Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Νότια Κορέα είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς όπλων παγκοσμίως

Δημοσιεύτηκε στις

Πολύ ισχυρή και κερδοφόρα η αμυντική βιομηχανία της Ν. Κορέας

Του Jeremy Bogaisky

H ροή του παγκόσμιου εμπορίου όπλων ως επί το πλείστον κατευθύνεται από Δυσμάς προς Ανατολάς, με τα κράτη της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης να πραγματοποιούν το επιβλητικό 87% των εξαγωγών κατά την περίοδο 2017-2021. Φέτος, όμως, η Νότια Κορέα έδειξε ότι είναι έτοιμη να αλλάξει αυτούς τους αριθμούς.

Το καλοκαίρι του 2022, η Πολωνία συμφώνησε να αγοράσει άρματα μάχης, αυτοκινούμενα οβιδοβόλα και ελαφρά επιθετικά αεροσκάφη από τη Νότια Κορέα, συνολικής αξίας 8,8 δισ. δολαρίων. Την περασμένη εβδομάδα τα δύο κράτη πρόσθεσαν στη συμφωνία τους εκτοξευτήρες πυραύλων αξίας 3,6 δισ. δολαρίων. Είναι η πρώτη φορά που ένα μέλος του ΝΑΤΟ –εκτός της Τουρκίας– απευθύνθηκε σε πάροχο αμυντικού εξοπλισμού εκτός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας για να προμηθευθεί οπλικά συστήματα.

Η Νότια Κορέα έχει γίνει αθόρυβα η αγαπημένη επιλογή των αγοραστών όπλων παγκοσμίως, στο αποκορύφωμα μιας προσπάθειας δεκαετιών να προστατευτεί από τη Βόρεια Κορέα χτίζοντας μια εγχώρια αμυντική βιομηχανία με οικονομίες κλίμακας που δημιουργήθηκαν από τις αυξημένες εξαγωγές. Στην παγκόσμια λίστα με τους προμηθευτές όπλων, η Ν. Κορέα σκαρφάλωσε στην 8η θέση κατά την περίοδο 2017-2021 από την 31η που κατείχε το 2000, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών της Στοκχόλμης για την Ειρήνη (SIPRI). Φέτος, έχει συνάψει έως τώρα συμβόλαια για εξαγωγές ύψους 17 δισ. δολαρίων, υπερβαίνοντας κατά πολύ το προηγούμενο ρεκόρ των 7 δισ. δολαρίων το 2021, χρονιά που για πρώτη φορά η αξία των εξαγωγών ξεπέρασε εκείνη των εισαγωγών. 

Ο πρόεδρος Yoon Suk-yeol, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Μάιο, έθεσε τον περασμένο μήνα ως στόχο την είσοδο της Ν. Κορέας στους τέσσερις κορυφαίους πωλητές όπλων στον κόσμο. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι εδαφικές διεκδικήσεις του Πεκίνου στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας καθώς και οι διαρκείς συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή προσφέρουν στη Νότια Κορέα αυτή την ευκαιρία.

“Είναι η χρυσή εποχή για τους κατασκευαστές όπλων”, επισημαίνει στο Forbes ο Siemon Wezeman του SIPRI. “Οι Κορεάτες έχουν και το momentum και την κατάλληλη τεχνολογία”.

Ενώ τα κράτη της Ευρώπης αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή και να αναπληρώσουν τα οπλικά συστήματα που έστειλαν στην Ουκρανία, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι οι κατασκευαστές όπλων στις ΗΠΑ δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στη ζήτηση εξαιτίας των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και των ελλείψεων σε εργατικό δυναμικό. Οι Νοτιοκορεάτες κατασκευαστές είναι έτοιμοι να καλύψουν το κενό με οπλικά συστήματα σχεδιασμένα για κοινές επιχειρήσεις με τις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις, γεγονός που καθιστά εύκολη την ενσωμάτωση αυτών των όπλων στο ΝΑΤΟ.

Στα πλεονεκτήματα της Νότιας Κορέας συγκαταλέγεται η προσιτή τιμή και η ταχύτητα με την οποία κορυφαίες εταιρείες όπλων, όπως η Hanwha Defense, η Korea Aerospace Industries και η Hyundai Rotem, μπορούν να αποστέλλουν παραγγελίες.

Η Lockheed Martin δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το αίτημα της Πολωνίας να προσθέσει στην παραγγελία της τα πυραυλικά συστήματα HIMARS, τα οποία χρησιμοποιεί η Ουκρανία εναντίον των ρωσικών δυνάμεων επιφέροντας τους βαριά πλήγματα. Έτσι, η Πολωνία υπέγραψε συμφωνία τον Οκτώβριο για αγορά των εκτοξευτήρων πολλαπλών ρουκετών Chunmoo, που θα αρχίσουν να παραδίδονται από το 2023.

Η Hyundai Rotem λέει ότι μπορεί να παραδώσει 180 άρματα μάχης K2 στην Πολωνία μέσα σε τρία χρόνια, πέντε φορές περισσότερα άρματα μάχης Leopard 2 από όσα θα μπορούσε να παράγει η γερμανική Krauss-Maffei Wegmann στο ίδιο διάστημα, και περίπου στο μισό κόστος: 8 έως 10 δισ. γουάν (5,7 έως 7,1 εκατ. δολάρια) έκαστο.

Οι νοτιοκορεατικές εταιρείες μπόρεσαν να επιταχύνουν την παράδοση ενός μικρού αριθμού οπλικών συστημάτων στην Πολωνία για αρχή, αποσπώντας τα από την παραγωγή για τον εθνικό στρατό.

Η αύξηση των πωλήσεων της Νότιας Κορέας οφείλεται επίσης στην προθυμία της να κατασκευάζει εγχώρια αλλά και να μεταφέρει τεχνογνωσία στους αγοραστές ώστε να μπορούν να παράγουν και οι ίδιοι τα οπλικά συστήματα. Η Σεούλ θα συνεργαστεί με τη Βαρσοβία για τη δημιουργία γραμμών παραγωγής αρμάτων μάχης και οβιδοβόλων στα εδάφη της Πολωνίας μέχρι το 2026, με στόχο τις εξαγωγές σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στις αναπτυσσόμενες χώρες, η Νότια Κορέα προσφέρει ελκυστικούς όρους χρηματοδότησης των συναλλαγών, σύμφωνα με τον Wezeman. Προσφέρει αξιόπιστες εγγυήσεις και υπηρεσίες μετά την πώληση και δεν συνδέει τις πωλήσεις της με όρους και περιορισμούς χρήσης, όπως κάνουν οι ΗΠΑ. Ο Wezeman πιστεύει ότι αυτή η συνθήκη μάλλον έπαιξε καίριο ρόλο στην απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να κλείσουν μια συμφωνία αξίας 3,5 δισ. δολαρίων τον περασμένο Ιανουάριο για την αγορά συστημάτων αεράμυνας μεσαίου βεληνεκούς Cheongung II, στη μεγαλύτερη εξαγωγική πώληση της Νότιας Κορέας έως τότε και την πρώτη της σε κράτος της Μέσης Ανατολής.

Η πρόσφατη εκρηκτική αύξηση των πωλήσεων δεν οφείλεται μόνο στο προσιτό κόστος και τη διαθεσιμότητα των οπλικών συστημάτων. Η Πολωνία αξιολόγησε το άρμα μάχης K2 Black Panther της Hanwha σε σύγκριση με το αμερικανικό M1A2 Abrams (η Πολωνία αγοράζει επίσης 250 από αυτά) και το γερμανικό Leopard 2. “Βλέποντας τις επιδόσεις του K2 μετά από σειρά δοκιμών, καθώς και τον τεχνολογικό του εξοπλισμό, συμπεραίνουμε ότι είναι εξίσου καλό”, λέει ο Wezeman.

Η Νότια Κορέα άρχισε να αναπτύσσει την αμυντική της βιομηχανία τη δεκαετία του 1970 υπό τον φόβο της εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ μετά την απόσυρση των στρατευμάτων που διέταξε ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον το 1969, την οποία ακολούθησε η υποχώρηση των ΗΠΑ από το Βιετνάμ το 1975.

Οι κατασκευαστές όπλων επωφελήθηκαν από γενναιόδωρα δάνεια και φοροελαφρύνσεις και από μια ευρύτερη πολιτική που εφαρμόστηκε στη βιομηχανία της χώρας και η οποία αποσκοπούσε στο να μπει η Νότια Κορέα σε τομείς στρατιωτικής και πολιτικής σημασίας, όπως η χαλυβουργία και η ναυπηγική, επισημαίνει ο Michael Pinkston, λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Troy της Σεούλ.

Οι κορεατικές εταιρείες προχώρησαν στην παραγωγή πιο περίπλοκων οπλικών συστημάτων με σχέδια που είχαν παραχωρηθεί με άδεια από αμερικανικές εταιρείες και άλλους δυτικούς συμμάχους ή που παρήχθησαν από κοινού με αυτές ως προϋπόθεση για μεγάλες αγορές όπλων. Αλλά οι περιορισμοί των ΗΠΑ τις εμπόδισαν να εξάγουν πολλά οπλικά συστήματα.

Η ανάπτυξη των δικών της οπλικών συστημάτων συνέπεσε με μια προσπάθεια της Σεούλ –από το 2010– να αξιοποιήσει πιο επιθετικά τις ξένες αγορές.

“Τα τελευταία 10 με 15 χρόνια, η Νότια Κορέα έχει φτάσει σε ανταγωνιστικά επίπεδα τεχνολογίας με άλλες χώρες”, εξηγεί ο Wezeman.

Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας επιθυμεί να επεκτείνει την πρόσφατη επιτυχία της αμυντικής βιομηχανίας, δεδομένου ότι είναι ένας από τους λίγους τομείς στους οποίους οι εξαγωγικές πωλήσεις αυξήθηκαν φέτος εν μέσω μιας συνολικής πτώσης, λέει ο Won-Joon Jang, αναλυτής αμυντικής βιομηχανίας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Βιομηχανικής Οικονομίας και Εμπορίου της Κορέας.

Νοτιοκορεατικά οπλικά συστήματα συμμετέχουν σε διαγωνισμούς 10 χωρών, που θα μπορούσαν να αποφέρουν συμφωνίες συνολικής αξίας 25 δισ. δολαρίων σε συμβάσεις, λέει ο Jang. Μεταξύ αυτών, η Hanwha Defense θεωρείται το φαβορί για να κερδίσει τη σύμβαση για προμήθεια οχημάτων μάχης Πεζικού στον αυστραλιανό στρατό έναντι 11,5 δισ. δολαρίων. Στο μεταξύ, η Νορβηγία πρόκειται να αποφασίσει μεταξύ του K2 Panther και του γερμανικού Leopard 2 για να αντικαταστήσει τα άρματα μάχης που διαθέτει τώρα.

Η Νότια Κορέα ευελπιστεί να αυξήσει και άλλο τις πωλήσεις της, διεισδύοντας στην τεράστια αμερικανική αγορά.

Η Korea Aerospace Industries και η Lockheed Martin έχασαν από την Boeing ένα μεγάλο συμβόλαιο της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ το 2018, με το εκπαιδευτικό αεροσκάφος TA-50 που παρήγαγαν από κοινού, αλλά σχεδιάζουν να υποβάλουν προσφορά για άλλα προγράμματα της USAF και του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια.

Επιπλέον, η Hanwha Defense συνεργάζεται με την Oshkosh για να κατασκευάσει μια έκδοση του οχήματος μάχης Πεζικού της πρώτης και να συμμετέχει στον διαγωνισμό για την αντικατάσταση των στρατιωτικών οχημάτων Bradley.

Η Σεούλ ελπίζει να μειώσει τους εμπορικούς φραγμούς συνάπτοντας μια αμοιβαία συμφωνία αμυντικών προμηθειών με τις ΗΠΑ, ένα είδος συμφώνου που έχει η Ουάσινγκτον με βασικούς συμμάχους που τους επιτρέπει να αποφεύγουν τις διατάξεις περί “αγοράς αμερικανικών προϊόντων” και να συνεργάζονται στενότερα με την αμερικανική αμυντική βιομηχανία.

Ο Jang, ο οποίος συνυπέγραψε τον Οκτώβριο μια έκθεση σχετικά με το τι πρέπει να κάνει η Νότια Κορέα για να μπει στην 4άδα των κορυφαίων πωλητών όπλων παγκοσμίως, εκτιμά πως τη Σεούλ θα βοηθήσει το γεγονός ότι μερικές χώρες που βρίσκονται από πάνω της στη σχετική κατάταξη –η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία– στο εγγύς μέλλον αναμένεται να δώσουν προτεραιότητα στην αναπλήρωση των οπλοστασίων τους παρά στις εξαγωγές, ενώ η Ρωσία πιθανόν να πέσει από τη δεύτερη θέση λόγω των επιπτώσεων από τις πολεμικές της επιχειρήσεις στην Ουκρανία.

Ένας περιοριστικός παράγοντας για τη Νότια Κορέα είναι ότι μόνο πουλάει όπλα, ενώ η αγορά όπλων από τις ΗΠΑ αποτελεί συνήθως μέρος μιας ευρύτερης συνεργασίας που περιλαμβάνει τη δέσμευση στρατιωτικής και πολιτικής υποστήριξης, λέει ο Wezeman. “Οι Κορεάτες δεν θα έρθουν να σας σώσουν έαν συμβεί κάτι στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας ούτε θα σας βοηθήσουν να προωθήσετε τις διεκδικήσεις σας στην περιοχή. Αυτό το πλεονέκτημα το αποκτάτε όταν αγοράζετε από τους Αμερικανούς”.

Πηγή: Forbes

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις21 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα50 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή