Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μισό αιώνα διαρκεί ο διελκιστύνδα για τα πετρέλαια με την Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Πενήντα χρόνια ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού για τα υποθαλάσσια κοιτάσματα έχει αποφέρει μόνο κόστος σε εξοπλισμούς

Η 6η Μαρτίου 1985, ημέρα Τετάρτη, χαρακτηρίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου «ιστορική ημέρα». Παρουσία των μελών του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής και Αμυνας (ΚΥΣΕΑ) ο πρωθυπουργός, που ήταν και υπουργός Aμυνας, ανακοίνωσε την αγορά 80 μαχητικών αεροσκαφών με την υπογραφή προσυμφώνου για 40 F-16 και 40 Mirage 2000.

Hταν η «αγορά του αιώνα», το πιο φιλόδοξο αμυντικό πρόγραμμα της χώρας έως τότε, που αποφασίστηκε για να καλύψει τις αμυντικές ανάγκες έως το 2000.

Το αρχικό κόστος (που ξεχείλωσε αργότερα) ήταν 200 δισ. δραχμές ή, με βάση την τότε ισοτιμία, 1,3 δισ. δολάρια (πασατέμπος για τα σημερινά δεδομένα). Ας υπενθυμίσουμε ότι το 1985 το χρέος ως ποσοστό του συνολικού εθνικού πλούτου (ΑΕΠ) ήταν μόλις το 1/4 του σημερινού.

Σχεδόν 40 χρόνια μετά, οι αγορές του αιώνα έχουν γίνει ρουτίνα. Μετά τον τσουχτερό εκσυγχρονισμό των ακατάβλητων F-16, που αποφασίστηκε πριν από 4-5 χρόνια και στοίχισε περίπου 500 εκατ. ευρώ, και την παραγγελία συνολικά 24 Rafale, κόστους (μαζί με την υποστήριξη) περί τα 3,5 δισ. ευρώ, συζητείται τώρα η απόκτηση των αμερικανικών F-35, που κοστίζουν περίπου 120-140 εκατ. ευρώ έκαστο. Μόνο το κράνος του πιλότου ενός F-35 κοστίζει 400.000 ευρώ.

Οι αμυντικές δαπάνες ήταν πάντοτε υψηλές από την ίδρυση του κράτους και συνετέλεσαν καθοριστικά στις χρεοκοπίες, όπως έχει δείξει ο ιστορικός και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών Γιώργος Δερτιλής. Εντούτοις, συχνά λησμονούμε ότι από το 1922 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν εκδηλώθηκε ελληνοτουρκική κρίση στη θάλασσα.

Τις διμερείς σχέσεις κλόνισαν τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης το 1955 και οι εντάσεις στην Κύπρο μετά την ανεξαρτητοποίησή της από τους Βρετανούς το 1960. Το Αιγαίο όμως μπήκε στο «παιχνίδι» ένα χρόνο πριν από την εισβολή στην Κύπρο και αυτό οφείλεται στην ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1973 στην περιοχή του Πρίνου.

Το «κόστος» των κοιτασμάτων

Oλες οι ιστορικές κρίσεις και οι παρ’ ολίγον πολεμικές συγκρούσεις που προέκυψαν μετά την εισβολή στην Κύπρο (1976, 1987, 1996 και 2019 έως σήμερα) είχαν ως επίκεντρο θαλάσσιες περιοχές και συμπίπτουν χρονικά με προαναγγελίες, προετοιμασίες ή απόπειρες ερευνών για κοιτάσματα που έγιναν από την ελληνική πλευρά σε ύδατα όπου η Τουρκία θεωρεί ότι προβάλλονται ασαφή κυριαρχικά δικαιώματα.

Για να μπορέσει να αντιμετωπίσει η Ελλάδα την ένταση που προκαλείται, διατηρεί τα τελευταία 50 χρόνια αμυντικές δαπάνες σχεδόν διπλάσιες ως ποσοστό του ΑΕΠ από τον μέσο όρο δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ. Δαπανούμε περίπου το 4% του ΑΕΠ κατά μέσον όρο τα τελευταία 50 χρόνια σε εξοπλισμούς, με μόνη μείωση κατά μέσον όρο λίγο κάτω από το 3% την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Με σημερινές τιμές μιλάμε για περίπου 8 δισ. ευρώ τον χρόνο, που αν πολλαπλασιαστούν επί μισό αιώνα φτάνουμε στα 400 δισ. ευρώ δαπανών για εξοπλισμούς με σημερινές τιμές (δηλαδή όσο ακριβώς είναι σήμερα το δημόσιο χρέος). Η συνολική αξία των ελληνικών κοιτασμάτων (δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης) για τα οποία γίνεται τώρα μεγάλη συζήτηση είναι περίπου 250 δισ. ευρώ με τιμές προ κρίσης.

Μπορεί να υποθέσει κανείς ότι αν η Ελλάδα είχε ειρηνικές σχέσεις με την Τουρκία, δεν θα είχε βεβαίως μηδενικές δαπάνες εξοπλισμών, αλλά δεν θα υπερέβαινε τον μέσο όρο του ΝΑΤΟ και σε αυτή την περίπτωση θα δαπανούσε σε εξοπλισμούς περίπου τα μισά.

Επομένως, η επί μισό αιώνα εκκρεμότητα επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών ήδη στοιχίζει περίπου 200 δισ. ευρώ (το μισό δημόσιο χρέος!), ποσό σχεδόν ίσο με το σύνολο των κεφαλαίων που μπορούμε να κερδίσουμε σε βάθος 2-3 δεκαετιών από τη δυνητική αξιοποίηση των κοιτασμάτων, η ύπαρξη των οποίων είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες που συντηρούν την ένταση εξαιτίας της οποίας αγοράζουμε τα όπλα.

Κούρσα εξοπλισμών

Η τριγωνική σχέση ανάμεσα στην κούρσα των εξοπλισμών, στα προγράμματα ερευνών για την ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και στις ελληνοτουρκικές κρίσεις ξεκίνησε επί χούντας. Η πρώτη συμφωνία για την έρευνα υδρογονανθράκων υπογράφηκε το 1969 ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου και στη νεοσύστατη αμερικανική εταιρεία Oceanic Explorations, η οποία διατηρεί δικαιώματα ερευνών στο Β. Αιγαίο μέχρι σήμερα. Eπειτα από τρεις αποτυχημένες γεωτρήσεις, η τέταρτη, που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1973 και ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 1974, οδήγησε στην ανακάλυψη του κοιτάσματος «Πρίνος Ι».

Aπό το 1922 δεν είχε εκδηλωθεί ελληνοτουρκική κρίση στη θάλασσα. Το Αιγαίο μπήκε στο «παιχνίδι» ένα χρόνο πριν από την εισβολή στην Κύπρο, λόγω της ανακάλυψης κοιτασμάτων πετρελαίου στην περιοχή του Πρίνου.

Η Τουρκία αντέδρασε σχεδόν αμέσως. Τον Νοέμβριο του 1973, την ίδια περίοδο με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, η Aγκυρα παραχώρησε στην εταιρεία TPAO 27 άδειες έρευνας για υδρογονάνθρακες σε περιοχές του Αιγαίου, που έως τότε δεν είχε αμφισβητηθεί ότι ανήκαν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.

Η Αθήνα αποδέχθηκε για πρώτη φορά ότι θα πρέπει να αποσαφηνιστούν τα όρια της ελληνικής και της τουρκικής υφαλοκρηπίδας. Τον Ιούνιο του 1974, ένα μήνα πριν από την εισβολή στην Κύπρο και την κατάρρευση της δικτατορίας, η Τουρκία έστειλε στο Αιγαίο το υδρογραφικό «Τσανταρλί» συνοδεία 37 πολεμικών σκαφών. Μόλις ένα μήνα πριν η Ελλάδα, υπό τον σκιώδη δικτάτορα Ιωαννίδη, υπέγραψε τις συμβάσεις για 60 αεροσκάφη Α-7 Corsair και 40 Mirage F-1C.

Οι ελιγμοί Καραμανλή

Στις αρχές του 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ήδη πρωθυπουργός για λίγους μήνες, έθεσε ως στόχο να επαναφέρει την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ μετά την εν θερμώ αποχώρηση του καλοκαιριού του 1974 λόγω της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο, αλλά και να προωθήσει την ένταξη στην ΕΟΚ.

Γνώριζε ότι η Τουρκία, που ήταν μέλος του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να θέσει βέτο και οι μεγάλες δυνάμεις να τηρήσουν ουδετερότητα, και γι’ αυτό έλαβε την πρωτοβουλία να προτείνει στην Aγκυρα την από κοινού παραπομπή του θέματος της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία αρχικά δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια των διπλωματικών επαφών διαφώνησε με την Ελλάδα. Η Ελλάδα υποστήριζε τη σύνταξη συνυποσχετικού με αντικείμενο τις διαφωνίες επί της υφαλοκρηπίδας. Η Τουρκία συζητούσε για ένα διακανονισμό που θα οδηγούσε σε μια «συνολική συμφωνία» (package deal).

Το πετρέλαιο του Πρίνου διατήρησε την αντιπαλότητα, η οποία ξέσπασε τον Αύγουστο του 1976, όταν οι Τούρκοι έστειλαν στο Αιγαίο το «Σισμίκ Ι» (γνωστό ως «Χόρα»), που παραβίασε την ελληνική υφαλοκρηπίδα μεταξύ Λήμνου και Λέσβου. Οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την ΕΟΚ είχαν ξεκινήσει μόλις λίγες ημέρες πριν, στις 27 Ιουλίου 1976, και οι Τούρκοι ήθελαν να πάρουν ένα αντάλλαγμα: Θα έπαυαν να παρεμποδίζουν την ελληνική πορεία προς την ΕΟΚ προκαλώντας εντάσεις εφόσον σταματούσαν οι ελληνικές έρευνες. Προκειμένου λοιπόν να δοθεί η διαβεβαίωση στις μεγάλες δυνάμεις ότι στο Αιγαίο επικρατεί ηρεμία και ότι η ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΟΚ μπορεί να πραγματοποιηθεί απρόσκοπτα, ο Καραμανλής συμφώνησε με τον Τούρκο πρωθυπουργό Ντεμιρέλ στο περίφημο «Πρωτόκολλο της Βέρνης», βάσει του οποίου οι δύο χώρες θα απέχουν από ερευνητικές πρωτοβουλίες σε περιοχές οι οποίες «θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις για την υφαλοκρηπίδα».

Ο στόχος του πετρελαίου δεν εγκαταλείφθηκε. Η κυβέρνηση ψήφισε τον Νοέμβριο του 1976 τον νόμο 468/1976 «περί αναζήτησης, ερεύνης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων». Παράλληλα, ο Καραμανλής ανέθεσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Πετρελαίου (BEICIP) τη σύνταξη έκθεσης για το Αιγαίο. Οι Γάλλοι πήραν όλα τα απόρρητα έγγραφα από τις έρευνες που είχαν πραγματοποιήσει οι Αμερικανοί επί δικτατορίας και έπειτα από αναλύσεις διεμήνυσαν ότι η περιοχή που έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η θέση «Μπάμπουρας», δέκα μίλια ανατολικά της Θάσου. Πρόκειται για μια θέση που βρίσκεται πέραν των 6 μιλίων από την ακτή της Θάσου, άρα δεν ανήκει στην ελληνική κυριαρχία, αφού τα χωρικά ύδατα εκτείνονται έως τα 6 μίλια. Η δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων ενός κράτους πέρα από τα 6 μίλια υπήρχε, αλλά δεν είχε ενταχθεί στο Δίκαιο της Θάλασσας. Αυτή η πρόβλεψη προστέθηκε το 1982 στη Σύμβαση του Montego Bay (η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα το 1995). Κάποιες έρευνες εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων ξεκίνησαν, αλλά ανεστάλησαν τον Ιανουάριο του 1978 με διαταγή του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (ΓΕΝ) σε εφαρμογή του άρθρου 6 του Πρακτικού της Βέρνης.

Το 1981 ο Στέφανος Μάνος ως υπουργός Ενέργειας έθεσε στο ΓΕΝ και στον υπουργό Αμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ το ερώτημα αν η αναστολή των ερευνών εξακολουθεί να ισχύει, παρά το γεγονός ότι οι συζητήσεις με την Τουρκία για την υφαλοκρηπίδα είχαν σταματήσει από το 1980. Ο Αβέρωφ απάντησε ότι οι λόγοι «ήδη εξέλιπον», με αποτέλεσμα ο Μάνος να αποφασίσει στις 24 Αυγούστου 1981 ότι οι έρευνες μπορούν να αρχίσουν εκ νέου. Παρ’ όλα αυτά, δεν επικράτησε οργασμός δραστηριότητας, αφού η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φημολογείτο ότι ετοιμαζόταν να διαπραγματευτεί εκ νέου ή ακόμη και να κρατικοποιήσει την εκμετάλλευση κοιτασμάτων. Κάποιες μυστικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν επί ΠΑΣΟΚ, αλλά σταμάτησαν έπειτα από αντιδράσεις των Τούρκων.

Από τον Πρίνο στο Λιβυκό Πέλαγος

Το 1987 το ελληνικό κράτος εξαγοράζει μερίδια ξένων εταιρειών της Κοινοπραξίας Βορείου Αιγαίου. Ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα αναζητεί διαβεβαιώσεις ότι δεν έχει αποφασιστεί επανέναρξη ερευνών, αλλά λαμβάνει την απάντηση, σε συνάντησή του στο ΥΠΕΞ με τον υφυπουργό Εξωτερικών Γιάννη Καψή, ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να κάνει όσες έρευνες θέλει. Αυτό δεν σήμαινε ότι θα ξεκινούσαν έρευνες, αλλά οι Τούρκοι έτσι το ερμήνευσαν και έστειλαν το υδρογραφικό «Πίρι Ρέις», συνοδεία πέντε τουρκικών πολεμικών, έως τα ανοικτά της Χαλκιδικής. Το πλοίο επέστρεψε στον Μαρμαρά με σκοπό να ξαναβγεί στο Αιγαίο. Ο Παπανδρέου δίνει την αίσθηση ότι θα βυθίσει το «Πίρι Ρέις» σε περίπτωση που επιστρέψει και ότι θα οδηγήσει την Ελλάδα στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας (!). Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Εντμουντ Κίλι διαβεβαιώνει την Αγκυρα ότι δεν υπάρχει ελληνικό σχέδιο ερευνών. Το «Πίρι Ρέις» δεν επιστρέφει και η κρίση εκτονώνεται. 

Τον Φεβρουάριο του 1988, στο Νταβός, ο Παπανδρέου συναντά τον Τούρκο πρόεδρο Τουργκούτ Οζάλ και συμφωνούν στη φράση «μη πόλεμος». Ο «μη πόλεμος» αποκτά περιεχόμενο με το Μνημόνιο της Βουλιαγμένης (Μάιος 1988) και το Μνημόνιο της Κωνσταντινούπολης (Σεπτέμβριος 1988), με τα οποία οι υπουργοί Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας και Μεσούτ Γιλμάζ συμφωνούν ότι η Ελλάδα δεσμεύεται ότι δεν θα πραγματοποιεί έρευνες στο Αιγαίο πέρα από τα 6 μίλια των χωρικών υδάτων (δηλαδή «φρεσκάρουν» τη Βέρνη). Στο μεταξύ, η «αγορά του αιώνα» του 1985 φέρνει στην Ελλάδα τα πρώτα F-16 με την ίδρυση της 330 Μοίρας (Κεραυνός) το 1989, η οποία έγινε επιχειρησιακή τον Απρίλιο του 1990. Ακολούθησαν άλλες τρεις παραγγελίες F-16, με πρώτη την παραγγελία άλλων 40 F-16 από την κυβέρνηση Μητσοτάκη το 1992. 

Πετρέλαιο και casus belli

Στις 23 Ιανουαρίου 1995 συζητείται στη Βουλή (και στις 8 Φεβρουαρίου 1995 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) ο νόμος 2289 που κατέθεσε στη Βουλή ο υπουργός Βιομηχανίας Κώστας Σημίτης με τίτλο «Αναζήτηση, έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων». Ο ν. 2289/95 ενσωματώνει την ευρωπαϊκή οδηγία 94/22/EC και εκσυγχρονίζει τον ν. 468/1976: Την ίδια περίοδο εισάγεται στη Βουλή η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Πρόκειται για την περίφημη σύμβαση του Montego Bay, η οποία υπογράφηκε στις 10/12/1982 (έπειτα από περισσότερα από 14 χρόνια διαβουλεύσεων μεταξύ κρατών σε όλο τον κόσμο), αλλά η έναρξη ισχύος της πραγματοποιήθηκε στις 14/11/1994. 

Η Σύμβαση κατατέθηκε προς κύρωση στην ελληνική Βουλή στις 26 Ιανουαρίου 1995, τρεις ημέρες μετά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για το «φρεσκάρισμα» του πλαισίου για τους υδρογονάνθρακες. Μπορεί να ήταν σύμπτωση, αλλά ένας προσεκτικός παρατηρητής δεν θα απέκλειε τη ύπαρξη κάποιου μυστικού σχεδιασμού. Η σύμβαση αυτή προβλέπει για πρώτη φορά ρητώς ότι ένα κράτος έχει το δικαίωμα να επεκτείνει τα χωρικά του ύδατα έως τα 12 μίλια. Η Βουλή ψηφίζει τη Σύμβαση στις 31 Μαΐου 1995 και, πριν ακόμη δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (κάτι που έγινε στις 23/6/1995 ως νόμος 2321/95), η τουρκική Εθνοσυνέλευση ψηφίζει διά βοής στις 8 Ιουνίου 1995 την εξουσιοδότηση προς την τουρκική κυβέρνηση να θεωρήσει αιτία πολέμου (casus belli) οποιαδήποτε επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. 

Σημειώνεται ότι εάν τα ελληνικά χωρικά ύδατα επεκταθούν στα 12 μίλια, τότε το μεγαλύτερο μέρος της υφαλοκρηπίδας (που έχουμε αποδεχθεί ότι βρίσκεται υπό συζήτηση ήδη από τη δικτατορία) μετατρέπεται σε ελληνικό κυρίαρχο χώρο και δεν απομένει κάποια ιδιαίτερη θαλάσσια έκταση για να συζητηθεί με την Τουρκία. Η Αγκυρα προφανώς θεώρησε ότι ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου για τους υδρογονάνθρακες συνδυάζεται με την εισαγωγή στο ελληνικό δίκαιο της σύμβασης του Montego Bay, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η επέκταση στα 12 μίλια, να λυθεί αυτομάτως και υπέρ της Ελλάδας η συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα και να ξεκινήσουν έρευνες σε περιοχές πέραν των 6 μιλίων (όπως π.χ. στη θέση «Μπάμπουρας»).

Το casus belli ανέβασε την ένταση, η οποία ξέσπασε επτά μήνες αργότερα με την κρίση των Ιμίων. Ο Κώστας Σημίτης ακολούθησε στη συνέχεια μια διπλή στρατηγική, αφενός με την αύξηση των αμυντικών δαπανών, αφετέρου με την άρση του βέτο για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Ε.Ε. – Τουρκίας με αντάλλαγμα τη συναίνεση της Τουρκίας για την παραπομπή στη Χάγη των διαφορών για την υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο (Συμφωνία του Ελσίνκι).

Το 2004 ο Κώστας Καραμανλής επέτρεψε την έναρξη ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων χωρίς παραπομπή των διαφορών στη Χάγη, διότι εκτιμούσε ότι το Ελσίνκι αναγνωρίζει κυριαρχικά δικαιώματα της Τουρκίας στο Αιγαίο (έστω κι αν πολλοί θεωρούν ότι η αναγνώριση αυτή έχει ήδη συμβεί με το Πρωτόκολλο της Βέρνης του Κωνσταντίνου Καραμανλή) και κυρίως ότι η Χάγη μπορεί να λάβει αποφάσεις για την υφαλοκρηπίδα που να μην μπορεί να αποδεχθεί η ελληνική Βουλή. 

Εκεί στον Νότο

Στις 22/8/2011 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 4001 (νόμος Μανιάτη) που «φρεσκάρει» τον νόμο Σημίτη του 1995 και με τη σειρά του έχει εμπλουτιστεί από τον πρόσφατο ν. 4994/2022. Το 2011, επί κυβερνήσεως Γιώργου Παπανδρέου, η νορβηγική εταιρεία PGS προχώρησε σε έρευνες σε ολόκληρο το Ιόνιο έως την ανατολική ακτή της Κρήτης.

Παράλληλα, τον Σεπτέμβριο του 2011, ένα μήνα μετά τη συμφωνία της Κύπρου με την αμερικανική Noble, η Τουρκία αναθέτει σε νορβηγικές εταιρείες το «σκανάρισμα» περιοχών του Νοτιοανατολικού Αιγαίου κοντά στο Καστελλόριζο, όπου φέρεται να ανακαλύπτει ενδιαφέροντα πράγματα. Η συζήτηση περί υδρογονανθράκων άρχισε να «ανάβει» περισσότερο γιατί εκείνη την περίοδο πραγματοποιήθηκαν σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις που κατέστησαν εφικτές τις εξορύξεις σε μεγάλα βάθη. Μέχρι τότε το ενδιαφέρον περιοριζόταν το πολύ έως τα 500 μέτρα βάθος. 

Η ελληνική οικονομική κρίση, αλλά και οι χαμηλές τιμές του πετρελαίου και του αερίου, εξασθένισαν τους ρυθμούς προόδου, ωστόσο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, πάλι με τον Γιάννη Μανιάτη υπουργό Ενέργειας, προχώρησε τα πράγματα.

Η κυβέρνηση Τσίπρα με τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες της περιφρόνησε τους ενεργειακούς θησαυρούς. Κι έτσι φθάσαμε στο 2019, όπου οι μετέχοντες στην ενεργειακή συζήτηση αδημονούσαν να αναλάβει νέες πρωτοβουλίες η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Στις 30 Οκτωβρίου 2019, σε κλειστή συζήτηση του think tank «Κύκλος» του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο διευθύνων σύμβουλος των ΕΛΠΕ Γιάννης Γρηγορίου παρουσίασε slide (που έμοιαζε σαν υπερηχογράφημα εμβρύου) με το κοίτασμα «Τάλως» νοτίως της Κρήτης, λέγοντας ότι πρέπει επιτέλους να αναληφθούν πρωτοβουλίες. Λίγες ημέρες αργότερα η Τουρκία ανέλαβε την πρωτοβουλία να υπογράψει με τη Λιβύη το τουρκολιβυκό μνημόνιο, που δεν αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα στην Κρήτη πέρα από τα χωρικά ύδατα των 6 μιλίων. Παράλληλα, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2020 το «Ορούτς Ρέις» έφθασε έως 6 μίλια από το Καστελλόριζο.

Ο χάρτης της «Γαλάζιας Πατρίδας» έρχεται να ενώσει όλα τα παραπάνω σε μια ενιαία τουρκική αφήγηση, βάσει της οποίας κανένα ελληνικό νησί δεν έχει υφαλοκρηπίδα και υφαλοκρηπίδα διαθέτει μόνο η ελληνική ηπειρωτική ακτή, η οποία σταματάει στο μέσο του Αιγαίου. 

Προ ημερών η κυβέρνηση Μητσοτάκη με δύο NAVTEX αμφισβήτησε στην πράξη το τουρκολιβυκό μνημόνιο και παραχώρησε  την άδεια στην ExxonMobil να πραγματοποιήσει για 30 ημέρες έρευνες σε περιοχές νοτιοδυτικά και δυτικά της Κρήτης. Παράλληλα, οι στρατηγικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ και οι παραγγελίες νέων όπλων, όπως τα καταδιωκτικά Rafale και οι φρεγάτες FDI Belharra, εντάσσονται στο ίδιο τρίπτυχο –κοιτάσματα, κρίσεις, εξοπλισμοί– που αυτοτροφοδοτείται στο διηνεκές τα τελευταία 50 χρόνια.

Ελληνοτουρκικά: Η οδύσσεια των υδρογονανθράκων-1

Ελληνοτουρκικά: Η οδύσσεια των υδρογονανθράκων-2

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO16 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός17 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις17 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO17 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή