Είπε ότι η Βρετανία θα μπορούσε να διατηρήσει ή να εγκαταλείψει την κυριαρχία της στις βάσεις – σε κάθε περίπτωση θα μπορούσαν να γίνουν οι κατάλληλες ενέργειες έτσι ώστε να περάσουν [οι βάσεις] υπό τη δικαιοδοσία του ΝΑΤΟ με Τούρκο διοικητή».

«Το τελευταίο αυτό σημείο, κατά την αντίληψη του Παπανδρέου, θα καλύψει κάθε τουρκική απαίτηση τόσο σε ό,τι αφορά την ασφάλεια, όσο και σε ό,τι αφορά το γόητρο. Ο Παπανδρέου δεν βλέπει καμία πιθανότητα για [να δημιουργηθεί] μια περιοχή τουρκικής κυριαρχίας στο νησί. [Σύμφωνα με τον Παπανδρέου] Οι συμφωνίες Λονδίνου – Ζυρίχης επέτρεψαν μόνον την παρουσία τουρκικού στρατού στο νησί. Το να δοθεί τώρα στην Τουρκία κυριαρχική παρουσία, έπειτα από 100 χρόνια στα οποία δεν είχε καμία διεκδίκηση κυριαρχίας, θα ήταν ένα βήμα μη αποδεκτό για κάθε ελληνική κυβέρνηση, αλλά και για τους Κυπρίους. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση θα ήταν έτοιμη να δώσει το Καστελλόριζο ως βάση [η ακριβής φράση του Λαμπουίς είναι: to turn over Kastellorizon as a base]. Υπήρξε μια υπόνοια ότι και κάποιες άλλες παραχωρήσεις μπορεί να είναι πιθανές, αλλά αυτές δεν διατυπώθηκαν».

Προς το τέλος του τηλεγραφήματος, λέει ο Παπανδρέου με νόημα, σύμφωνα πάντα με τον Αμερικανό πρέσβη: «Οι Ελληνες και οι Αμερικανοί πρέπει πάντα να μιλάνε ως συγγενείς γιατί ο Μακάριος, η ΕΣΣΔ και η Αίγυπτος μιλούν τώρα σαν συγγενείς».

Ανταλλαγή πληθυσμών Δωδεκανησίων – Τουρκοκυπρίων
Το σχέδιο Ατσεσον για το Καστελλόριζο-1
Ρόδος, 31.3.1947. Ο αντιναύαρχος Περικλής Ιωαννίδης έχει μόλις παραλάβει τη διοίκηση των Δωδεκανήσων από τον Βρετανό στρατιωτικό διοικητή, ταξίαρχο Πάρκερ. Δεκαέξι χρόνια μετά, «ενεπλάκησαν» στην προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού. (Φωτ. ΜΙΧΑΛΗΣ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑΣ «ΕΛΛΑΔΑ 20ός ΑΙΩΝΑΣ, ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ»)

Εγγραφο από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον με ημερομηνία 24 Αυγούστου 1964 αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Κατά τη διάρκεια συνομιλιών με υπουργούς στο Λονδίνο ο Παπανδρέου (σ.σ.: στις 20 Ιουλίου 1964) επιβεβαίωσε ότι θα μπορούσε να προσφέρει μια βάση στο Καστελλόριζο ως αντάλλαγμα για μια συμφωνία στην Κύπρο» (που θα ήταν υποχωρητική από πλευράς της Τουρκίας) – (σ.σ.: Ο Παπανδρέου φαίνεται ότι επιδίωκε μια λύση που θα οδηγούσε στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα). Σε άλλο σημείο της μακροσκελούς αναφοράς αναφέρεται η αμερικανική ιδέα για ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Κύπρου (Τουρκοκυπρίων) και Δωδεκανήσων, κάτι που προφανώς, κατά τους Αμερικανούς, θα ήταν η απαραίτητη «ανταλλαγή» για να δεχθεί η Τουρκία την ένωση Ελλάδας – Κύπρου: «Από “πρακτικής” πλευράς, μια ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησα θα ήταν πιθανή και εφικτή. Ο συνολικός αριθμός των Τούρκων στην Κύπρο είναι περίπου 114.000-120.000 και είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αριθμό των Ελλήνων που ζουν στα Δωδεκάνησα, που είναι 90.000-100.000. Επιπλέον, οι διαφορετικές όψεις του φυσικού περιβάλλοντος (κλίμα, γεωγραφία, υδρογραφία κ.λπ.) είναι συγκρίσιμα, αν όχι ίδια».

Η αιτία που η Ουάσιγκτον εξέταζε το ενδεχόμενο ανταλλαγής πληθυσμών και παραχώρησης των Δωδεκανήσων στην Τουρκία ήταν το γεγονός ότι εκείνες τις εβδομάδες του καλοκαιριού του 1964 διαμορφώνονταν οι συνθήκες ελληνοτουρκικής σύγκρουσης με επίκεντρο την Κύπρο. Η έκθεση της CIA της ίδιας περιόδου είναι χαρακτηριστική. Ακολουθούν εκτενή αποσπάσματα: «Από τις αρχές Ιουνίου 1964, όταν μια τουρκική εισβολή αποσοβήθηκε την τελευταία στιγμή, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Οι Ελληνες, που όπως φάνηκε αιφνιδιάστηκαν τον Ιούνιο, μετακινούν άντρες και όπλα στην Κύπρο τις τελευταίες έξι εβδομάδες. Αποβιβάζονται τη νύχτα και κάτω από συνθήκες μέγιστης ασφάλειας στο λιμάνι της Λεμεσού».

«Μπορεί να υπάρχουν 7.000-8.000 Ελληνες στρατιώτες στο νησί, πολλοί από αυτούς Ελληνοκύπριοι. Υπάρχουν τρία συντάγματα πεζικού, εκτός από μονάδες πυροβολικού και ειδικές δυνάμεις που κρύβονται στο όρος Τρόοδος στην κεντρική Κύπρο».

«Η ελληνική κυβέρνηση έχει παραδεχθεί ότι μόνο περίπου 100 αξιωματικοί έχουν “αυτομολήσει” για να ακολουθήσουν τον στρατηγό Γρίβα. Οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ συμφωνούν ότι ελληνικές δυνάμεις έχουν φθάσει στο νησί, αλλά πιστεύουν ότι δεν είναι πάνω από 1.200-1.500 άντρες… Οι δυνάμεις των Ελληνοκυπρίων, διασκορπισμένες σε όλο το νησί, αριθμούν περίπου 30.000-35.000. Οι αντίστοιχες δυνάμεις των Τουρκοκυπρίων δεν ξεπερνούν τις 13.000 και δεν διαθέτουν εξοπλισμό και μέσα μεταφοράς. Και οι Τούρκοι προωθούν λαθραία άντρες και εξοπλισμό στο νησί, αλλά τα μεγέθη είναι ασήμαντα σε σχέση με αυτά των Ελληνοκυπρίων. Μπορεί να υπάρχουν όχι περισσότεροι από 1.000 Τούρκοι επιπλέον των 650 που επιτρέπει η συμφωνία (σ.σ.: Ζυρίχης – Λονδίνου). Αυτό δείχνει ότι μια τουρκική επέμβαση ίσως είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο από όσο ήταν τον Ιούνιο».

«Η μεγάλη ενίσχυση των ελληνικών και ελληνοκυπριακών δυνάμεων έχει αυξήσει την αυτοπεποίθηση του καθεστώτος του Μακαρίου. Ο Μακάριος έχει κάνει δηλώσεις ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε συμβιβασμός ή παραχώρηση αφού τώρα η Κύπρος είναι ένα “απόρθητο κάστρο”. Η ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα, έχοντας γνώση ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη ενέργεια από τον Μακάριο και τους ατάκτους θα μπορούσε να προκαλέσει πολεμική σύρραξη μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας, προσπαθεί να βεβαιώσει ότι όλες οι δυνάμεις που βρίσκονται κάτω από την ελληνική επιρροή παίρνουν εντολές από τον Γρίβα και όχι από τον Μακάριο, υπολογίζοντας ότι ο πρώην ήρωας του αντάρτικου είναι παράγοντας σύνεσης».

«Την ίδια ώρα, ο Ντιν Ατσεσον προχωρεί σε διαβουλεύσεις στη Γενεύη με αντιπροσώπους των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αυτές οι συνομιλίες είναι συνέχεια των συνομιλιών που είχε ο πρόεδρος Τζόνσον με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ινονού και στη συνέχεια με τον Ελληνα πρωθυπουργό Παπανδρέου στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο. Η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση δεν έχει αντιπροσωπεία στη Γενεύη και ο Μακάριος έχει αποδοκιμάσει τις συνομιλίες δημοσίως. Οι συνομιλίες πάντως συνεχίζονται με τη λογική ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να πείσει τους Ελληνοκυπρίους να δεχθούν μια συμφωνηθείσα λύση, με ή χωρίς την αποδοχή του Μακαρίου. Πρόσφατες αναφορές από τον Αμερικανό πρέσβη στη Λευκωσία και στην Αθήνα αφήνουν αμφιβολίες ότι η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ελέγξει σε τέτοιο βαθμό τον Μακάριο. Ο Μακάριος, ενάντια στις επιθυμίες της Αθήνας, παρήγγειλε τέσσερις τορπιλακάτους από τους Σοβιετικούς».

«Ο κ. Ατσεσον δεν προσφέρει κάποιο “Αμερικανικό Σχέδιο” στη Γενεύη, αλλά μάλλον μια σειρά από διερευνητικές προτάσεις. Οι προτάσεις του περιλαμβάνουν τη δημιουργία τουρκικής βάσης στην Κύπρο, μεγάλο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης για την τουρκική μειοψηφία και διεθνή παρουσία στο νησί για να εγγυηθεί ότι θα γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Οι Τούρκοι, παρότι επιμένουν σε κάτι που θυμίζει πλήρη διχοτόμηση, έχουν δείξει ευελιξία όσον αφορά τα σύνορα. Εδειξαν αρχικά ενδιαφέρον για την ελληνική προσφορά του Καστελλόριζου, αλλά μόνον ως ένα τμήμα μιας ευρύτερης φόρμουλας. Ο Τούρκος στρατιωτικός αντιπρόσωπος, στις συνομιλίες που αντανακλούν τις θέσεις του τουρκικού γενικού επιτελείου, επιμένει ότι η Τουρκία πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα λιμάνι στο νησί –κατά προτίμηση την Κερύνεια–, επιπλέον συνδιοίκηση στην Αμμόχωστο».

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις23 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom44 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις53 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Δημοφιλή