Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιώργος Παπανδρέου: «Δεν θεωρώ ότι μια πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα είναι στα σχέδια της Αγκυρας»

Δημοσιεύτηκε στις

«Δεν θεωρώ ότι μια πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα είναι στα σχέδιά τους. Εν όψει όμως εκλογών, μπορεί κάποιοι θερμοκέφαλοι να θελήσουν να εκμεταλλευτούν κάποια δική μας κίνηση ή να δημιουργήσουν ένα επεισόδιο με απρόβλεπτες συνέπειες». Ο Γιώργος Παπανδρέου μιλάει στο «Βήμα της Κυριακής» για τις εξελίξεις στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για τη στάση που πρέπει να κρατήσει η Ελλάδα έναντι της κλιμακούμενης τουρκικής προκλητικότητας, για τις επιδιώξεις του Ταγίπ Ερντογάν και για την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια νότια της Κρήτης. Ο πρώην πρωθυπουργός τονίζει ότι «ορθά η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με ψυχραιμία τις τουρκικές προκλήσεις» και επισημαίνει ότι «ο φόβος του διαλόγου δημιουργεί μια αίσθηση αδυναμίας». «Είναι κρίσιμο», υπογραμμίζει, «να υπάρχουν γραμμές επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για να περάσουμε τους μήνες που έρχονται χωρίς απρόοπτα».

Υπήρξατε ο αρχιτέκτονας της πολιτικής προσέγγισης με την Τουρκία. Δηλώσατε, μάλιστα, πρόσφατα, ότι είχαμε βρεθεί κοντά σε συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα. Θεωρείτε ότι σε αυτή τη φάση, που η Τουρκία έχει εντείνει τις προκλήσεις της θέτοντας επιτακτικά θέμα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών και απειλώντας με βαλλιστικούς πυραύλους, υπάρχουν περιθώρια διαλόγου;

«Είναι γεγονός, βιώνουμε συνθήκες κρίσης. Ομως, να θυμίσω ότι η ελληνοτουρκική προσέγγιση που ξεκίνησε το 1999, ξεκίνησε μετά την κρίση των Ιμίων και εγώ ανέλαβα υπουργός Εξωτερικών μετά την υπόθεση Οτσαλάν, όταν ήσαν ιδιαίτερα τεταμένες οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Φτάσαμε τότε στα πρόθυρα ενός πολέμου. Δεν υπήρχαν καθόλου επαφές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Αυτή η έλλειψη επικοινωνίας ήταν καθοριστική στο να πάρει ένα επεισόδιο τέτοιες διαστάσεις. Τελικά, η κρίση αυτή έκανε τις κοινωνίες των δύο χωρών να συνειδητοποιήσουν το κόστος μιας σύγκρουσης. Η συνειδητοποίηση αυτή δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για μια αλλαγή παραδείγματος. Αναμφισβήτητα, τα βήματα που ακολούθησαν απαιτούσαν την πολιτική βούληση και των δύο πλευρών. Συγκεκριμένα, η ανταλλαγή επιστολών με τον Ισμαήλ Τζεμ, η διπλωματία των σεισμών, η Συμφωνία του Ελσίνκι, η έναρξη διερευνητικών επαφών το 2002, η υπογραφή πολλών διμερών συμφωνιών, δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς πολιτική βούληση και συστηματικό σχεδιασμό. Πράγματι, το 2004 ήμασταν πολύ κοντά στην επίλυση του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας. Ακολούθησαν όμως οι εκλογές. Από την εμπειρία μου, ποτέ δεν χάσαμε από τον διάλογο. Ο φόβος του διαλόγου δημιουργεί μια αίσθηση αδυναμίας. Δημιουργεί περιθώριο ώστε τρίτοι παίκτες να εμπλακούν ως διαμεσολαβητές, έχοντας όμως, όπως είναι αναμενόμενο, και τα δικά τους συμφέροντα».
Μπορεί πράγματι η Τουρκία, στο πλαίσιο της κλιμάκωσης της έντασης, να επιδιώξει ένα θερμό επεισόδιο είτε στο Αιγαίο είτε στην Ανατολική Μεσόγειο; Και με ποιον στόχο;

«Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε από τη γείτονα Τουρκία μια προσέγγιση απειλητική, βασισμένη σε θεωρίες αναθεωρητισμού. Ειδικά με φόντο τις επικείμενες εκλογές τους, πολλά πολιτικά πρόσωπα καλλιεργούν τη μισαλλοδοξία για την προώθηση πολιτικών φιλοδοξιών, αντί να υποτάξουν το προσωπικό τους συμφέρον στο συμφέρον του λαού τους. Εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να υιοθετήσουμε μια αντίστοιχη ρητορική. Αλλά ούτε και να αφήσουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι αν οι λεκτικές απειλές γίνουν πράξη θα υπάρξει ισχυρότατη απάντηση απέναντι σε κάθε υπονόμευση της δικής μας εθνικής κυριαρχίας. Το κοινό συμφέρον, το διεθνές δίκαιο, οι ευρωπαϊκές αξίες και αποφάσεις, αποτελούν το ισχυρό διπλωματικό μας όπλο απέναντι σε κάθε αναθεωρητισμό. Ποιος ο στόχος της τουρκικής κυβέρνησης; Δεν θεωρώ ότι μια πολεμική σύγκρουση με την Ελλάδα είναι στα σχέδιά τους. Δεν έχουν την κοινή γνώμη μαζί τους για παρόμοιο εγχείρημα, ούτε τελικά κάτι τέτοιο εξυπηρετεί το εθνικό τους συμφέρον. Εν όψει όμως εκλογών, μπορεί κάποιοι θερμοκέφαλοι να θελήσουν να εκμεταλλευτούν κάποια δική μας κίνηση ή να δημιουργήσουν ένα επεισόδιο με απρόβλεπτες συνέπειες».

Εκτιμάτε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ., ειδικά μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο;

«Είναι μια άποψη που συζητιέται τελευταία, δηλαδή η επέκταση στα 12 μίλια νότια της Κρήτης. Προσοχή! Εχει λογική αυτή η άποψη εφόσον συνδυαστεί με μια πρωτοβουλία και μια συμφωνημένη διαδικασία που θα καταλήξει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να οριοθετηθούν οι θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Εχει νόημα να την αξιολογήσουμε στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που θα μπορούσαμε να πάρουμε. Ζητούμενο είναι να υπάρξει ευρεία πολιτική συναίνεση για την πολιτική μας στα ελληνοτουρκικά και την Ανατολική Μεσόγειο. Η εθνική ενότητα ενδυναμώνει κάθε πρωτοβουλία και τελικά φέρνει πολύ πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα».
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Τουρκία επιχειρεί στην πραγματικότητα να πιέσει μέσω της Ελλάδας τις ΗΠΑ, προκειμένου να διαπραγματευτεί για τα F-16 αλλά και για να αποκαταστήσει την προνομιακή σχέση που είχε με την Ουάσιγκτον και η οποία έχει μετατοπιστεί υπέρ της Ελλάδας. Εσείς τι πιστεύετε;

«Οι ΗΠΑ, σε αυτή τη συγκυρία, έχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αξιοπιστία της Τουρκίας και τον ρόλο της στην ευρύτερη περιοχή. Η ενίσχυση της συνεργασίας των ΗΠΑ με την Ελλάδα αυτό υποδηλώνει. Ασφαλώς, οι σχέσεις Τουρκίας – ΗΠΑ είναι ένα σύνθετο ζήτημα όπου παίζουν ρόλο και πολλοί άλλοι παράγοντες πέρα από την Ελλάδα. Σε ό,τι μας αφορά, είναι θετικό γεγονός ότι οι σχέσεις Αθήνας – Ουάσιγκτον βρίσκονται σε πολύ καλό σημείο, καθώς και ότι ο ίδιος ο πρόεδρος Μπάιντεν έχει βαθιά γνώση της περιοχής μας και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε».

Πέραν των ΗΠΑ, παρατηρούμε μια αλλαγή στη ρητορική της Γερμανίας για την Τουρκία και έχουμε τη σταθερή υποστήριξη της Γαλλίας. Εκτιμάτε ότι θα πρέπει να υπάρξουν κυρώσεις αλλά και εμπάργκο όπλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς την Τουρκία;

«Η πείρα μου έχει δείξει ότι η θετική ατζέντα φέρνει πιο ουσιαστικά οφέλη από τη λογική “ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου”. Το είδαμε αυτό πολύ καλά την εποχή του Ελσίνκι, όταν πολλές χώρες έβαζαν μπροστά την Ελλάδα για να καλύψουν τις δικές τους επιδιώξεις ή επένδυαν στην ελληνοτουρκική ένταση για να πωλούν οπλικά συστήματα. Στην πραγματικότητα, εμείς σχεδιάσαμε και προωθήσαμε μια θετική ατζέντα για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Ευρώπη και ως αποτέλεσμα έχουμε σήμερα την Κύπρο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ούτε μπορώ να διανοηθώ πώς θα ήταν τα πράγματα για τους Κύπριους την ταραγμένη εποχή που ζούμε αν ήταν εκτός ΕΕ. Σε ό,τι αφορά το εμπάργκο όπλων, υπάρχει εδώ και χρόνια μια συζήτηση στην Ευρώπη – και ως ΥΠΕΞ την είχα υποστηρίξει – για την αποφυγή πώλησης όπλων σε χώρες που δεν σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Η Τουρκία έχει δεσμευτεί άλλωστε στην Ευρώπη σχετικά με την τήρηση των αρχών της καλής γειτονίας. Ομως, μέχρι τώρα οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση δεν έχουν φέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Θα έλεγα ότι σημασία έχουν και τα ειδικά χαρακτηριστικά των όπλων που δίνονται σε μια χώρα και καλό είναι να πιέζουμε σχετικά και με αυτό το σημείο».

Είναι πράγματι απομονωμένος ο Ερντογάν; Μπορεί κανείς να φανταστεί την Τουρκία εκτός ΝΑΤΟ, αποκομμένη από τη Δύση;

«Πρώτο ερώτημα είναι, εμείς τι θέλουμε; Τι σημαίνει για εμάς απομόνωση της Τουρκίας; Η Τουρκία δεν θα αλλάξει γειτονιά, ούτε εμείς. Αρα στόχος μας δεν είναι μια Τουρκία φοβική, επιθετική και απομονωμένη. Είναι μια Τουρκία που συμμετέχει σε ένα σύστημα αξιών που διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες. Σήμερα, ο τούρκος πρόεδρος έχει άλλον προσανατολισμό. Βλέπει μεν τη χώρα του ως μια περιφερειακή δύναμη. Προσπαθεί όμως να την κάνει χρήσιμη στη Δύση πατώντας σε δύο βάρκες, διατηρώντας ισορροπίες και συμφέροντα με άλλες δυνάμεις, όπως με τη Ρωσία και όχι μόνο. Το θέλει θεωρώντας ότι έτσι ίσως μπορέσει να αντιμετωπίσει την τεράστια οικονομική κρίση αλλά και να μειώσει την πίεση σε θέματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εδώ είναι ο ρόλος της Ελλάδας και η ευκαιρία της. Η Ελλάδα να πρωτοστατήσει για μια άλλη, διαφορετική περιφερειακή αρχιτεκτονική, που θα δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε όλες οι χώρες της περιοχής να συμβιώνουν σε πλαίσιο σεβασμού της ισχύος του διεθνούς δικαίου και όχι του δικαίου του ισχυρού. Προς αυτή την κατεύθυνση να ζητήσουμε την συνδρομή και της ΕΕ και των ΗΠΑ. Και έχουμε δυνατότητες γιατί πιστεύω ότι, όταν φτάσει η κρίσιμη ώρα, ούτε ο Ερντογάν αλλά ούτε και τα κόμματα της τουρκικής αντιπολίτευσης θα θελήσουν μια Τουρκία πλήρως αποκομμένη από την Ευρώπη».

Πιστεύετε ότι η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί σωστή τακτική έναντι της Τουρκίας ή υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης ή και αλλαγής τακτικής σε ορισμένα ζητήματα;

«Ορθά η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με ψυχραιμία τις τουρκικές προκλήσεις που κλιμακώνονται τον τελευταίο καιρό. Εδώ θα επαναλάβω πόσο κρίσιμο είναι να υπάρχουν γραμμές επικοινωνίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για να περάσουμε τους μήνες που έρχονται χωρίς απρόοπτα. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών στο υψηλότερο επίπεδο θα έπρεπε να είχε επιδιωχθεί νωρίς, από την αρχή της κυβερνητικής θητείας. Αν υπήρχε, ίσως θα είχαμε αποφύγει το σημερινό επίπεδο της έντασης. Ομως, το βασικότερο είναι, επειδή είμαστε και σε προεκλογική περίοδο, η εξωτερική πολιτική να μη γίνει αντικείμενο μικροκομματικής εκμετάλλευσης. Αυτό όμως προϋποθέτει οι έχοντες τον πρώτο λόγο, δηλαδή η κυβέρνηση, να πάρουν πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση, της ενεργού διαβούλευσης για τα θέματα αυτά».

ΠΗΓΗ: Newpost.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις26 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή