Ιστορία - Πολιτισμός
Η δίκη και η εκτέλεση των Έξι: ένας ενδικοφανής φόνος με τραγικές θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις
γράφει ο Ιωάννης Β. Δασκαρόλης (πρώτη δημοσίευση σε δύο συνέχειες: ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο )
Οι αρνητικές εξελίξεις λόγω της υπογραφής της Ανακωχής των Μουδανιών και την απώλεια της Ανατολικής Θράκης αύξησαν την πίεση στην Επαναστατική Επιτροπή που έψαχνε πλέον εξιλαστήρια θύματα (1). Ετσι, παρά τις αρχικές περί του αντιθέτου δημόσιες διαβεβαιώσεις της τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τον άγγλο πρεσβευτή, η Επαναστατική Επιτροπή παρέπεμψε στις 31 Οκτωβρίου / 13 Νοεμβρίου 1922 (παλαιό και νέο ημερολόγιο) σε δίκη επί εσχάτη προδοσία, μέρος της πολιτικής ηγεσίας μετά την εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών τον Νοέμβριο του 1920. Κατηγορούμενοι ήταν οι Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, Νικόλαος Στράτος, ο τελευταίος αρχιστράτηγος της Στρατιάς Μικράς Ασίας Γεώργιος Χατζανέστης, και οι Μιχαήλ Γούδας και Ξενοφών Στρατηγός. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν οι έξι πρώτοι, έτσι η Ιστορία απαθανάτισε την αιματοβαμμένη αυτή δίκη με την εύγλωττη ονομασία «Δίκη των Εξι».
Η τιμωρία των ηγετών είχε θεωρηθεί επιβεβλημένη εξαιτίας τόσο της πίεσης πολλών ακραίων αξιωματικών με επικεφαλής τον Πάγκαλο, όσο και της οργής τμήματος της κοινής γνώμης αλλά κυρίως των προσφύγων, οι οποίοι θεωρούσαν τους αντιβενιζελικούς αποκλειστικούς υπεύθυνους για την καταστροφή τους. Ο Γονατάς στα απομνημονεύματά του παραδέχθηκε ότι η εκτέλεση έγινε για να πειθαρχήσει ο Στρατός και να αποφευχθούν γενικότερα έκτροπα στα οποία απειλούσαν να προβούν αξιωματικοί που επηρεάζονταν από τον Πάγκαλο. Επίσης μια πιθανή καταδίκη των αντιβενιζελικών κυβερνήσεων στη λαϊκή συνείδηση μεταβίβαζε και τις στρατιωτικές ευθύνες που είχαν πολλοί αξιωματικοί του Στρατού από αυτούς που οργάνωσαν τη δίκη, ενώ διέσωζε και τη στρατιωτική τους σταδιοδρομία στο μέλλον. Αλλά η δίκη είχε και σαφή πολιτική στόχευση: να τρομοκρατήσει και να απενεργοποιήσει τον αντιβενιζελισμό μέσω του αποκεφαλισμού της πολιτικής του ηγεσίας.
Η δίκη ήταν στην ουσία της ένας ενδικοφανής φόνος (2), καθώς η διαδικασία της εξελίχθηκε σε παρωδία. Η καταπάτηση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων ήταν προφανής καθώς δεν δικάστηκαν από τους φυσικούς τους δικαστές αλλά από Εκτακτο Στρατοδικείο, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 91 του τότε Συντάγματος που οι διατάξεις του δεν είχαν ανασταλεί από την Επανάσταση, απαγορευόταν η σύσταση και η λειτουργία Εκτακτων Στρατοδικείων (3). Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόσβαση σε κρατικά έγγραφα ή ακόμη και στα προσωπικά τους αρχεία και οι περισσότεροι συνέταξαν τις απολογίες τους από στήθους. Η υπεράσπιση είχε δικαίωμα να καλέσει μόνο 13 μάρτυρες – όσοι και οι μάρτυρες κατηγορίας (4) -, ενώ οι κατηγορούμενοι δεν θα είχαν δικαίωμα έφεσης σε μια δίκη που προοιωνιζόταν – βλέπε δημοσιεύματα μίσους του βενιζελικού Τύπου – την καταδίκη κάποιων εξ αυτών σε θάνατο.
Το αποτέλεσμα ήταν φανερά προαποφασισμένο, κάτι που τεκμαίρεται εύκολα από την καταστρατήγηση του νόμου στην κατάρτιση της σύνθεσης του Στρατοδικείου. Ενώ αρχικώς η επιλογή της σύνθεσης είχε ανατεθεί στον υπουργό Στρατιωτικών Χαραλάμπη, όταν οι επιλογές του θεωρήθηκαν μετριοπαθείς και δεν τις τροποποίησε, η Επαναστατική Επιτροπή με νέα απόφασή της ανέλαβε η ίδια την κατάρτιση του Στρατοδικείου, ορίζοντας αξιωματικούς που υποστήριζαν τη θανάτωση των κατηγορουμένων (5).
