Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρίσι Σούνακ -«Eνας διπλά δοτός πρωθυπουργός βραχείας διαρκείας»

Δημοσιεύτηκε στις

Μεταξύ τραγωδίας, κωμωδίας και θεάτρου του Καραγκιόζη οι πολιτικές εξελίξεις στη Βρετανία

γράφει η Φανούλα Αργυρού*

Τα πολιτικά πράγματα στο Ηνωμένο Βασίλειο τους τελευταίους μήνες είναι τριτοκοσμικά. Μεταξύ τραγωδίας, κωμωδίας και θεάτρου του Καραγκιόζη!

Μια πρωτοφανή «εκλογική» αναμέτρηση διαρκείας παρακολουθήσαμε, για την ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος μετά τον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Boris Johnson (Μπόρις Τζόνσον). Στην συνέχεια τον δεύτερο εξαναγκασμό σε παραίτηση της Liz Truss, (Λίζ Τράς).  Με κατάληξη (μέχρι στιγμής) την «εκλογή» του ινδικής καταγωγής Rishi Sunak (Ρίσι  Σούνακ).  

Το κύριο άρθρο που ακολουθεί είναι από την ομογενειακή  «Ελευθερία» Λονδίνου που παρακολουθεί στενά τις πολιτικές εξελίξεις στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τίτλος: «Eνας διπλά δοτός πρωθυπουργός βραχείας διαρκείας».

« Μετά το απόλυτο ρεζίλεμα της βρετανικής πολιτικής ζωής, με τα όσα διαδραματίστηκαν στην εναλλαγή προσώπων στην αρχηγία του Συντηρητικού Κόμματος και, συνακόλουθα, στην πρωθυπουργία της χώρας, το Ηνωμένο Βασίλειο τυγχάνει να έχει στο κυβερνητικό τιμόνι έναν πολιτικό ο οποίος δεν έχει εκλεγεί για να είναι κυβερνήτης της χώρας από κανένα σώμα ή συγκροτημένη ομάδα.

Δεν έχει σημασία αν είναι ικανός ή όχι, εκατομμυριούχος ή… πένης, «βέρος» Βρετανός ή ινδικής καταγωγής. Το κυριότερο είναι δεν έχει καμία λαϊκή εντολή. Κατ’ αρχάς, δεν εξελέγη από το σύνολο του εκλογικού σώματος. Αν αυτό μπορεί «να ξεπεραστεί» με νομιμοφανή δικαιολογία ότι η εντολή δόθηκε στο κόμμα του το 2019, άρα θεωρείται φορέας αυτής της εντολής (πράγμα άτοπο, φυσικά), τότε πώς μπορεί να δικαιολογηθεί ότι ούτε τα μέλη του Συντηρητικού Κόμματος εξέφρασαν άποψη διά ψήφου (δεν τους άφησαν, δηλαδή), αλλά ούτε και η κοινοβουλευτική ομάδα των Συντηρητικών (οι 357 βουλευτές) ψήφισαν τον Σούνακ για πρωθυπουργό. Ήταν αναμενόμενο – αν γινόταν ψηφοφορία ανάμεσα στους βουλευτές – να κέρδιζε. Αλλά δεν έγινε ψηφοφορία λόγω των «αλχημειών» της αρμόδιας Επιτροπής 1922. Η αλλαγή του κανονισμού για υποστήριξη από 100 βουλευτές για να θέσει κάποιος υποψηφιότητα, λειτούργησε ως τροχοπέδη – εμπόδιο καλύτερα – στο να αφεθούν τα μέλη του κόμματος να ψηφίσουν. 

Αυτοί που «μαγείρεψαν» όλη αυτή την αντιδημοκρατική διαδικασία, δηλαδή οι βουλευτές του Συντηρητικού Κόμματος, ζουν σε ένα «γυάλινο κλουβί» στο κέντρο του Λονδίνου, είναι απομονωμένοι από την κοινωνία και τα προβλήματα του κόσμου. Κατά βάση, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η πολιτική τους επιβίωση και όχι το καλό της κοινωνίας, η αντιμετώπιση των προβλημάτων. Εδώ και πέντε μήνες, στο απόγειο της οικονομικής κρίσης, αυτοί ασχολούνται με μικροκομματικά παιχνίδια αντί να εγκύψουν στα προβλήματα του κόσμου, όπως κάνουν οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Δυστυχώς, αυτό είναι κατάντια. Και το πρόβλημα θα συνεχίζεται. Οι οποιεσδήποτε αποφάσεις του νέου πρωθυπουργού θα αμφισβητούνται συνεχώς, διότι δεν υπάρχει απ’ ευθείας εντολή από τον λαό.

 Η λύση είναι μία και μόνον. Άμεσα Γενικές Εκλογές στη χώρα για να εξέλθει από αυτή τη δίνη. Ο εκατομμυριούχος κύριος Σούνακ και οι «γελοιοποιημένοι» βουλευτές του κόμματός του καλά την έχουν. Προσπαθούν να επιβιώσουν πολιτικά για ακόμα 18 μήνες.

Εκτίμησή μας είναι ότι η λύση αυτή με τον ινδικής καταγωγής και προελεύσεως Σούνακ δεν θα πάει μακριά. Είναι μια θνησιγενής κατάσταση, που προόρισται να λήξει σε σύντομο χρονικό διάστημα».

Η «Ελευθερία» καλά τοποθετεί τα πράγματα. 

Ο Μπόρις Τζόνσον αφού επέβαλε κατά την διάρκεια της πανδημίας αποκλεισμό/περιορισμούς/κανονισμούς, αφέθηκε στο έλεος του και των πέριξ του,  να κάνουν όπως τους γούσταρε με… πάρτυ στο 10 Downing Street. Ενώ πολλοί γνώριζαν, πέρασαν μήνες για να βγουν αυτές οι παρανομίες στον Τύπο και να ενημερωθεί ο λαός. Τελικά  και αφού βρέθηκε ένοχος παραβιάσεων κανονισμών που ο ίδιος επέβαλε στο λαό, πλήρωσε και πρόστιμο στην Αστυνομία και αναγκάστηκε η  περιβόητη Επιτροπή 1922 να τον εξαναγκάσει με τη σειρά της σε παραίτηση.

Το ερώτημα που έκτοτε αιωρείται: Εφόσον η πρωθυπουργική κατοικία φρουρείται από όλες τις πλευρές με αστυνομικούς και όχι μόνον, και έβλεπαν το πηγαινε-ελα με ποτά και άλλες δραστηριότητες γιατί δεν καταγγέλθηκαν οι παρανομίες ενωρίτερα;

 Έτσι ξεκίνησε η ενδο-κομματική διαδικασία εκλογής νέας ηγεσίας του Συντηρητικού Κόμματος. Οι δύο επικρατέστεροι στο τέλος μιας χρονοβόρας διαδικασίας(μηνών)  κατέληξαν ο Ρίσι Σούνακ και η Λίζ Τράς. Οπόταν σύμφωνα με την διαδικασία του Συντηρητικού Κόμματος, για την τελική απόφαση το θέμα  πήγε για ψηφοφορία στα πληρωμένα μέλη του Κόμματος, περίπου 156,000. Και αφού φθάσαμε στις αρχές Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε  η ψηφοφορία με την  «εκλεκτή» των ως την  Λίζ Τράς!

Το γιατί δεν προτίμησαν τον Ρίσι Σούνακ, ο οποίος υπηρέτησε στην κυβέρνηση Τζόνσον ως Υπουργός Οικονομικών κατά την πανδημία, και γνώριζε πολύ καλά την οικονομική κατάσταση της χώρας και προειδοποιούσε κατά την προεκλογική περίοδο για τις λανθασμένες θέσεις που εξέφραζε η  Τράς ότι  θα ακολουθούσε στην οικονομία, αντί της Λίζ Τράς,  ο βίος και πολιτεία της οποίας έπρεπε να τους είχε προβληματίσει ως προς τις ανικανότητες της για την πρωθυπουργία, είναι άλλο ερώτημα. Το οποίο όμως, μπορεί να εξηγείται αν ένας θεωρήσει ότι κάποια μέλη δεν ήθελαν τον Σούνακ λόγω της καταγωγής του!

Τελικά η περιβόητη Επιτροπή 1922 των Συντηρητικών, μετά τα εγκληματικά θαλασσώματα Τράς, που  έφεραν την χώρα στο χείλος της χρεοκοπίας, βύθισαν εκατομμύρια πολίτες στη φτώχεια,  και ολόκληρο το λαό  να φορτώνεται για δεκαετίες χρέη εξ΄αιτίας της, την εξανάγκασαν και αυτήν να παραιτηθεί! Μη έχοντας άλλη επιλογή  προχώρησαν σε νέα εκλογή ηγέτη τους, (όπως έγραψε και η «Ελευθερία»)  αυτή τη φορά με μια νέα περίεργη  …διαδικασία εξπρές. Αφού όμως, «επιβράβευσαν» απαράδεκτα την εκλεκτή τους Λίζ Τράς,  για τη τραγωδία της χώρας,  με επίδομα £115,000 το χρόνο εφ΄όρου ζωής!!!!

Μάλιστα, μια φατρία των Συντηρητικών που υποστήριζαν φανατικά τον Τζόνσον και την Τράς όταν είδαν ότι οι επικρατέστεροι (στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση ήσαν ο Ρίσι Σούνακ και Πένυ Μορτρότ, έπεισαν τον Μπόρις Τζόνσον που βρισκόταν διακοπές στην Καραϊβική να επιστρέψει για να υποβάλει υποψηφιότητα με το πρόσχημα ότι μόνο εκείνος είχε λαϊκή εντολή από το 2019! Και αυτός πίστεψε και επέστρεψε, αλλά όταν δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει πέραν των 50 πάνω κάτω υποστηρικτών δήλωσε ότι δεν θα διεκδικήσει το αξίωμα και αποσύρθηκε προτού μπεί στη… κούρσα.

Τελικά λίγα μόνο λεπτά πριν την λήξη της διορίας υποβολής υποψηφιοτήτων αποσύρθηκε και η Penny Mordaunt (Πένυ Μορντόντ) και έτσι η Επιτροπή 1922 διόρισε τον Ρίσι Σούνακ ως ηγέτη των Συντηρητικών ως το μόνο υποψήφιο και ταυτόχρονα το νέο Πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου.

Αυτή είναι η κατάντια του Συντηρητικού Κόμματος που κόστισε στο λαό ένα ακατανόμαστο χρέος κάπου  £45 δις (εκ) ψηλά επιτόκια, κίνδυνο να χάσει ο λαός τις συντάξεις του, τη λίρα να καταποντίζεται  και βάλε. Και  όλα αυτά ανερυθρίαστα να ισχυρίζονται  εν ονόματι του…»εθνικού συμφέροντος»! Επειδή οι Συντηρητικοί φοβούνται όπως ο διάβολος το λιβάνι να πάνε σε γενικές εκλογές γιατί ξέρουν θα καταποντιστούν εκτός και αν ο Σούνακ καταφέρει κάποιο θαύμα.

Τελικά, ευτυχώς που βρέθηκε ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Αγγλίας,  ο άνθρωπος που τους έκατσε στο πάγκο τους…

Για να δούμε αν θα αληθεύσει η πρόγνωση της «Ελευθερίας».

*Ερευνήτρια/δημοσιογράφος

ΠΗΓΗ: ΣΗΜΕΡΙΝΗ 6/11/2022

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις38 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή