Διεθνή
ΗΠΑ και Ρωσία προδίδουν για άλλη μια φορά τους Κούρδους
Τουρκία: ΗΠΑ και Ρωσία κατανοούν την ανάγκη της να αμυνθεί κατά της τρομοκρατίας
ΗΠΑ και Ρωσία συμφωνούν, με δηλώσεις αξιωματούχων τους, ότι η Τουρκία έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τους πολίτες της από την τρομοκρατία, ανάβοντάς της ουσιαστικά το πράσινο φως για τις επιθέσεις της στη βόρεια Συρία και το βόρειο Ιράκ.
ΗΤουρκία αντιμετωπίζει τρομοκρατική απειλή στα νότια σύνορά της και έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της, σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, μεταδίδει το τουρκικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Αναντολού (στη φωτογραφία από το τουρκικό υπουργείο Αμυνας/via Reuters, επάνω, ο υπουργός Αμυνας της Τουρκίας Χουλουσί Ακάρ).
«Υφίσταται μια τρομοκρατική απειλή»
«Η Τουρκία συνεχίζει να υφίσταται μια τρομοκρατική απειλή, ιδιαίτερα στον νότο. Εχει σίγουρα κάθε δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της και τους πολίτες της», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Διευθυντής Στρατηγικής Επικοινωνίας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζον Κίρμπι.
Οι επιχειρήσεις «μπορεί», ωστόσο, «να προκαλέσουν μια αντίδραση από ορισμένους εκ των εταίρων μας μας των SDF, η οποία θα περιόριζε την ικανότητά τους να συνεχίσουν τον αγώνα κατά του ISIS», πρόσθεσε ο Κίρμπι.
«Συζητούν εποικοδομητικά»
Ρωσία και Τουρκία έχουν διαφορές στο Συριακό, τις οποίες «συζητούν εποικοδομητικά», δήλωσε από την πλευρά του ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ, σημειώνοντας την ίδια στιγμή ότι η Ρωσία κατανοεί τις ανησυχίες της Αγκυρας για την ασφάλειά της και καλεί «όλες τις πλευρές» να αποφύγουν βήματα κλιμάκωσης και αποσταθεροποίησης στην περιοχή, όπως μεταδίδει το ΚΥΠΕ.
«Υπάρχουν ορισμένες διαφορετικές αποχρώσεις στις προσεγγίσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας ως προς την κατάσταση πραγμάτων στη Συρία και ως προς το ποιες υποχρεώσεις δεν υλοποιήθηκαν από το μνημόνιο του Σότσι.
»Αυτές οι διαφορετικές αποχρώσεις, κάποτε ακόμη και διαφωνίες, επανειλημμένως συζητήθηκαν από τους δύο προέδρους», είπε ο Ντμίτρι Πεσκόφ σχολιάζοντας τη δήλωση Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί μη τήρησης των ρωσικών υποχρεώσεων για την «εκκαθάριση» του συριακού Βορρά από ένοπλους κουρδικούς σχηματισμούς, όπως είχε συμφωνηθεί το 2019.
Ο εκπρόσωπος Τύπου του ρώσου προέδρου επεσήμανε ότι «ο φιλικός, εταιρικός χαρακτήρας των σχέσεων με την Τουρκία» επιτρέπει «ανοιχτά και εποικοδομητικά» να συζητούνται αυτές οι διαφωνίες, επισημαίνοντας ότι η Ρωσία αντιμετωπίζει «με κατανόηση και σεβασμό την ανησυχία της Τουρκίας σχετικά με την κατοχύρωση της ασφάλειάς της», την οποία χαρακτήρισε «νόμιμο δικαίωμα της Τουρκίας».
«Ορισμένη αυτοσυγκράτηση»
Ταυτοχρόνως, ο κ. Πεσκόφ υπογράμμισε ότι η Μόσχα καλεί όλες τις πλευρές «να αποφύγουν βήματα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρή αποσταθεροποίηση συνολικά, γεγονός, που μπορεί να λειτουργήσει ως μπούμερανγκ και να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση πραγμάτων ως προς την ασφάλεια της περιοχής».
Λίγο πριν τα σχόλια του Κρεμλίνου το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών είχε καλέσει την Τουρκία σε «ορισμένη αυτοσυγκράτηση, ώστε να μην επιτραπεί κλιμάκωση της έντασης και μάλιστα όχι μόνο στις βόρειες και ΒΑ επαρχίες της Συρίας, αλλά και σε όλο το έδαφός της», σύμφωνα με τον ειδικό απεσταλμένο του ρώσου προέδρου για το Συριακό Αλεξάντρ Λαβρέντιεφ.
Ο ρώσος υψηλόβαθμος διπλωμάτης εκπροσωπεί τη Ρωσία στον 19ο γύρο διαβουλεύσεων στο πλαίσιο του «σχήματος της Αστάνα» (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν), που ξεκίνησαν χθες Τρίτη στην πρωτεύουσα του Καζακστάν και προανήγγειλε ότι η εργασία για «ειρηνική επίλυση του κουρδικού ζητήματος» πρέπει να συνεχιστεί.
Ο κ. Λαβρέντιεφ επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία δεν ενημέρωσε εκ των προτέρων τη Μόσχα για την έναρξη των εναέριων επιθέσεών της στο έδαφος της Συρίας και του Ιράκ, αλλά το ζήτημα θα συζητηθεί στις συναντήσεις για το Συριακό, στις οποίες εκτός των τριών χωρών-εγγυητών συμμετέχουν εκπρόσωποι της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της Συρίας, ο ΟΗΕ και οι χώρες-παρατηρητές.
Ερντογάν για αθέτηση ρωσικών υποσχέσεων
«Ελπίζουμε ότι θα πείσουμε τους τούρκους εταίρους μας να αποφύγουν τη χρήση υπέρμετρης ισχύος στο έδαφος της Συρίας», είπε ο ρώσος διπλωμάτης, προσθέτοντας ότι τα αεροπορικά χτυπήματα «προκλήθηκαν από την τρομοκρατική ενέργεια στην Κωνσταντινούπολη στις 13 Νοεμβρίου».
Κατά τον κ. Λαβρέντιεφ, η Μόσχα από την αρχή της χρονιάς έκανε παν το δυνατό, «ώστε να μην επιτρέψει μια χερσαία επιχείρηση της Τουρκίας στη Συρία και αυτό έγινε κατορθωτό να αποτραπεί», σύμφωνα με τις δηλώσεις του, που μεταδίδει το ρωσικό κρατικό πρακτορείο «ΡΙΑ-Νόβοστι».
«Θεωρούμε σημαντικό να συμφωνήσουμε τις περαιτέρω ενέργειές μας προς αυτήν την κατεύθυνση για την επίτευξη σταθερής κατάπαυσης πυρός σε ορισμένες περιοχές, διότι κατάπαυση πυρός σε όλο το έδαφος της Συρίας, στην οποία συχνά μας καλούν, είναι δύσκολο να επιτευχθεί υπό τις συνθήκες όπως διαμορφώνονται».
Κατά τις εκτιμήσεις του ρώσου ειδικού απεσταλμένου «η μάχη κατά της τρομοκρατίας θα συνεχιστεί» και οι «τρομοκρατικές οργανώσεις, όχι μόνο το Ισλαμικό Κράτος αλλά και άλλες, ποικίλων κατευθύνσεων», έχουν ενεργοποιηθεί σε κεντρικές επαρχίες της Συρίας, στον Νότο, καθώς και στα ΒΑ της χώρας.
Οι δηλώσεις Ερντογάν περί αθέτησης υποχρεώσεων της Ρωσίας στη Β. Συρία προκάλεσαν, όμως, απαντήσεις και σχόλια και από πολλούς άλλους αξιωματούχους και αναλυτές, όπως ο πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου της Κρατικής Δούμας Ολέγκ Μορόζοφ, ο οποίος είπε ότι «οι περιπολίες των εδαφών, που εγκατέλειψαν οι Κούρδοι, είναι κοινή ευθύνη, δηλαδή και της Τουρκίας μεταξύ άλλων», υπογραμμίζοντας ότι «οποιεσδήποτε βίαιες ενέργειες στην περιοχή αυτή, εάν δεν είναι αμοιβαία συμφωνημένες, είναι επικίνδυνες ως προς τις συνέπειές τους, καθώς καταστρέφουν την εύθραυστη συναίνεση και μειώνουν τη δυνατότητα πολιτικής διευθέτησης».
«Απίθανη» η χερσαία επιχείρηση
«Είναι απίθανο ότι η Τουρκία θα αρχίσει χερσαία επιχείρηση στη Β. Συρία και το Ιράκ, εν πολλοίς εξαιτίας της θέσης των εταίρων της στο “σχήμα της Αστάνα”, τη Ρωσία και το Ιράν, αλλά και τις ΗΠΑ, οι οποίοι τάσσονται κατηγορηματικά κατά μιας τέτοιας πρωτοβουλίας», εκτίμησε ο διευθυντής του ρωσικού Κέντρου Μελέτης Σύγχρονης Τουρκίας Αμούν Γκαντζίεφ, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων «ΡΙΑ-Νόβοστι».
Κατά τον Αντιπρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών της ρωσικής Ανω Βουλής (Συμβούλιο της Ομοσπονδίας) Βλαντίμιρ Ντζαμπάροφ οι ενέργειες και οι δηλώσεις Ερντογάν «έχουν στόχο την αύξηση της δημοτικότητας του αρχηγού του κράτους, καθώς η Αγκυρα χρειάζεται έναν “νικηφόρο πόλεμο”, επειδή ο Ερντογάν βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση ενόψει εκλογών».
Οπως παρατήρησε ο ρώσος γερουσιαστής στο ίδιο πρακτορείο, ο ίδιος δεν έχει ακούσει «ότι πρέπει να εκκαθαρίσουμε κάποια εδάφη από τους Κούρδους, εμείς πολεμάμε με τους τρομοκράτες, με τους Κούρδους πολεμά ο Ερντογάν», ο οποίος δεν έχει τηρήσει τις υποσχέσεις του ως προς το Ιντλίμπ, «δεν το καθάρισε από τους τρομοκράτες».
Κατά την εκτίμηση του κ. Ντζαμπάροφ «η υπόθεση δεν θα πάει πιο πέρα» (σ.σ. ως προς τις διαφωνίες με τη Ρωσία) από τις δηλώσεις Ερντογάν, αντιθέτως θα βαρύνουν στις αποφάσεις της τουρκικής ηγεσίας τα υπό σχεδίαση κοινά ενεργειακά έργα με τη Μόσχα.
«Χτυπήματα κατά του συμμάχου της»
Σύμφωνα με τον διευθυντή του Κέντρου Στρατιωτικο-Πολιτικών Ερευνών του Κρατικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας Αλεξέι Ποντμπεριόζκιν «ο Ερντογάν κατέστησε σαφές ότι θα απαντά σε οποιεσδήποτε τρομοκρατικές ενέργειες κατά της Τουρκίας, οι Κούρδοι τώρα αναμφίβολα βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ΗΠΑ, δρουν από κοινού μαζί τους, γι’ αυτό και τα χτυπήματα που κατάφερε η Τουρκία, μπορούν να αποτιμηθούν ως χτυπήματα κατά του συμμάχου της στο ΝΑΤΟ, κατά των ΗΠΑ, μεταξύ άλλων και σε εκείνα τα εδάφη που βρίσκονται στο Ιράκ», ενώ η Μόσχα θέλει πολύ να πιστεύει, γι’ αυτό και παρενέβη με δηλώσεις, ότι «δεν θα υπάρξει κλιμάκωση της σύγκρουσης».
Πηγή: Το Βήμα
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