Το κατηγορητήριο
Το κατηγορητήριο, το οποίο αποτελούσαν 15 σημεία, συντάχθηκε από τον πολιτικό αντίπαλο των κατηγορουμένων Γεώργιο Παπανδρέου, σε συνεργασία με τον Πάγκαλο που το υπογράφει ως επικεφαλής της ανακριτικής επιτροπής. Αυτό δεν θύμιζε σε τίποτε δικονομικό έγγραφο με τη συνηθισμένη τυπική νομική ορολογία, αλλά υβρεολόγιο εναντίον πολιτικών αντιπάλων που γράφτηκε εν θερμώ (6). Σύμφωνα με τον Ζαβιτσιάνο, ήταν ένα επιπόλαιο έγγραφο που έβριθε αντιφάσεων (λ.χ. χαρακτήριζε τον Χατζανέστη ανισόρροπο, αλλά του ζητούσε ευθύνες ως κατηγορουμένου), αλλά και φανερών ανακριβειών όπως η κατηγορία για τη μη κατάληψη της Β. Ηπείρου (7).
Πρωτοφανές νομικά ήταν το γεγονός ότι το κατηγορητήριο δεν εξατομικεύτηκε ανά κατηγορούμενο για λόγους συντομίας(!) σύμφωνα με τον Επαναστατικό Επίτροπο, με αποτέλεσμα κάποιοι να μη γνωρίζουν επακριβώς τις κατηγορίες που τους αφορούσαν και μοιραία να μην ξέρουν σε ποια ζητήματα να αναφερθούν στις απολογίες τους, ενώ ο Γούδας δεν απολογήθηκε καν, θεωρώντας ότι κανένα σημείο του κατηγορητηρίου δεν τον αφορούσε. Στο πόρισμα της ανακριτικής επιτροπής που είδε το φως της δημοσιότητας στις 24 Οκτωβρίου 1922, υπήρχαν εξειδικευμένες κατηγορίες μόνο για τους Στράτο, Θεοτόκη, Στρατηγό και Χατζανέστη. Ειδικά για τον Στρατηγό προκαλεί εντύπωση ότι υπήρχαν εις βάρος του οι ακόλουθες δύο έωλες κατηγορίες: α) Ο Στρατηγός επειδή ήταν επίσημος στρατιωτικός σύμβουλος της κυβέρνησης συνεκδοχικά ευθύνεται για τις λανθασμένες αποφάσεις της και β) ότι αποπροσανατόλιζε την κοινή γνώμη αναγγέλλοντας νίκες του ελληνικού στρατού που δεν είχαν γίνει (8)! Υποτίθεται ότι για τις δύο αυτές κατηγορίες ο Ξενοφών Στρατηγός καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια δεσμά.
Ενώ όμως το κατηγορητήριο αφορούσε υποτίθεται την περίοδο διακυβέρνησης μετά τις εκλογές του 1920, στο εδώλιο βρέθηκαν μόνο οι τρεις πρωθυπουργοί της εν λόγω περιόδου από τους συνολικά Εξι, ο ένας Αρχιστράτηγος από τους δύο και τέσσερις υπουργοί από δεκάδες που είχαν θέσεις στα υπουργικά συμβούλια της περιόδου. Ενδεικτικά υπουργοί Οικονομικών είχαν διατελέσει διαδοχικά οι Νικόλαος Καλογερόπουλος (Νοέμβριος 1920 – Ιανουάριος 1921), Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (Ιανουάριος 1921 – Μάρτιος 1921, Μάρτιος 1921 – Μάρτιος 1922), Εμμανουήλ Λαδόπουλος, (Μάιος – Αύγουστος 1922), Αθανάσιος Ευταξίας (Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1922). Από τους τέσσερις παραπέμφθηκε ο δεύτερος μόνο…(9).
Το κατηγορητήριο προφανώς δεν ίσχυε ούτε τυπικά, καθώς η Μικρά Ασία δεν αποτέλεσε ποτέ τμήμα της ελληνικής επικράτειας, σε αντίθεση με την Ανατολική Θράκη της οποίας η απώλεια έγινε δεκτή από την Επανάσταση κατά τη Διάσκεψη των Μουδανιών (10), αλλά δεν αναζητήθηκαν ποτέ ευθύνες. Το κατηγορητήριο δεν ίσχυε ούτε ουσιαστικά γιατί οι κατηγορούμενοι δεν είχαν διαπράξει εσκεμμένη προδοσία ούτε κανείς άλλωστε από τους μάρτυρες κατηγορίας υποστήριξε κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος σε ύστερο χρόνο σε επιστολή του στον Τσαλδάρη ανέφερε: «Δύναμαι να βεβαιώσω υμάς με τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον ότι ουδείς των πολιτικών αρχηγών της Δημοκρατικής Παρατάξεως θεωρεί ότι οι ηγέται της πολιτικής ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920, διέπραξαν προδοσίαν κατά της πατρίδος ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν» (11).
Επίσης οι κυβερνήσεις Γούναρη – Στράτου – Πρωτοπαπαδάκη είχαν συμμορφωθεί με το ΟΧΙ στις ειρηνευτικές προτάσεις των Συμμάχων την άνοιξη του 1922, το οποίο ήταν καθολική δημοκρατική απόφαση του συνόλου των Ελλήνων και των πολιτικών δυνάμεων που τους εκπροσωπούσαν στο κοινοβούλιο. Αρα η τελική Καταστροφή που συντελέστηκε δεν μπορεί να βαρύνει αποκλειστικά μόνο τις τότε κυβερνήσεις, αφού ήταν συνολική λαϊκή απαίτηση η συνέχιση της Εκστρατείας (12) .
Η δίκη
Σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε στρατιωτικές διατάξεις το Στρατοδικείο όφειλε να είναι επταμελές, αλλά η Επανάσταση όρισε 11μελές, προβλέφθηκε συμμετοχή Επαναστατικού Επιτρόπου αλλά και δύο αναπληρωτών του, ενώ τρία αναπληρωματικά μέλη θα συμμετείχαν κανονικά στην ακροαματική διαδικασία, αλλά και στη διάσκεψη λήψης αποφάσεως, ώστε να αναπληρωθεί άμεσα η απουσία τακτικού μέλους που θα δήλωνε κώλυμα λόγω ανωτέρας βίας. Ολες αυτές οι διατάξεις που επιβλήθηκαν ανέτρεπαν τις ως τότε καθιερωμένες δικονομικές αρχές καθιστώντας το Εκτακτο Στρατοδικείο παράνομο (13). Ο ίδιος ο Γονατάς από το βήμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης το 1925 περιέγραψε με λεπτομέρεια το σκεπτικό πίσω από τη συγκρότηση του Εκτακτου Στρατοδικείου, που δεν είχε καμία νομική εγκυρότητα, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στις εκδικητικές προθέσεις της Επανάστασης (14). Αλλωστε και ο ίδιος ο Πάγκαλος που πρωταγωνίστησε στις εκτελέσεις, με επιστολή του στον Βενιζέλο στις 17/30 Οκτωβρίου 1922, περιέγραφε το στημένο της διαδικασίας προαναγγέλλοντας τη βέβαιη καταδίκη των κατηγορουμένων σε θάνατο (15).
Tο Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου, μονάδα συγκροτημένη βάσει (βενιζελικών) πολιτικών κριτηρίων και πρόδρομος των Δημοκρατικών Ταγμάτων, είχε αναλάβει τη φρούρηση του κτιρίου της Βουλής όπου θα γινόταν η δίκη αλλά και των γύρω χώρων (16). Ολες οι βάσιμες νομικές ενστάσεις της υπεράσπισης που προτάθηκαν στην αρχή της διαδικασίας απορρίφθηκαν παμψηφεί από την έδρα χωρίς δικονομικό αιτιολογικό σκεπτικό (17). Κατά την πρόοδο της δίκης το κατηγορητήριο της εσκεμμένης προδοσίας δεν αποδείχθηκε από την αλλόκοτη και παράνομη διαδικασία που ακολουθήθηκε, η οποία ολοκληρώθηκε σε μόλις 15 συνεδριάσεις. Ο άγγλος πρεσβευτής Lindley ανέφερε στον υπουργό Εξωτερικών Curzon ότι ελάχιστες από τις ερωτήσεις που δέχονταν οι μάρτυρες ήταν σχετικές με το κατηγορητήριο και ακόμη λιγότερες απαντήσεις μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές ως αποδείξεις ενοχής (18). Ο πρόεδρος της έδρας υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, δηλωμένος οπαδός της εκτέλεσης, διεξήγαγε τη δίκη με φανερή μεροληψία, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε το απαραίτητο νομικό υπόβαθρο (19). Αλλά και οι αγορεύσεις των Επαναστατικών Επιτρόπων δεν προσπαθούσαν στο ελάχιστο να κρύψουν το μίσος και την εμπάθεια.
Ο αντιβενιζελισμός προσπαθεί να αποσοβήσει τις επικείμενες εκτελέσεις
Υπέρ των εκτελέσεων, εκτός των περισσότερων βενιζελικών αξιωματούχων, τάχθηκε και η δημοκρατική πτέρυγα των Φιλελευθέρων, με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου να δηλώνει δημοσίως ότι υπήρχε ανάγκη εξαγνισμού. Εναντίον των εκτελέσεων τάχθηκαν οι μετριοπαθείς Αλέξανδρος Ζαΐμης, Παναγιώτης Δαγκλής και Γεώργιος Καφαντάρης. Σύμφωνα με τις προσωπικές μαρτυρίες των Εμμανουήλ Ρέπουλη (20) και Νικόλαου Πολίτη (21), αλλά και του βρετανού διπλωμάτη Harold Nicolson, ο Ελευθέριος Βενιζέλος από το εξωτερικό όπου βρισκόταν δεν έκανε καμία σοβαρή προσπάθεια για να ματαιώσει τις εκτελέσεις (εσκεμμένα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, καθώς ήθελε να πραγματοποιηθούν τουλάχιστον κάποιες από αυτές). Σε δεύτερο χρόνο, το 1928, ο Βενιζέλος σε ιδιωτική του συνομιλία υποστήριξε ότι όφειλαν να γίνουν μόνο δύο εκτελέσεις (του Γούναρη και του Χατζανέστη) για παραδειγματισμό, ενώ οι υπόλοιπες τέσσερις ήταν περιττές και εξέθεσαν την Ελλάδα στο εξωτερικό (22).
| Ο Ιωάννης Μεταξάς το 1922 |
Από την αντιβενιζελική πτέρυγα ο Μεταξάς αρχικά δεν αντέδρασε στις συλλήψεις των ηγετών του αντιβενιζελισμού, καθώς εμμέσως τους είχε υποδείξει μέσω του Τύπου ως υπεύθυνους της καταστροφής, ενώ και ο ίδιος προσωπικά πίστευε ότι έπρεπε να τιμωρηθούν. Ο Γεώργιος Β΄ βρισκόταν απολύτως απομονωμένος στο Τατόι περιστοιχισμένος από εχθρούς που είχαν ήδη προτείνει την άμεση εκθρόνισή του στις πρώτες επαφές τους με τον Άγγλο πρέσβη.(23) Ο Γεώργιος ουσιαστικά δεν μπορούσε να έρθει σε επαφή με κανέναν αντιβενιζελικό πολιτευτή, καθώς οι επαφές του ελέγχονταν και ως ένα σημείο καθορίζονταν από την Επαναστατική Επιτροπή. Ο Γούναρης προσπάθησε να του στείλει ένα μήνυμα μέσω του Θεόδωρου Τουρκοβασίλη στο οποίο του ζητούσε αν οι κατηγορούμενοι καταδικάζονταν να τους απονείμει χάρη και να επιμείνει μέχρι παραίτησης. Ο Τουρκοβασίλης προσπάθησε να συναντήσει τον Γεώργιο είτε φανερά είτε μυστικά για να του επιδώσει το μήνυμα, αλλά αυτό κατέστη αδύνατο. (24) Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε παραμείνει ο μοναδικός σύμβουλος του Γεώργιου με τακτικό σύνδεσμο για την μυστική επικοινωνία τους τον απόστρατο συνταγματάρχη πυροβολικού Δημήτριο Βούλτσο.(25) Άλλωστε ο Μεταξάς συνδεόταν με παλαιά προσωπική φιλία με τον Γεώργιο ήδη από το 1907 όταν είχε αναλάβει την στρατιωτική του εκπαίδευση. Μέσω του Βούλτσου, ο Μεταξάς υπέδειξε στον Γεώργιο να μην παραιτηθεί λόγω των εκτελέσεων, καθώς και δεν θα τις αποσοβούσε αλλά και θα άφηνε τη χώρα χωρίς Ανώτατο Άρχοντα σε μια κρίσιμη συγκυρία.(26)
Καθώς όμως οι εκτελέσεις έμοιαζαν επικείμενες, μετά από πολλούς προσωπικούς δισταγμούς λόγω των πολιτικών αντιπαραθέσεων που είχαν προηγηθεί, ο Μεταξάς αποφάσισε να επέμβει πιθανά και με την κρυφή παραίνεση του Γεώργιου. Έτσι, στις 3 Νοεμβρίου 1922 απέστειλε επιστολή στον Κροκιδά στην οποία αναφερόταν στον έκνομο και άδικο χαρακτήρα της δίκης, ζητώντας οι κατηγορούμενοι να έχουν τουλάχιστον δικαίωμα έφεσης και να μην εκτελεστεί άμεσα η ποινή τους, αλλά να κριθούν από την Εθνοσυνέλευση που θα πρόκυπτε μετά τις εκλογές. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι στην επιστολή του ο Μεταξάς αναφερόταν λεπτομερώς στην αντίθεσή του στην ασκηθείσα πολιτική από της μετανοεμβριανές κυβερνήσεις στην Μικρά Ασία, ανέφερε ότι δεν ήταν ομόφρων των κατηγορουμένων και ότι επιβαλλόταν να αναζητηθούν ευθύνες για την Μικρασιατική συμφορά. Επίσης είναι γεγονός ότι τόσο ο Γούναρης όσο και ο Πρωτοπαπαδάκης θεωρούσαν υπεύθυνο τον Μεταξά για τη σύλληψή τους, ενώ ο Γούναρης στο κελί της φυλακής τον χαρακτήρισε παλιάνθρωπο.(27)
Το παρασκήνιο της απόφασης του δικαστηρίου και οι εκτελέσεις
Καθώς οι εξελίξεις έδειχναν ότι τελικά θα γίνονταν οι εκτελέσεις, η κυβέρνηση Κροκιδά παραιτήθηκε για να μην αναλάβει την ευθύνη τους.(28) Τελικά η πίεση τμήματος της κοινής γνώμης, των προσφύγων, πολλών κατώτερων βενιζελικών αξιωματικών και του Πάγκαλου οδήγησαν στις 15/28 Νοεμβρίου 1922 τους Έξι μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα στο Γουδή. Ένα δραματικό παρασκήνιο εξελίχθηκε πριν την έκδοση της τελικής απόφασης, καθώς οι στρατοδίκες Ι. Γιαννικώστας, Γ. Σκανδάλης, Χ. Γραβάνης, Κ. Μαμούρης και Μ. Κανάρης ήταν αντίθετοι στην εκτέλεση όλων των κατηγορουμένων και ζητούσαν θανατική καταδίκη μόνο για τους τέσσερις (Γούναρης, Χατζηανέστης, Θεοτόκης, Στράτος), ενώ οι Α. Οθωναίος, Θ. Χαβίνης και Β. Καραπαναγιώτης ζητούσαν την εκτέλεση όλων των κατηγορούμενων.(29) Στις 2 τα ξημερώματα εισήλθε στην αίθουσα του στρατοδικείου ο Πάγκαλος ζητώντας να εκδοθεί ομόφωνη απόφαση τις επόμενες ώρες καθώς ο Διεθνής παράγοντας είχε ενεργοποιηθεί για να ματαιώσει τις εκτελέσεις, ενώ ενδιαφέρον για την τύχη των κατηγορουμένων είχε δείξει και ο Πάπας Πιος ΙΑ΄.(30) Στις 5 τα ξημερώματα επήλθε ο συμβιβασμός με την πρόσθετη καταδίκη σε θάνατο των Πρωτοπαπαδάκη και Μπαλτατζή, ενώ την απόφαση απήγγειλε με τρεμάμενη φωνή ο Οθωναίος ξεχνώντας ακόμη και να λύσει τη συνεδρίαση.
Ο επαναστατικός επίτροπος Γρηγοριάδης ανακοίνωσε την απόφαση του δικαστηρίου στους κατηγορουμένους στις 08.30, δίνοντας προθεσμία μιας ώρας στους μελλοθάνατους να αποχαιρετίσουν συγγενείς και φίλους. Στις 10.30 οδηγήθηκαν στο Γουδή για να εκτελεστούν όπου έγινε και η καθαίρεση του Χατζανέστη από κατώτερους αξιωματικούς. Όλοι οι μελλοθάνατοι επέδειξαν γενναιότητα ενώπιον του μοιραίου αποχαιρετώντας τις οικογένειες και συγγενείς τους σε ένα δραματικό σκηνικό, ενώ κατάφεραν να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους μέχρι την τελευταία στιγμή. Οι Στράτος και Πρωτοπαπαδάκης υποβάσταζαν τον Γούναρη που είχε γονατίσει λόγω της αδυναμίας του, ενώ κανένας δεν θέλησε να του δέσουν τα μάτια. Οι καταδικασθέντες σε θάνατο εκτελέσθηκαν στις 11:27΄. Τα πτώματά τους μεταφέρθηκαν με φορτηγό και υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών όπου στρατιώτες τα ξεφόρτωσαν προ ενός μικρού ναού και ακολούθως ενταφιάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.(31)
Ο απόηχος
Οι ωμές και υπό ένα πρίσμα θεώρησης, ατιμωτικές λόγω του τρόπου, εκτελέσεις των αντιβενιζελικών ηγετών προκάλεσαν κλονισμό και φρίκη στην παγκόσμια κοινή γνώμη αλλά και στην ελληνική, ακόμη και σε αυτούς που υποστήριζαν φανατικά τις εκτελέσεις. Ως την τελευταία στιγμή κανείς δεν πίστευε ότι θα γίνονταν, ενώ ομοίως οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν βέβαιοι ότι θα ματαιώνονταν. Σύμφωνα με τον βενιζελικό Αλέξανδρο Διομήδη « Ο αριθμός των εκτελέσεων υπήρξεν υπερβολικός και άδικος άνευ σταθμίσεως ακριβούς των ευθυνών, και της σημασίας των αιτίων. Εξ ου συναίσθημα αδικίας εις πολλήν κοινήν γνώμην και η αντίληψις ότι δεσπόζει εν πολλοίς αίσθημα τυφλής εκδικήσεως».(32)
Αναμφίβολα η εκτέλεση των Έξι βοήθησε την επαναστατική κυβέρνηση να επιβληθεί, καθώς σε πολύ κρίσιμες στιγμές τόσο οι γηγενείς όσο και οι πρόσφυγες πειθάρχησαν στις κυβερνητικές αποφάσεις, ενώ εξασφαλίστηκε και η ενότητα των αξιωματικών. Η εκτέλεση των Έξι χωρίς καμία αμφιβολία αποτέλεσε μια δολοφονία με δικαστικό περιτύλιγμα και το τελευταίο πειστήριο για αυτό, αποτελεί το γεγονός ότι όλοι οι βασικοί συντελεστές της εκτέλεσης (Γονατάς, Πλαστήρας, Πάγκαλος, Βενιζέλος) σε ανύποπτο χρόνο παραδέχθηκαν με δημόσιες τοποθετήσεις τους ότι οι Έξι δεν ήταν ένοχοι εσκεμμένης προδοσίας, αλλά θυσιάστηκαν για το καλό της πατρίδας. Ο Βενιζέλος ως πρωθυπουργός το 1932 πρότεινε στο ΛΚ μέσω του Δ. Μάξιμου να τελεστεί μνημόσυνο για τους Έξι στο οποίο θα προσερχόταν η ηγεσία των Φιλελευθέρων σε ένδειξη τιμής της μνήμης τους. Η πρόταση δεν απαντήθηκε ποτέ από την ηγεσία του ΛΚ.
Η εκτέλεση των Έξι αμαύρωσε την εικόνα της Χώρας, καθώς ο διεθνής Τύπος φιλοξένησε πολλά αρνητικά δημοσιεύματα όχι μόνο για τη δίκη, αλλά κυρίως για το σκηνικό της ατιμωτικής εκτέλεσης με χτυπητές λεπτομέρειες. Ομοίως επιδεινώθηκε η Διεθνής θέση της Χώρας σε μια εποχή που χρειαζόταν στενή συνεργασία με τις Μ. Δυνάμεις, λόγω των εκκρεμών διαπραγματεύσεων της Λοζάνης.(33) Η Αγγλία διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με την Ελλάδα και ο Άγγλος πρέσβης έφυγε από την Αθήνα την επομένη της εκτέλεσης. Η κυβέρνηση Γονατά είχε λάβει πολλές έγγραφες προειδοποιήσεις από τους Έλληνες πρέσβεις στην Αγγλία και στην Γαλλία για τις επιπτώσεις που θα είχαν οι εκτελέσεις στις διμερείς σχέσεις της Ελλάδας με τις δύο Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά δεν κάμφθηκε στην απόφασή της να προχωρήσει σε αυτές.(34)
Η αντιβενιζελική μεσοπολεμική κληρονομιά της εκτέλεσης των Έξι
Η εκτέλεση των Έξι εν πολλοίς μετέτρεψε τους αντιβενιζελικούς θύτες σε θύματα και αποτέλεσε μια συμβολική κληρονομιά για τον αντιβενιζελισμό που έριχνε βαριά την σκιά της κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην πολιτική ζωή της Χώρας.(35) Όταν ήρθη η λογοκρισία στον Τύπο τον Οκτώβριο του 1923 σχεδόν όλες οι αντιβενιζελικές εφημερίδες δημοσίευσαν λεπτομερή δραματικά χρονικά των εκτελέσεων, ενώ επέμειναν ακόμη και σε φρικιαστικές λεπτομέρειες για τα πνιγμένα εις το αίμα άψυχα κορμιά των εκτελεσθέντων.(36) Η δικαίωση της μνήμης των Έξι αποτέλεσε ένα σύνθημα υψηλού συμβολισμού που στοίχειωνε το μεγαλύτερο τμήμα της αντιβενιζελικής παράταξης, ενώ αποτελούσε βαριά παρακαταθήκη ακόμη και για όσους αντιβενιζελικούς προωθούσαν τον συμβιβασμό και την συνεννόηση. Ο Γεώργιος Βλάχος οκτώ χρόνια μετά την εκτέλεση έγραφε: «Η ανάμνησίς των θα κυβερνά κατ΄ ανάγκην τη σκέψη μας, και ο τρόμος της θα κυβερνά τον νουν τον κρατούντων. Οι τάφοι, εξ πλάκες, εξ άνθρωποι, εξ μέτρα μαρμάρου, έχουν εξαπλωθή πάνω εις την χώραν ολόκληρον, και δεν επιτρέπουν να σπαρούν και να βλαστήσουν εις το χώμα της τα καλά αγαθά της ειρήνης».(37) Ουσιαστικά οι εκτελέσεις λειτούργησαν και ως καθαρμός της συνείδησης των αντιβενιζελικών από τις τύψεις τους για τη Μικρασιατική Καταστροφή που έγινε επί των ημερών διακυβέρνησής τους και οδήγησε σε μια βολική αυτοθυματοποίησή τους.
Αναμφίβολα η εκτέλεση των Έξι αναζωπύρωσε τα πάθη του Εθνικού Διχασμού και πρόσθεσε άλλον ένα κρίκο στην αλυσίδα του μίσους και των παθών μεταξύ των δύο παρατάξεων. Η ηγετική ομάδα που ανέλαβε το ΛΚ δεν κατάφερε ποτέ να συνέλθει από τον αποτροπιασμό της για τις εκτελέσεις και για τον λόγο αυτό αδυνατούσε να λειτουργήσει ενωτικά και να συμφιλιωθεί με τον αντίπαλο πολιτικό κόσμο για τις επόμενες δύο δεκαετίες.(38) Συγγενείς των Έξι που πολιτεύτηκαν, όπως ο Ιωάννης (Τζων) Θεοτόκης, θα πλειοδοτήσουν στα επόμενα έτη σε αδιαλλαξία, αποκλείοντας κάθε συνεννόηση με τους δολοφόνους. Έγραφε ο Γ. Βλάχος στην Καθημερινή: « Τάφοι πελώριοι, παμμέγιστοι, νομίζει κανείς ότι ήνοιγαν την κατηραμένην εκείνην αυγήν δια να περιλάβουν όχι τα ανθρώπινα σφάγια τα οποία έστελλε μια στάσις αμαρτωλή, αλλά δια να περιλάβουν την Ελλάδα ολόκληρον, την γαλήνην της και το μέλλον της».(39) Αλλά ακόμη και αυτός ο μετριοπαθής αντιβενιζελικός Θεολόγος Νικολούδης έγραψε στην Πολιτεία: «Με τον θάνατον των Εξ εθανατώθη η πολιτική ζωή της Ελλάδος».(40) Οι τάφοι των Έξι μεταβλήθηκαν σε τόπους καθημερινού προσκυνήματος προκαλώντας την απορία των βενιζελικών πως οι υπαίτιοι μεταβλήθηκαν σε ήρωες.(41) Τα μνημόσυνα των εκτελεσθέντων τα επόμενα έτη θα αποτελέσουν πρώτης τάξεως αφορμές για αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και ευκαιρίες κομματικής εκμετάλλευσης από το ΛΚ και τους αδιάλλακτους. Στο πρώτο μνημόσυνο που έγινε στις 4 Ιανουαρίου 1923 πλήθος κόσμου μετέβη στο σημείο των εκτελέσεων ως απλός προσκυνητής αδιαφορώντας για τις απαγορεύσεις και τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Η ηρωοποίηση των Έξι βοήθησε στην επανασυσπείρωση των δυνάμεων του αντιβενιζελισμού και αποτέλεσε ισχυρό μοχλό κινητοποίησης των οπαδών του σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου.
Σημειώσεις
1 Σωτήρης Ριζάς, Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, Καστανιώτη, Αθήνα 2015, σ.337.
2 Νίκος Βασιλάτος, «Η δίκη που συντάραξε την Ελλάδα», στο συλλογικό Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των Εξι, Ιδρυμα Ιστορίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, Αθήνα 2010, σ. 61.
3 Στο ίδιο.
4 Γεράσιμος Βασιλάτος, Η δίκη και η εκτέλεση των Εξ, Αθήνα 1980, σ. 149. Ο Βασιλάτος συμμετείχε στη δίκη ως ασκούμενος δικηγόρος και πρακτικογράφος στην υπεράσπιση του Ν. Στράτου.
5 Αναστάσιος Χαραλάμπης, Αναμνήσεις, Αθήνα 1947, σ. 106-110· Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, τόμος α’, Κάκτος, Αθήνα 1997, σ. 18-19.
6 «Τα έκφυλα μορμολύκεια, άτινα περιστοιχούσι συνήθως τους Θρόνους», «μη δυνάμενοι να αντιμετωπίσουν τον γίγαντα αντίπαλο αυτών», «του αντιστρατήγου Γ. Χατζηανέστη ως Αρχιστρατήγου, γνωστού εις πάντας και εις υμάς ως ανισορρόπου διαλυτικού στοιχείου», βλ. Παύλος Πετρίδης, Οι αντιμοναρχικοί αγώνες του Γεωργίου Παπανδρέου στον Μεσοπόλεμο, (πρόλογος Ανδρέα Γ. Παπανδρέου), Γκοβόστης, Αθήνα 1993, σ. 107-117.
7 Κωνσταντίνος Γ. Ζαβιτσιάνος, Αι αναμνήσεις εκ της Ιστορικής διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθέριου Βενιζέλου όπως τις έζησε (1914-1922), τόμος Β’, Αθήνα 1946, σ. 168-171.
8 Τιμολέων Κουτσουράδης, Το χρονικό της δίκης και εκτέλεσης των Εξι, Συλλογές, Αθήνα 2020, σ. 73.
9 Χαρίκλεια Δημακοπούλου, «Το έκτακτον στρατοδικείον προς εκδίκασιν των “κατά των υπαιτίων της εθνικής καταστροφής κατηγοριών”» (1922), στο συλλογικό Η δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των Εξι, Ιδρυμα Ιστορίας του Ελευθέριου Βενιζέλου, Αθήνα 2010, σ. 99.
10 Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Η ιδεολογία του προσφυγισμού» στο: 1922 – Η μικρασιατική καταστροφή, «ΤΑ ΝΕΑ», Αθήνα 2022, σ. 178.
11 Ιδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκ. 1 Α, (έγγραφο 7/3), επιστολή Βενιζέλου προς Τσαλδάρη, 3 Φεβρουαρίου 1929.
12 Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Τα μυστήρια της Αιγηίδος (Το μικρασιατικό ζήτημα στην ελληνική πολιτική (1891-1922)), Εστία, Αθήνα 2015, σ. 367-368.
13 Lindley προς Curzon, Αθήνα 3 Νοεμβρίου 1922, αρ. 635, DBFP 1919-1939, First Series, v. XVIII, σ. 223-225.
14 Δημακοπούλου, ό.π., σ. 112.
15 Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκ. 318/39, επιστολή Παγκάλου προς Βενιζέλο, 17 Οκτωβρίου 1922.
16 Ιωάννης Β. Δασκαρόλης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β’ Ελληνικής Δημοκρατίας, Παπαζήσης, Αθήνα 2019, σ. 52-53.
17 Νίκος Βασιλάτος, ό.π., σ. 77-91.
18 Lindley προς Curzon, Αθήνα 18 Νοεμβρίου 1922, αρ. 658, DBFP 1919-1939, First Series, v. XVIII, σ. 229.
19 Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο Εθνικός Διχασμός και η κορύφωσή του – Η δίκη των Έξι, εξιλασμός ή δικαστικός φόνος;, Παττάκης, σ. 124-126.
20 Ηλίας Μπρεδήμας, Η πρώτη Ελληνική Δημοκρατία (Ιστορική έρευνα της ταραχώδους περιόδου 1922-1925), Ακμων, Αθήνα 1960, σ. 212-213.
21 Δαφνής, Η Ελλάς, τόμος Α’, σ. 24.
22 Πηνελόπη Δέλτα, Ελευθέριος Βενιζέλος (επιμέλεια Π. Ζάννας), Ερμής, Αθήνα 2002, σ. 164.
23 F.O., 371/9896, ετήσια έκθεση της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα, Bentinck προς McDonald, Αθήνα, 29 Νοεμβρίου 1923.
24 Ρεβέκκα Γαλανού – Τουρκοβασίλη, Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (Ιστορική αναφορά), Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2000, σ. 31.
25 Γεώργιος Μερκούρης, Μια αναδρομή στο παρελθόν. Ευθύνεται ο Βασιλεύς Γεώργιος για τους τουφεκισμούς;, Εθνική σημαία, Αθήνα χ.χ., σ. 6-7.
26 Στο ίδιο, σ. 18.
27 Γεώργιος Πεσμαζόγλου, Το χρονικόν της ζωής μου (1889-1979), Αθήνα 1999, σ. 125.
28 Ο Κροκιδάς συνδεόταν με παλαιά φιλία τόσο με τον Δημήτριο Γούναρη με τον οποίο τον συνέδεε και η κοινή τους θητεία στην τεκτονική Στοά της Μεγάλης Ανατολής (Ιωάννης Λουκάς, Ιστορία της ελληνικής μασονίας και ελληνική ιστορία, Παπαζήση, Αθήνα 1991, σ. 233), αλλά κυρίως με τον Παναγή Τσαλδάρη λόγω κοινής καταγωγής. Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή, Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκ. 1Α, έγγραφο 1/1, επιστολή Κροκιδά προς Τσαλδάρη, 18 Απριλίου 1911.
29 Μπρεδήμας, ό.π., σ. 243-244.
30 Ε.Λ.Ι.Α., Α.Γ.Σ., φάκ. 19.7, Βενιζέλος προς Υπουργείο Εξωτερικών, 21, Νοεμβρίου 1922.
31 Πεσμαζόγλου, ό.π., σ. 138-142.
32 Αλέξανδρος Διομήδης προς Λ. Παρασκευόπουλο 30ης Νοεμβρίου 1922, σε: Νίκος Σ. Παντελάκης, Αλέξανδρος Διομήδης [1874-1950] – Ένας αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, Αθήνα 2018, σ. 175-6.
33 The Revolutionary Committee have incurred the gravest risks in carrying out what must be regarded as an act of political vengeance at a moment when their country more than ever needs support and aid. By so doing they have gone far to destroy that sympathy which the bitter distress of Greece had aroused among the Western peoples. The effect of these executions upon her position, and upon that of her representatives, at the Lausanne Conference may be very serious. Times του Λονδίνου, 29.11.1922. άρθρο: Greece in peril.
34 Όλα τα σχετικά διπλωματικά έγγραφα βρίσκονται σε Ελληνικό Λαογραφικό Ιστορικό Αρχείο, Αρχείο Γεώργιου Στρέιτ, φάκ. 19.7, «Εκτέλεσις Υπουργών. Διπλωματικαί εκθέσεις. Τηλεγραφήματα Βενιζέλου και Πολίτου» (1922-1926).
35 «Το Λαϊκόν Κόμμα ζη δυστυχώς με τας αναμνήσεις του παρελθόντος και παραμελεί το παρόν…», βλ. Ελευθέριος Βενιζέλος, Ποιοι οι υπεύθυνοι, ό.π., σ. 49.
36 Μιλτιάδης Μάλαινος, «Οι νεκροί βγαίνουν από τους τάφους των», Χρόνος, 19.10.1923.
37 Γεώργιος Βλάχος, «Οκτώ έτη . . .», Καθημερινή, 28.11.1930.
38 Σε επιστολές του προς τον Παναγή Τσαλδάρη 3 χρόνια μετά, ο μετριοπαθής αντιβενιζελικός Δημήτριος Μάξιμος χαρακτήριζε τους βενιζελικούς ως «βδελυρούς δολοφόνους», βλ. Ι.Κ.Κ., Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκ. 1Α, έγγραφο 4/3, επιστολή Δ. Μάξιμου προς Τσαλδάρη, 6 Απριλίου 1925.
39 Γεώργιος Βλάχος, «Οκτώ έτη . . .», Καθημερινή, 28.11.1930.
40 Πολιτεία, 27.11.1924, άρθρο: «Μίαν σκοτεινήν ημέραν».
41 Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκ. 356/13, επιστολή Αποστολόπουλου προς Βενιζέλο, 2 Φεβρουαρίου 1923. Ο Αποστολόπουλος βρέθηκε τυχαία στο Γουδή στην τοποθεσία που έγιναν οι εκτελέσεις και περιγράφει την έκπληξή του στον Βενιζέλο όταν είδε πολίτες να ψάχνουν τους τάφους για να αποτίσουν φόρο τιμής.
ΠΗΓΗ: istorikathemata.com
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας