Αναλύσεις
Προκόπης Παυλόπουλος: Το ζήτημα του νομικού καθεστώτος των Μειονοτήτων
Πτυχές της καθοριστικής συμβολής του Ελευθερίου Βενιζέλου
ως προς την διατύπωση και την τελική σύναψη
της Συνθήκης της Λωζάνης:
Το ζήτημα του νομικού καθεστώτος των Μειονοτήτων
του
Προκοπίου Παυλοπούλου
τέως Προέδρου της Δημοκρατίας
Τακτικού Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών
Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ
Ομιλία
στο πλαίσιο του Διεθνούς Συνεδρίου
με θέμα:
«Από τις Σέβρες στη Λωζάννη»
που οργάνωσαν, από κοινού, το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και την Δημοκρατία και
το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος»
Αθήνα, 16.12.2022
Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με το κορυφαίο πολιτικό του ήθος και το εμβληματικό διεθνές κύρος του διαδραμάτισε καταλυτικό, κυριολεκτικώς, ρόλο ως προς την διατύπωση και την τελική σύναψη της Συνθήκης της Λωζάνης, συμμετέχοντας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης μεταξύ 1922 και 1923.
Α. Με «χαίνουσες» ακόμη τις Εθνικές μας πληγές από την Μικρασιατική Καταστροφή και την φρικτή Γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, η τριμελής ηγεσία της Επαναστατικής Επιτροπής -η οποία, στο μεταξύ, είχε αναλάβει τις τύχες του Τόπου υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης- που αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς και ο υποπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς, απευθύνθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Βάζοντας, ως αυθεντικός πολιτικός Ταγός και πραγματικός Πατριώτης που «επιστρατεύεται» κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες συνθήκες, στο περιθώριο την πικρή εμπειρία του εντελώς πρόσφατου παρελθόντος, ο θριαμβευτής της Συνθήκης των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920 και ουσιαστικός διαμορφωτής της, σύμφωνα με αυτήν, «Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε Θαλασσών» δέχθηκε, ανεπιφυλάκτως, να εκπληρώσει εκ νέου το Εθνικό Χρέος του για την «ανασύνταξη» της υπό κατάρρευση Πατρίδας. Δίχως ψευδαισθήσεις, αλλά με τον υπερήφανο και ανεπιτήδευτο ρεαλισμό μεγάλου ηγέτη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσήλθε επικεφαλής της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στην Συνδιάσκεψη της Λωζάνης για να περισώσει ό,τι ήταν δυνατό από το υπό διάλυση, άλλοτε λαμπρό, «οικοδόμημα» της Συνθήκης των Σεβρών.
Β. Καθ’ όλη την διάρκεια της Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, από την 1η Νοεμβρίου 1922 έως την 24η Ιουλίου 1923, ο Ελευθέριος Βενιζέλος «ξεδίπλωσε», με μεγάλη διεθνή απήχηση, το κύρος του, τις γνώσεις του και ιδίως τις εμπειρίες του για όλα τ’ «ανοικτά μέτωπα» της Ελλάδας. Μ’ έμφαση στα ζητήματα των συνόρων μας, των Νησιών του Αιγαίου, της αποτελεσματικής προστασίας του Πατριαρχείου, της αντίκρουσης των περί πολεμικών αποζημιώσεων εξωπραγματικών τουρκικών αξιώσεων και του ολοκληρωμένου καθορισμού του νομικού καθεστώτος των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία αντιστοίχως. Καίτοι η επιτυχία του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν, υπό τις τραγικές περιστάσεις της εποχής, οφθαλμοφανής, ο ίδιος απέφυγε κάθε θριαμβολογία, με πλήρη επίγνωση ότι ο «γολγοθάς» δεν είχε τελειώσει για την Πατρίδα. Ενδεικτικό είναι ότι αμέσως μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, την 24η Ιουλίου 1923, μεταξύ της Ελλάδας, της Τουρκίας και των Συμμάχων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τηλεγράφησε στους Νικόλαο Πλαστήρα και Στυλιανό Γονατά: «Ευχαρίστως αγγέλω υμίν ότι σήμερον, μεταμεσημβρίαν, εις την μεγάλην αίθουσαν του Πανεπιστημίου Λωζάννης, υπεγράφη η Συνθήκη της Ειρήνης μετά πασών των σχετικών συμβάσεων, δηλώσεων και πρωτοκόλλων. Η Συνθήκη αύτη, συναφθείσα μετά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν, δεν σημαίνει, ατυχώς, Ελληνικόν θρίαμβον. Αλλά η Επανάστασις δύναται να είναι υπερήφανος ότι αναδιοργανώσασα Εθνικόν Στρατόν έδωκε τα μέσα εις την Αντιπροσωπείαν της να επιτύχη την συνομολόγησιν εντίμου ειρήνης, ήτις επιτρέπει εις την Ελλάδα να επιστρέψη εις τα έργα ειρήνης και να αφοσιωθή εις το έργον της εσωτερικής περισυλλογής.»
Ι. Οι περί των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία ρυθμίσεις των διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης
Η περαιτέρω ανάλυση θα επικεντρωθεί, πρωτίστως, στο ζήτημα Μειονοτήτων εντός των ορίων της Ελλάδας και της Τουρκίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης. Και στο σημείο αυτό διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι το σημαντικότερο επίτευγμα του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν εκείνες οι ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθορίζουν ότι η μεν Μειονότητα στην Ελλάδα είναι Θρησκευτική, ήτοι Μουσουλμανική, ενώ η Μειονότητα στην Τουρκία είναι Εθνική, ήτοι Ελληνική. Και με δεδομένο ότι, όπως η Ελλάδα -και όχι μόνο- έχει καταστήσει urbi et orbi σαφές, από την ίδια την νομική φύση της η Συνθήκη της Λωζάνης δεν καταργείται ούτε αναθεωρείται, περαιτέρω συνάγεται, με σαφήνεια, πως οι διατάξεις της ισχύουν και θα ισχύουν, στο ακέραιο, μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, άρα και έναντι της Τουρκίας. Αυτή δε η διαρκής και αδιάλειπτη ισχύς της Συνθήκης της Λωζάνης επιτρέπει, ανά πάσα στιγμή, να κριθούν αλλά και να συγκριθούν, αντιστοίχως, η στάση της Ελλάδας καθώς και η στάση της Τουρκίας ως προς την εφαρμογή της, από την έναρξη της ισχύος της έως σήμερα.
Α. Η Σύμβαση της 30ής Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και οι έννομες συνέπειές της ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων
Της Συνθήκης της Λωζάνης προηγήθηκε, πάντοτε στο πλαίσιο της κατά τ’ ανωτέρω Συνδιάσκεψης της Λωζάνης, η Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών -μετά του σχετικού Πρωτοκόλλου- η οποία υπογράφηκε, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, την 30ή Ιανουαρίου 1923.
-
Κρίσιμες, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων στην Ελλάδα και στην Τουρκία, είναι οι διατάξεις της ως άνω Σύμβασης που εμπεριέχονται στα άρθρα:
α) 2, σύμφωνα με τις οποίες: «Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν: α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912. Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου.
β) 3, σύμφωνα με τις οποίες: «Οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι, οι εγκαταλείψαντες ήδη από της 18ης Οκτωβρίου 1912 τα εδάφη, ων οι Έλληνες και Τούρκοι κάτοικοι θέλουσιν αμοιβαίως ανταλλαγή, θα θεωρηθώσι περιλαμβανόμενοι εν τη ανταλλαγή τη προβλεπομένη εν τω 1 άρθρω.
γ) 5, σύμφωνα με τις οποίες: «Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων των άρθρων 9 και 10 της παρούσης Συμβάσεως, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και αι απαιτήσεις των εν Τουρκία Ελλήνων ή των εν Ελλάδι Μουσουλμάνων, ουδόλως θέλουσι θιγή συνεπεία της γενησομένης δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως ανταλλαγής.
2. Οι προμνημονευόμενες διατάξεις της Σύμβασης περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών αποτελούν, έκτοτε, αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης της Λωζάνης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις:
α) Του άρθρου 19 της Σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τις οποίες: «Η παρούσα Σύμβασις θα έχη το αυτό κύρος και την αυτήν ισχύν έναντι των ώδε Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, ωσεί περιελαμβάνετο αύτη εν τη Συνθήκη Ειρήνης, ήτις θέλει συναφθή μετά της Τουρκίας. Η ισχύς ταύτης άρξεται αμέσως μετά την επικύρωσιν της ειρημένης Συνθήκης παρά των δυο υψηλών Συμβαλλομένων Μερών».
β) Του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, σύμφωνα με τις οποίες: «Η συνομολογηθείσα την 30ην Ιανουαρίου 1923 μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας ειδική Σύμβασις περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών θα έχη μεταξύ των δύο τούτων Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών την αυτήν ισχύν και κύρος, ως εάν περιελαμβάνετο εν τη παρούση Συνθήκη».
Β. Η γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης της 30ής Ιανουαρίου 1923 περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών και της Συνθήκης της Λωζάνης, ως προς το ζήτημα των Μειονοτήτων
Από την γραμματική και τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 142 της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της και τις ρυθμίσεις των διατάξεων των προμνημονευόμενων άρθρων 2,3 και 5 της Σύμβασης περί ανταλλαγής Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών της 30ής Ιανουαρίου 1923, συνάγεται, και μάλιστα ανενδοιάστως, ότι:
-
Οι διατάξεις αυτές προέβλεψαν, μεταξύ άλλων, και την ανταλλαγή των Μειονοτήτων.
α) Με την έννοια της αμοιβαίας μετεγκατάστασης Τούρκων υπηκόων, Ελληνικού Ορθόδοξου Θρησκεύματος, στην Ελλάδα και Ελλήνων υπηκόων, Μουσουλμανικού Θρησκεύματος, στην Τουρκία.
β) Όμως, η Συνθήκη της Λωζάνης εξαίρεσε, ρητώς, από την ρύθμιση αυτή τόσο τους Μουσουλμάνους μόνιμους κατοίκους της Δυτικής Θράκης, όσο και, τους Έλληνες μόνιμους κατοίκους της Περιφέρειας της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, εγκατεστημένων στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918.
2. Εκ τούτων συνάγεται, επίσης ανενδοιάστως, και ότι:
α) Οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης συνιστούν αμιγώς «Θρησκευτική Μειονότητα» και είναι, κατά πάντα, Έλληνες ως προς την ιθαγένειά τους. Επέκεινα:
α1) Αφενός μπορούν να διεκδικήσουν, με κάθε νόμιμο μέσο, την ακώλυτη άσκηση και όλων, ανεξαιρέτως, των δικαιωμάτων που, κατά το Σύνταγμά μας, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο, αναγνωρίζονται στα μέλη Θρησκευτικών Μειονοτήτων. Κυρίως δε τα δικαιώματα, τα οποία σχετίζονται με την Θρησκευτική Ελευθερία και την συνακόλουθη απόρριψη κάθε μορφής αντίθετων προς αυτή διακρίσεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν, αμέσως ή εμμέσως, ιδίως σε παραβίαση της αρχής της Ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος) και των γενικών ρητρών του σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος) και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος).
α2) Αφετέρου, όμως, δεν μπορούν να διεκδικήσουν την υπεράσπιση δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων η οποία, αμέσως ή εμμέσως, θα έθετε εν αμφιβόλω την Ελληνική ιθαγένειά τους. Πολλώ δε μάλλον δικαιωμάτων ή έννομων συμφερόντων που θα ήταν σε θέση, και πάλι αμέσως ή εμμέσως, ν’ αλλοιώσουν την φύση της ως αμιγώς Θρησκευτικής Μειονότητας, προσδίδοντάς της χαρακτηριστικά Εθνικής Μειονότητας, π.χ. Τουρκικής Μειονότητας.
β) Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918, είναι μέλη αμιγώς Εθνικής Μειονότητας. Επέκεινα, το Κράτος της Τουρκίας:
β1) Δεν νομιμοποιείται, κατ’ ουδένα τρόπο, να τους απαγορεύει, αμέσως ή εμμέσως, την καθ’ οιονδήποτε τρόπο επίκληση της Ελληνικής τους καταγωγής και την υπεράσπιση των κάθε είδους δικαιωμάτων ή και έννομων συμφερόντων, τα οποία συνδέονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με την ως άνω επίκληση.
β2) Επίσης δεν νομιμοποιείται, και πάλι κατ’ ουδένα τρόπο, να προβαίνει, με απώτερο σκοπό την «στόχευση» της Ελληνικής τους καταγωγής, σε διακρίσεις ή, a fortiori, σε διώξεις εις βάρος τους κατά την άσκηση των κάθε είδους δικαιωμάτων, τα οποία τους αναγνωρίζει το Σύνταγμα της Τουρκίας και, κυρίως, το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, καθ’ ό μέτρο τούτο επηρεάζει εν προκειμένω και την Έννομη Τάξη της Τουρκίας, λόγω των Ευρωπαϊκών της δεσμεύσεων κατά την, όποια έως σήμερα, ενταξιακή της πορεία και προοπτική.
ΙΙ. Η διαχρονική πορεία εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης, αναφορικά με τις περί Μειονοτήτων διατάξεις της, από την Ελλάδα και την Τουρκία αντιστοίχως
Η ανάλυση του όλου κανονιστικού πλαισίου των περί Μειονοτήτων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία προηγήθηκε, επιτρέπει, με μεγάλη θεσμική αλλά και πολιτική ευχέρεια και ακρίβεια, την ως σήμερα αποτίμηση του κατά πόσον η Ελλάδα και η Τουρκία σεβάσθηκαν η μεν πρώτη τις υποχρεώσεις της έναντι της Θρησκευτικής Μειονότητας των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, η δε δεύτερη τις υποχρεώσεις της έναντι της Εθνικής Μειονότητας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία προ της 30ής Οκτωβρίου 1918. Ειδικότερα:
Α. Η συμπεριφορά της Ελλάδας.
Σε ό,τι αφορά την Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης -η οποία, ας σημειωθεί, περιλαμβάνει και Πομάκους, καθώς και Ρομά- η Ελλάδα έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο πλήρως σύμφωνο με την Συνθήκη της Λωζάνης αλλά και με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το εν γένει Διεθνές Δίκαιο, ως προς τα κάθε είδους Δικαιώματα των Μειονοτήτων, θρησκευτικά ή μη. Εξ ου και η Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης όχι μόνο δεν έχει απομειωθεί αλλά, όλως αντιθέτως, ευημερεί και αυξάνεται, αφού από τα 110.000 μέλη κατά το 1923 – χρόνο σύναψης της Συνθήκης της Λωζάνης – σήμερα αριθμεί περί τα 130.000 μέλη. Τα όσα δε ισχυρίζεται περί του αντιθέτου η Τουρκία, όσον αφορά τα ζητήματα αφενός των Μουφτήδων και, αφετέρου, του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού, είναι παντελώς έωλα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, και από τα εξής:
1. Το καθεστώς του Μουφτή.
Το νομικό καθεστώς του Μουφτή διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 137 επ. του ν. 4964/2022 (ΦΕΚ, Α΄, 30.7.2022), με τις οποίες επήλθε ουσιώδης εκσυγχρονισμός της οργάνωσης και λειτουργίας των Μουφτειών Θράκης. Όπως συνέβαινε και κατά την προϊσχύσασα νομοθεσία, έτσι και κατά τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 3 του ως άνω νόμου ο Μουφτής είναι δημόσιος υπάλληλος. Και μάλιστα δημόσιος υπάλληλος που κατέχει θέση προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης.
α) Ειδικότερα, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4964/2022, ο Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 156).
α1) Του διορισμού αυτού προηγείται δημόσια προκήρυξη (άρθρο 151), σύνταξη καταλόγου υποψηφίων (άρθρο 152) και διατύπωση απλής αιτιολογημένης γνώμης –χωρίς συγκριτική αξιολόγηση– για τα προσόντα, κωλύματα, ασυμβίβαστα και την επάρκεια των υποψηφίων, από Συμβουλευτική Επιτροπή εκ 33 μελών, Ελλήνων πολιτών της Μουσουλμανικής Μειονότητας Θράκης (άρθρα 153-155). Ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επιλέγει, κατά διακριτική ευχέρεια, εφόσον όμως αυτός έχει τα κατά νόμο προσόντα, τον Μουφτή μεταξύ των υποψηφίων, ως προς τους οποίους γνωμοδότησε η αρμόδια Συμβουλευτική Επιτροπή.
α2) Ο Μουφτής δεν είναι μόνο θρησκευτικός λειτουργός. Είναι και δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά τις διατάξεις του άρθρου 146 παρ. 8 έχει συγκεκριμένη δικαιοδοσία επί διαφορών που εισάγονται ενώπιόν του, εφόσον το ζητήσουν τα διάδικα μέρη αποδεχόμενα και την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου για την επίλυσή τους. Πρόκειται, κυρίως, για διαφορές οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, ειδικότερα δε για διαφορές επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών, εποπτειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και εξ αδιαθέτου διαδοχής. Οι δικαιοδοτικής φύσης αποφάσεις του Μουφτή πρέπει, για να παράγουν δεδικασμένο και εκτελεστότητα, να κηρυχθούν προηγουμένως εκτελεστές από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου εδρεύει ο Μουφτής.
β) Από το γράμμα και το πνεύμα των προμνημονευόμενων διατάξεων προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων αρμοδιοτήτων του – κατά βάση θρησκευτικής φύσης- ο Μουφτής εξακολουθεί ν’ ασκεί, εντός της Ελληνικής Έννομης Τάξης, και δημόσιου δικαίου καθήκοντα. Και για την ακρίβεια καθήκοντα δικαιοδοτικής υφής – καθήκοντα «ιεροδίκη»- ανάλογα μ’ εκείνα των τακτικών δικαστηρίων. Άρα, ως προς αυτά τα καθήκοντα ο Μουφτής είναι όργανο του Ελληνικού Κράτους, το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία.
β1) Κατά τούτο ορθώς ο Μουφτής διορίζεται, επί θητεία (πενταετή), υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 143 επ. του ν. 4964/2022, κατά τ’ ανωτέρω. Αυτό δε είναι απολύτως σύμφωνο με το Σύνταγμά μας, με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αλλά και με το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο έχει καταστεί μέρος της Έννομης Τάξης μας. Πραγματικά, στην θεωρία αλλά και στην πράξη του Δημόσιου Δικαίου γίνεται καθολικώς δεκτό ότι τα όργανα του Κράτους, τα οποία ασκούν οιασδήποτε μορφής δημόσια εξουσία, διορίζονται από τις κατά νόμο οριζόμενες αρχές. Μόνο δε μέσω της πράξης διορισμού τούς εκχωρείται νομίμως το μέρος δημόσιας εξουσίας, το οποίο μπορούν ν’ ασκήσουν. Συνακόλουθα, η πράξη διορισμού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αφενός οριοθετεί επακριβώς την έκταση της παραχωρούμενης στα όργανα αυτά δημόσιας εξουσίας και, αφετέρου, τα νομιμοποιεί ως προς την κατά το Σύνταγμα άσκησή της. Εκλογή οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας και της Δικαστικής Εξουσίας είναι κατά το Σύνταγμά μας νοητή και επιτρεπτή, εκτός των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου που η αυτοδιοίκησή τους κατοχυρώνεται συνταγματικώς (π.χ. ΟΤΑ, ΑΕΙ), μόνο στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας σωματειακής μορφής νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου – κλασικό παράδειγμα οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και άλλοι, ανάλογης υφής, επαγγελματικοί σύλλογοι – και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, αλλά μόνον εφόσον αποτελούν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μέρος του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα.
β2) Συνεπώς, κατά το Σύνταγμα εκλογή του Μουφτή από ένα είδος «λαϊκής βάσης» δεν είναι επιτρεπτή. Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Τουρκίας είναι παντελώς αυθαίρετοι -ας μην παραβλέπεται το γεγονός ότι ούτε στην ίδια την Τουρκία υπάρχει οργανωμένο καθεστώς εκλογής Μουφτή- πράγμα το οποίο σημαίνει, αυτοθρόως, ότι οι «εκλεγμένοι μουφτήδες» στην Ελληνική Θράκη δρουν παρανόμως, ήτοι εκτός των ρυθμίσεων του Ελληνικού Συντάγματος και της εκτελεστικής του νομοθεσίας, και επομένως δεν αναγνωρίζονται από το Ελληνικό Κράτος. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί της Τουρκίας ότι η Ελλάδα πρέπει να προβεί, ως προς τον Μουφτή, σε πλήρη διαχωρισμό μεταξύ «θρησκευτικού λειτουργού» και «ιεροδίκη», όχι μόνο συνιστούν ωμή και παράνομη επέμβαση στο εσωτερικό της Ελληνικής Έννομης Τάξης και, κατά συνέπεια, στις αρμοδιότητες του Ελληνικού Κράτους. Αλλά, επιπροσθέτως, τυχόν αποδοχή τους θα οδηγούσε σε πλήρη σύγχυση ως προς τις αρμοδιότητες του Μουφτή, η οποία θ’ απέβαινε εις βάρος αυτού τούτου του κοινού αισθήματος της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη, με ό,τι αυτό θα μπορούσε να συνεπάγεται για την ειρηνική διαβίωση στο εσωτερικό της Μειονότητας. Αυτή δε η τελευταία διαπίστωση καθιστά ακόμη πιο ύποπτη την εμμονή της Τουρκίας σε τέτοιες, παντελώς αβάσιμες, αιτιάσεις, όταν μάλιστα υπό το σημερινό καθεστώς του Μουφτή η κοινωνική ζωή της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Ελληνική Θράκη είναι απολύτως ομαλή και αρμονική, παρά τα κατά καιρούς θρασύτατα και εντελώς παράνομα «απονενοημένα διαβήματα» των τουρκικών αρχών και των «φερέφωνών» τους κυρίως εντός του τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής.
2. Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
Η Ελλάδα ενεργεί, πάντοτε, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο και ως προς το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι όσων μελών της Μουσουλμανικής Μειονότητας διεκδικούν, με προφανείς στοχεύσεις και δρώντας καταφανώς παρανόμως, την ίδρυση σωματείων στην βάση της λεγόμενης «συλλογικής τουρκικής εθνοτικής ταυτότητας».
α) Συγκεκριμένα δε, τα αρμόδια όργανα της Ελληνικής Πολιτείας αποφασίζουν με βασικό γνώμονα την Συνθήκη της Λωζάνης, πρωτίστως με βάση την προαναφερθείσα πρόβλεψή της ότι ειδικώς η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς Θρησκευτική Μειονότητα. Επιπλέον, τα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας λαμβάνουν υπόψη, ως άλλωστε οφείλουν, εν προκειμένω και όλες τις συνταγματικώς, αλλά και από πλευράς Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου, καθιερωμένες ρυθμίσεις, ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις της εν γένει άσκησης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Γεγονός το οποίο, δυστυχώς, δεν θέλουν ν’ αποδεχθούν και να κατανοήσουν ορισμένα μέλη της Μουσουλμανικής Μειονότητας που δεν μπορούν να κρύψουν τα πραγματικά τους κίνητρα. Δοθέντος ότι συμπεριφέρονται ως εάν δεν γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Ελλήνων Πολιτών εν γένει, όταν προσφεύγουν π.χ. ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με αντικείμενο την άσκηση ουσιαστικών δικαιωμάτων, όπως είναι και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.
β) Την ακρίβεια της κατά τ’ ανωτέρω διαπίστωσης καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του ν. 4491/2017, καθ’ ό μέτρο τροποποίησαν και τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα:
β1) Κατά τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4491/2017: «Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια ως εξής: “Η αίτηση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης του πρώτου εδαφίου επιτρέπεται, επίσης, μετά την έκδοση οριστικής απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κρίνεται ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση δικαιώματος που αφορά στον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την επιφύλαξη των όρων και περιορισμών που προβλέπονται στις επιμέρους διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί προστασίας της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της πρόληψης του εγκλήματος, της προστασίας της υγείας ή ηθικής και της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών, η οποία αρχίζει από την ημερομηνία που καθίσταται οριστική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.”»
β2) Και κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 30 του ως άνω ν. 4491/2017: «Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου καταλαμβάνει και τις υποθέσεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πριν από τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά και σύμφωνα με τους περιορισμούς της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις λοιπές διατάξεις της Σύμβασης αυτής, καθώς και τις διεθνείς συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης είναι ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος.»
γ) Οι διατάξεις αυτές των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017 ικανοποιούν πλήρως και τις απαιτήσεις εκτέλεσης, στο ακέραιο, των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι οποίες εκδόθηκαν μετά τις προσφυγές π.χ. του «Συλλόγου Μειονότητας Ν. Έβρου», του «Πολιτιστικού Συλλόγου Τούρκων Γυναικών Νομού Ροδόπης» και της «Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης», που αφορούσαν απορρίψεις των αρμόδιων Ελληνικών αρχών αναφορικά με την σύσταση αντίστοιχων σωματειακών ενώσεων. Πρόκειται για τις αποφάσεις, κατά σειρά, ΕΔΔΑ, Bekir–Ousta κατά Ελλάδας, 11.10.2007, ΕΔΔΑ, Emin κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008 και ΕΔΔΑ, Tourkiki Enosi Xanthis κ.ά. κατά Ελλάδας, 27.3.2008. Υπό τα δεδομένα των διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, οι προμνημονευόμενες ενώσεις αποκτούν, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το δικαίωμα κατάθεσης αίτησης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης των προηγούμενων εις βάρος τους δικαστικών αποφάσεων, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της νέας παρ. 1 του άρθρου 758 του ν. 4491/2017. Είναι φανερό, πάντα υπό το φως των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 29 και 30 του ν. 4491/2017, ότι το εν προκειμένω αρμόδιο δικαστήριο θα κρίνει τις αιτήσεις αυτές με βάση τις ακόλουθες νομοθετικές προβλέψεις:
γ1) Κατά πρώτο λόγο το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του ότι οι κάθε είδους αρμόδιες Ελληνικές αρχές, κατά την εξέταση των αιτήσεων και για την σύσταση τέτοιων ενώσεων, νομιμοποιούνται αλλά και υποχρεούνται να ελέγξουν, φυσικά με ειδικώς αιτιολογημένη κρίση, αν και κατά πόσον οι αιτήσεις αυτές είναι σύμφωνες και με τις διατάξεις του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τις οποίες: «Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων».
γ2) Και κατά δεύτερο λόγο το δικαστήριο υποχρεούται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 4491/2017, να κρίνει τις σχετικές αιτήσεις και υπό το φως των δεσμεύσεων, οι οποίες προκύπτουν από άλλες «Διεθνείς Συνθήκες», όπως είναι για την Ελληνική Θράκη κατ’ εξοχήν η Συνθήκη της Λωζάνης.
-
Οπωσδήποτε δε βαρύνουσα σημασία κατά την διαμόρφωση της ως άνω δικαστικής κρίσης έχουν οι προβλέψεις της Συνθήκης της Λωζάνης, κατά τις οποίες -όπως ήδη διευκρινίσθηκε- η Μουσουλμανική Μειονότητα της Ελληνικής Θράκης είναι αμιγώς «Θρησκευτική» και κατ’ ουδένα τρόπο «Εθνική». Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εγκρίνει την σύσταση σωματείων, τα οποία αποβλέπουν, αμέσως ή και εμμέσως, στην αναγνώριση δήθεν «τουρκικής μειονότητας» οιασδήποτε μορφής, στην Ελληνική Θράκη. Αφού κάτι τέτοιο έρχεται σ’ ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης που, όπως προεκτέθηκε, εμμέσως πλην σαφώς απαγορεύουν την θεσμική «μετάπτωση» της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας σε Εθνική, π.χ. Τουρκική.
-
Επιπροσθέτως, η κατά τ’ ανωτέρω δικαστική οπτική, αναφορικά με τον πλήρη σεβασμό της Συνθήκης της Λωζάνης ως προς τις Μειονότητες, συμβαδίζει με το γράμμα και το πνεύμα των ως άνω διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. α΄ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Και τούτο, αφενός διότι η αναφορά στα «αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία» περιλαμβάνει, αναμφιβόλως, τον αδιάστικτο σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου εν συνόλω -επομένως και της Σύμβασης της Λωζάνης- δοθέντος ότι, e contrario, δημοκρατική κοινωνία δεν υφίσταται όπου δεν διασφαλίζεται ο πλήρης σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου. Και, αφετέρου, διότι και μόνον η αναγνώριση «Τουρκικής» -ήτοι «Εθνικής»- Μειονότητας, κατά προφανή παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης, είναι ικανή να οδηγήσει σε περιστολή της προστασίας «των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων», οι οποίοι, με βάση την Συνθήκη της Λωζάνης, επιδιώκουν να υπερασπισθούν την ιδιότητά τους ως μελών της αμιγώς Θρησκευτικής Μουσουλμανικής Μειονότητας.
Β. Η συμπεριφορά της Τουρκίας
Στον αντίποδα της συμπεριφοράς της Ελλάδας κατά τ’ ανωτέρω, η Τουρκία πολύ γρήγορα έδειξε ότι ουδέποτε είχε ειλικρινή πρόθεση εφαρμογής της Συνθήκης της Λωζάνης, ιδίως σε ό,τι αφορά την Εθνική Ελληνική Μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων. Και για την ακρίβεια, οι τάσεις αυτές της Τουρκίας έγιναν ορατές αμέσως μετά το 1930, ήτοι μετά την προσέγγιση Ελευθερίου Βενιζέλου-Κεμάλ Ατατούρκ. Ήταν τότε που η Τουρκία άρχισε να δείχνει, απροκαλύπτως και με στυγνή ωμότητα, ότι δεν είχε τίποτα διδαχθεί από το ζοφερό παρελθόν των Γενοκτονιών του Ελληνισμού του Πόντου και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Γεγονός το οποίο πρέπει, επιπροσθέτως, να ενισχύει και να εμπνέει διαρκώς τις προσπάθειές μας για την αναγνώρισή τους τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο ευρύτερο πλαίσιο της Διεθνούς Κοινότητας. Όλως αντιθέτως, η Τουρκία, διακατεχόμενη από την ίδια βαρβαρότητα, άρχισε την επιχείρηση αφανισμού της τότε «κραταιάς» Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας στο έδαφός της.
1. Μια ανενδοίαστη επίδειξη βαρβαρότητας
Αυτή η, πρωτοφανώς απεχθής, επιχείρηση είχε δύο, κατά βάση, περιόδους:
α) Η πρώτη είναι εκείνη των φρικτών ωμοτήτων του πογκρόμ της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του 1955, που κυριολεκτικώς αποδεκάτισε την Ελληνική Εθνική Μειονότητα. Φόνοι, βιασμοί και καταστροφές, οδήγησαν όσους Έλληνες απέμειναν σε υποχρεωτική έξοδο από την Τουρκία, με κύρια κατεύθυνση την Ελλάδα, την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Ως προς τις καταστροφές, πρέπει να μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένες στην μνήμη και εκείνες, που αφορούν 82 Ορθόδοξους Ναούς, 4.000 καταστήματα και επιχειρήσεις και 3.000 σπίτια.
β) Η δεύτερη περίοδος διωγμού συνέβη μεταξύ 1963-1964, όταν απελάθηκαν, βιαίως, πάνω από 12.000 Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Αυτό ήταν όμως μόνο το «επιφαινόμενο», αφού προηγουμένως χιλιάδες άλλοι Έλληνες της Τουρκίας είχαν υποχρεωθεί σ’ έξοδο από την Τουρκία, λόγω αδιανόητων για στοιχειωδώς ευνομούμενη πολιτεία μέτρων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων, φορολογίας -που ήταν πραγματικό «χαράτσι»- δραματικών περιορισμών στις αναλήψεις από τραπεζικούς λογαριασμούς και «στραγγαλισμού» στην πράξη των κληρονομικών δικαιωμάτων.
2. Ο αφανισμός της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας
Αυτή η συμπεριφορά της Τουρκίας κατέδειξε την τάση της να «ναρκοθετήσει», ευθύς εξ αρχής, την εφαρμογή των σπουδαιότερων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης, κατ’ εξοχήν δε των διατάξεων περί Μειονοτήτων, τόσο στην Κωνσταντινούπολη, στα Πριγκηπόνησα και στα Περίχωρα όσο και, ιδίως, στην Ίμβρο και στην Τένεδο.
α) Η πάλαι ποτέ κραταιά Ελληνική Εθνική Μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των Περιχώρων έφθασε από 125.000 μέλη το 1923, ν’ αριθμεί σήμερα λιγότερα από 2.000! Μέλη τα οποία, παρά τις συνεχιζόμενες αδιανόητες προκλήσεις της Τουρκίας, παραμένουν «στις επάλξεις», υποστηρίζοντας, με ακμαίο το φρόνημα, τον Ελληνισμό, το Πατριαρχείο και την Ορθοδοξία, σύμφωνα με όσα τους αναγνωρίζουν το Διεθνές Δίκαιο και, ιδίως, η Συνθήκη της Λωζάνης.
β) Την μεγαλύτερη δε σύγχρονη πρόκληση της Τουρκίας, εν προκειμένω, σηματοδοτεί η πρωτοφανής πολιτισμική βεβήλωση της Αγίας Σοφίας και του Ιερού Ναού της Μονής της Χώρας, οι οποίες μετετράπησαν, με μια πρωτοφανή σε αυθαιρεσία κίνηση του τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εκ νέου σε «τέμενος-τζαμί». Κίνηση, η οποία έδειξε και την πλήρη περιφρόνηση της Τουρκίας προς το Δίκαιο του ΟΗΕ – και, ειδικότερα, προς το Δίκαιο της UNESCO – αφού οδήγησε και στην ωμή παραβίαση της Σύμβασης για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς της UNESCO του 1972, σύμφωνα με την οποία, μεταξύ άλλων, η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας είχαν ανακηρυχθεί, το 1985, μετά μάλιστα από σχετικό αίτημα της Τουρκίας, ως «Μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.»
γ) Για εμάς, τους Έλληνες, «ο βίος και η πολιτεία» της Τουρκίας, ως προς την ευθεία και απροκάλυπτη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και, κυρίως, της Συνθήκης της Λωζάνης, είναι γνωστός. Το «μήνυμα» όμως παραβατικότητας, που αγγίζει τα όρια της βαρβαρότητας, το οποίο συνεχίζει να «εκπέμπει» -και μάλιστα μ’ εντεινόμενο ρυθμό- η Τουρκία απευθύνεται σήμερα ιδίως προς την Διεθνή Κοινότητα και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο είναι ακόμη καιρός, οφείλουν ν’ αντιληφθούν ότι η αυθαιρεσία της Τουρκίας δεν πρέπει να γίνεται ανεκτή. Αυτό το πρόταγμα είναι ζήτημα κυριολεκτικώς υπαρξιακό και για την υπεράσπιση του κύρους της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας και για την εμπέδωση της ειρήνης στην όλη περιοχή.
Επίλογος
Στην διαδρομή των 100 και πλέον χρόνων από την ενσωμάτωσή της στον Εθνικό μας Κορμό, η Ελληνική -και Ευρωπαϊκή πλέον- Θράκη εξελίσσεται ως το πεδίο εκείνο, όπου η Τουρκία κάνει, δυστυχώς αδιαλείπτως, πραγματική «επίδειξη» της περιφρόνησής της προς το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αμφισβητώντας προκλητικώς την αλήθεια και εγείροντας, συνεχώς, νέα ζητήματα θεσμικώς και πολιτικώς αδιανόητων διεκδικήσεων.
Α. Ιδίως δε κατά την τρέχουσα περίοδο, η Ελληνική Θράκη υφίσταται, και αυτή, ορισμένες από τις συνέπειες των σχεδόν γραφικών -πλην όχι λιγότερο επικίνδυνων- «σουλτανικών» φαντασιώσεων του τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ταυτοχρόνως όμως -και εν πολλοίς χάρη στο απαράμιλλο φρόνημα, με το οποίο όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια αντιμετώπισαν αποτελεσματικώς την τουρκική προκλητικότητα οι κάτοικοι της Ελληνικής Θράκης, και μάλιστα ανεξαρτήτως Θρησκεύματος- η περιοχή αυτή αναδεικνύεται και σε πεδίο Εθνικής έμπνευσης, σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση των Εθνικών μας Θεμάτων και, επέκεινα, των Εθνικών μας Δικαίων έναντι των ιταμών προκλήσεων της Τουρκίας. Βασική Εθνική Θέση μας είναι και το ότι η Συνθήκη της Λωζάνης του 1923 -και όλες οι μεταγενέστερες, κάθε μορφής, εκτελεστικές της ρυθμίσεις- δεν επιδέχονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αναθεώρηση ή τροποποίηση. Άρα, το σύνολο των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης αποτελούν -και θ’ αποτελούν και στο μέλλον- το συμπαγές θεσμικό και πολιτικό θεμέλιο των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τόσον ως προς τα μεταξύ τους σύνορα όσο και ως προς όλα τα επιμέρους ζητήματα, τα οποία εμπίπτουν στο κανονιστικό τους πλαίσιο. Εφόσον δε καταστεί αναγκαίο, η Τουρκία θα πάρει την δέουσα απάντηση όχι μόνο στα Διεθνή και Ευρωπαϊκά Fora, αλλά και «επί του πεδίου». Οι Ένοπλες Δυνάμεις μας το αποδεικνύουν καθημερινά.
Β. Όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Διεθνής Κοινότητα δεν επιτρέπεται να παραμένουν απαθείς μπροστά σε αυτή την επίδειξη προκλητικότητας από την πλευρά της Τουρκίας και στην Ελληνική Θράκη. Άλλωστε, η προκλητικότητα αυτή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, δοθέντος ότι προσβάλλει ευθέως τόσο το Ευρωπαϊκό όσο και το Διεθνές Δίκαιο. Κατ’ εξοχήν δε η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος ν’ αντιληφθεί, ότι η κατά τ’ ανωτέρω ωμή παραβίαση της Συνθήκης της Λωζάνης -και του Διεθνούς Δικαίου εν γένει- αφορά Έλληνες αλλά και, ταυτοχρόνως, Ευρωπαίους Πολίτες. Αν σε αυτά προστεθεί και το ότι η Τουρκία κατέχει, επί 50 σχεδόν χρόνια, το ένα τρίτο του εδάφους της Μαρτυρικής Κύπρου -ήτοι του εδάφους πλήρους Κράτους-Μέλους της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- επίσης κατά προκλητική παράβαση κάθε έννοιας του Διεθνούς Δικαίου, γίνεται αυτονοήτως αντιληπτό γιατί ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφήνοντας την παθητική ως τώρα στάση της, πρέπει να προχωρήσει αμέσως στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας. Μάλιστα δε επειδή, εν ονόματι της πεμπτουσίας της Διεθνούς Νομιμότητας, δεν νοείται επιλεκτική εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, όπως -ορθώς και δικαίως- επιβάλλονται αυστηρές κυρώσεις στην Ρωσία για την εξίσου βάρβαρη εισβολή της στην Ουκρανία, το αυτό πρέπει να συμβεί με την Τουρκία για την συνολική, κατά τ’ ανωτέρω, προκλητική συμπεριφορά της εις βάρος όχι μόνο της Ελλάδας και της Κύπρου αλλά, κατ’ αποτέλεσμα, και εις βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και της Διεθνούς Κοινότητας.
GEOPOLITICO
Συναγερμός στην Άγκυρα για Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ! Η SETA μιλά για στρατιωτική περικύκλωση της Τουρκίας και πόλεμο σε τέσσερα μέτωπα
Αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο η τουρκική πλευρά αντιλαμβάνεται τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ είναι νέα ανάλυση του τουρκικού think tank SETA, που δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026. Ο ερευνητής Μουράτ Ασλάν περιγράφει τη συγκρότηση μιας νέας στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία, σύμφωνα με την εκτίμησή του, περιορίζει την ελευθερία κινήσεων της Άγκυρας στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στις θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ισραηλινά συστήματα αεράμυνας, οι ελληνικοί πύραυλοι PULS, η συζήτηση για κοινή δύναμη ταχείας αντίδρασης 2.500 στρατιωτών και η σύνδεση της τριμερούς συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάλυση καταλήγει μάλιστα στην εκτίμηση ότι η Τουρκία διαθέτει στρατιωτική ικανότητα να πολεμήσει ακόμη και σε τρία ή τέσσερα μέτωπα.
Σε μια εκτενή ανάλυση με τίτλο «Τριμερής αρχιτεκτονική (αν)ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο: Η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ελληνοκυπριακής Διοίκησης–Ισραήλ και οι στρατηγικές συνέπειες για την Τουρκία», το τουρκικό Ίδρυμα Πολιτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (SETA) εξετάζει τη μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών στην περιοχή.
Συντάκτης της μελέτης είναι ο Μουράτ Ασλάν, απόστρατος αξιωματικός των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και ερευνητής του SETA, με αντικείμενο την άμυνα, την ασφάλεια και τις διεθνείς σχέσεις.
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026 και παρουσιάζει τη συνεργασία Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής περιορισμού της τουρκικής επιρροής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ανάλυση προέρχεται από έναν ερευνητικό οργανισμό με στενές σχέσεις με το πολιτικό και κυβερνητικό περιβάλλον της Άγκυρας, αν και οι θέσεις του συντάκτη δεν συνιστούν αυτομάτως επίσημο στρατιωτικό δόγμα της Τουρκίας.
Από την ενεργειακή συνεργασία στη στρατιωτική συμμαχία
Σύμφωνα με τον Ασλάν, η συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, με έμφαση στην ενέργεια και τη διπλωματία.
Ωστόσο, κατά την περίοδο 2025–2026, ο τριμερής μηχανισμός απέκτησε περισσότερο στρατιωτικό και αμυντικοβιομηχανικό περιεχόμενο.
Η τουρκική ανάλυση εστιάζει στη 10η Τριμερή Σύνοδο Κορυφής, που πραγματοποιήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2025 στην Ιερουσαλήμ, με τη συμμετοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Νίκου Χριστοδουλίδη και του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο Ασλάν θεωρεί ιδιαίτερα χαρακτηριστική την αναφορά του Ισραηλινού πρωθυπουργού σε όσους ονειρεύονται την ανασύσταση αυτοκρατοριών, ερμηνεύοντάς την ως έμμεση προειδοποίηση προς την Τουρκία και τη νεοοθωμανική στρατηγική της.
Στη συνέχεια, η ανάλυση αναδεικνύει δύο σημαντικές συμφωνίες:
-
Το Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ για το 2026.
-
Το Πρόγραμμα Στρατιωτικής Συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ για το ίδιο έτος.
Οι συμφωνίες αυτές υπογράφηκαν στη Λευκωσία τον Δεκέμβριο του 2025 και προβλέπουν κοινές επιχειρησιακές δραστηριότητες, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων, επιτελικές συναντήσεις και στρατιωτικό συντονισμό.
Η υπογραφή και το γενικό περιεχόμενό τους επιβεβαιώνονται και από την επίσημη ανακοίνωση του ελληνικού Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.
Για την τουρκική πλευρά, αυτή η θεσμοθέτηση αποδεικνύει ότι η τριμερής συνεργασία έχει ξεπεράσει το επίπεδο των διπλωματικών διακηρύξεων.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»: Η μεγαλύτερη ανησυχία για την τουρκική αεροπορία
Ο Ασλάν αναφέρεται σε συμφωνία ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ, της 31ης Αυγούστου 2026, για την απόκτηση ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας.
Σύμφωνα με τη μελέτη, στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα David’s Sling, Barak MX, Spyder και Drone Dome.
Η τουρκική εκτίμηση είναι ότι η συνδυασμένη λειτουργία των συγκεκριμένων συστημάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα αεράμυνας, δυσχεραίνοντας τις επιχειρήσεις της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Η SETA χρησιμοποιεί τη στρατιωτική έννοια A2/AD, δηλαδή Άρνηση Πρόσβασης και Περιοχής, για να περιγράψει τις δυνατότητες που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα.
Η λογική ενός τέτοιου συστήματος βασίζεται στη δημιουργία επικαλυπτόμενων ζωνών εντοπισμού και εμπλοκής εχθρικών στόχων.
Για την Άγκυρα, το ενδεχόμενο αυτό σημαίνει ότι η ελληνική αεράμυνα θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής αεροπορικής επιχείρησης.
Πάντως, η δημιουργία αποτελεσματικού δικτύου A2/AD δεν καθιστά αυτομάτως έναν εναέριο χώρο απροσπέλαστο. Η πραγματική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την ολοκλήρωση των συστημάτων, τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου και την ανθεκτικότητά τους σε πολεμικές συνθήκες.
PULS: Τα 300 χιλιόμετρα που ανησυχούν την Άγκυρα
Ξεχωριστή θέση στη μελέτη καταλαμβάνει η προμήθεια 36 πολλαπλών εκτοξευτών πυραύλων PULS της ισραηλινής Elbit Systems.
Το συγκεκριμένο σύστημα μπορεί να χρησιμοποιήσει διαφορετικού τύπου πυρομαχικά, με ορισμένες εκδόσεις να διαθέτουν βεληνεκές που φθάνει τα 300 χιλιόμετρα.
Η SETA εκφράζει την ανησυχία ότι ενδεχόμενη ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου θα μπορούσε να θέσει εντός εμβέλειας στόχους σε σημαντικό βάθος στη δυτική Ανατολία.
Πρόκειται για ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σημεία της τουρκικής ανάλυσης: η Άγκυρα δεν εξετάζει μόνο τον συνολικό αριθμό των ελληνικών εξοπλιστικών συστημάτων, αλλά και τις γεωγραφικές δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει η ανάπτυξή τους.
Ο Ασλάν συνδέει το ζήτημα με τις τουρκικές θέσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών, επικαλούμενος τις Συνθήκες της Λωζάνης του 1923 και των Παρισίων του 1947.
Ωστόσο, η Ελλάδα απορρίπτει την τουρκική ερμηνεία περί γενικής απαγόρευσης αμυντικής θωράκισης των νησιών και επικαλείται, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα νόμιμης άμυνας σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Επιπλέον, η SETA αναφέρεται σε ενδεχόμενη ανάπτυξη των PULS στα νησιά. Δεν τεκμηριώνει ότι έχει ήδη ληφθεί ή υλοποιηθεί τέτοια συγκεκριμένη απόφαση.
Κύπρος: Το Barak MX και η επιτήρηση των τουρκικών δυνάμεων
Η ανάπτυξη του ισραηλινού συστήματος Barak MX στην Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί, σύμφωνα με την τουρκική ανάλυση, μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη.
Η SETA επισημαίνει ότι το σύστημα διαθέτει δυνατότητες αεράμυνας σε αποστάσεις που μπορούν να φθάσουν περίπου τα 150 χιλιόμετρα, ανάλογα με την έκδοση του πυραύλου.
Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η εμβέλεια των πυραύλων αλλά και η λειτουργία των ραντάρ και αισθητήρων του συστήματος.
Η τουρκική μελέτη υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση του Barak MX διευρύνει τη δυνατότητα επιτήρησης προς τα νότια παράλια της Τουρκίας και τον εναέριο χώρο των κατεχομένων.
Επιπλέον, διατυπώνει την εκτίμηση ότι η διασύνδεση των συστημάτων θα μπορούσε να επιτρέψει στο Ισραήλ να αποκτά πληροφορίες για κινήσεις των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η τελευταία αυτή εκτίμηση δεν συνοδεύεται από δημόσια τεκμηρίωση ότι υφίσταται ήδη συγκεκριμένος μηχανισμός μεταβίβασης δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.
Σημαντική είναι και η αναφορά της SETA στην απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να προμηθευτεί τέσσερα ελληνικά συστήματα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών «Κένταυρος».
Για τον Ασλάν, οι συγκεκριμένες κινήσεις αποδεικνύουν ότι η στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποκτά πλέον πολυεπίπεδο χαρακτήρα.
Κοινή στρατιωτική δύναμη 2.500 ανδρών: Το σενάριο που εξετάζει η SETA
Ένα ακόμη ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης αφορά τη δυνατότητα συγκρότησης κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Ο Ασλάν αναφέρεται σε συζητήσεις για τη δημιουργία σχηματισμού επιπέδου ταξιαρχίας, περίπου 2.500 στρατιωτών, ο οποίος θα μπορούσε να ενεργοποιείται σε περιόδους κρίσης.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η συγκεκριμένη δύναμη δεν θα ήταν απαραίτητα μόνιμα αναπτυγμένη, αλλά θα αποτελούσε μηχανισμό ταχείας στρατιωτικής κινητοποίησης.
Η SETA συνδέει τις σχετικές πληροφορίες με την εντατικοποίηση της στρατιωτικής συνεργασίας και τις αναφορές για αξιοποίηση κυπριακών εγκαταστάσεων από την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία.
Επισημαίνει, επίσης, ότι έχουν υπάρξει συζητήσεις σχετικές με τα F-35 και την ανταλλαγή στρατιωτικής εμπειρίας.
Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινιστεί ότι η ανάλυση παρουσιάζει τη δύναμη των 2.500 ανδρών ως αντικείμενο συζητήσεων και όχι ως ήδη συγκροτημένο στρατιωτικό σχηματισμό.
Δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια οριστική τριμερής συμφωνία που να καθορίζει τη σύνθεση, τη διοίκηση και τους κανόνες εμπλοκής μιας τέτοιας δύναμης.
Ισραηλινές απόψεις για στρατιωτική επιχείρηση στην κατεχόμενη Κύπρο
Ιδιαίτερη ανησυχία αποτυπώνεται στη μελέτη για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί από μεμονωμένους Ισραηλινούς αναλυτές σχετικά με το ενδεχόμενο στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Κύπρο.
Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στον Shay Gal, πρώην στέλεχος της Israel Aerospace Industries, ο οποίος έχει υποστηρίξει την ανάγκη εξέτασης συντονισμένων στρατιωτικών επιλογών που θα αφορούσαν το βόρειο τμήμα της Κύπρου.
Ο ίδιος ο συντάκτης της SETA αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες απόψεις δεν αποτελούν επίσημη πολιτική του Ισραήλ.
Ωστόσο, εκτιμά ότι η δημόσια διατύπωσή τους, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία των τριών χωρών, ενισχύει την αίσθηση απειλής στην Άγκυρα.
Η συγκεκριμένη αναφορά είναι αποκαλυπτική για το εύρος των σεναρίων που απασχολούν τουρκικούς κύκλους ασφαλείας, χωρίς να αποτελεί απόδειξη ύπαρξης επιχειρησιακού σχεδίου επίθεσης.
Η άσκηση του Σεπτεμβρίου, οι NAVTEX και το «Denizkurdu»
Η SETA επιχειρεί να συνδέσει τις διπλωματικές και εξοπλιστικές εξελίξεις με συγκεκριμένες στρατιωτικές δραστηριότητες του Σεπτεμβρίου 2026.
Αναφέρεται σε κοινή ναυτική άσκηση της 17ης Σεπτεμβρίου, στην οποία, σύμφωνα με τη μελέτη, συμμετείχαν δύο ισραηλινά πολεμικά σκάφη και δύο ελληνικές φρεγάτες.
Παράλληλα, καταγράφει τη διεξαγωγή της πολυεθνικής άσκησης MEDUSA-15, υπό ελληνική και αιγυπτιακή πρωτοβουλία.
Η τουρκική ανάλυση αναφέρεται ακόμη στις αντιπαραθέσεις γύρω από τις NAVTEX για επιστημονικές έρευνες του τουρκικού σκάφους TÜBİTAK Marmara στην περιοχή του Καστελλόριζου, κατά το διάστημα 1–15 Σεπτεμβρίου.
Ως τουρκική στρατιωτική απάντηση παρουσιάζει την άσκηση Denizkurdu-I/2026, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 25 Σεπτεμβρίου σε Μαύρη Θάλασσα, Θάλασσα του Μαρμαρά, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Για τη SETA, η χρονική εγγύτητα των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων αποτελεί ένδειξη ενίσχυσης του στρατιωτικού ανταγωνισμού στην περιοχή.
Great Sea Interconnector: Ο φόβος του αποκλεισμού από την Ανατολική Μεσόγειο
Η ανάλυση επεκτείνεται και στον γεωοικονομικό ανταγωνισμό, με ιδιαίτερη αναφορά στο Great Sea Interconnector.
Ο Ασλάν υποστηρίζει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού που θα μπορούσε να περιορίσει τον γεωπολιτικό χώρο της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον φόβο της Άγκυρας ότι οι ελληνικές θέσεις για το Καστελλόριζο και η ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών θα οδηγήσουν στον περιορισμό των τουρκικών θαλάσσιων διεκδικήσεων προς τον Κόλπο της Αττάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η SETA παρουσιάζει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 ως εργαλείο εξισορρόπησης της ελληνικής και κυπριακής στρατηγικής.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτυπώνει την τουρκική θέση. Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία αμφισβητούν τη νομιμότητα και τις συνέπειες του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ υποστηρίζουν ότι τα έργα ενεργειακής διασύνδεσης υλοποιούνται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η SETA δεν αντιμετωπίζει το GSI ως ένα μεμονωμένο ενεργειακό έργο.
Αντίθετα, το εντάσσει στην ευρύτερη στρατηγική συνεργασία των τριών χωρών, συνδέοντάς το με τις αμερικανικές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC).
Η εκτίμηση αυτή εξηγεί γιατί η Άγκυρα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή του καλωδίου και στις διαδικασίες πραγματοποίησης των ερευνών.
Η Ουάσιγκτον, τα F-35 και η πίεση στο ΝΑΤΟ
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ανάλυσης αφορά τη σύνδεση της τριμερούς συνεργασίας με την αμερικανική στρατηγική.
Η SETA εκτιμά ότι ο συντονισμός Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μπορεί να ενισχύσει τη διπλωματική πίεση προς την Ουάσιγκτον για ζητήματα που αφορούν την Τουρκία.
Ο Ασλάν αναφέρεται ειδικά στις προηγούμενες παρεμβάσεις οργανώσεων και ομάδων πίεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με τους S-400 και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35.
Κατά την εκτίμησή του, η περαιτέρω εμβάθυνση της τριμερούς συνεργασίας θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση της Τουρκίας σε αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στην εσωτερική συνοχή του ΝΑΤΟ.
Ο ερευνητής υποστηρίζει ότι η δημιουργία ενός αποτρεπτικού σχήματος από ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, με τη συμμετοχή χώρας εκτός Συμμαχίας, εναντίον άλλου κράτους-μέλους δημιουργεί σοβαρές αντιφάσεις στην αρχιτεκτονική συλλογικής άμυνας.
Η SETA προειδοποιεί μάλιστα ότι μια ελληνοτουρκική στρατιωτική κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει τη Βουλγαρία και τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, δημιουργώντας διπλωματικές πιέσεις και περιφερειακή πόλωση.
Ο φόβος ατυχήματος τύπου Ιμίων
Στην ανάλυση γίνεται ειδική αναφορά στο ενδεχόμενο στρατιωτικού επεισοδίου εξαιτίας της αυξημένης συγκέντρωσης δυνάμεων, ασκήσεων και θαλάσσιων αναγγελιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Ασλάν επικαλείται την κρίση των Ιμίων του 1996 και το ναυτικό επεισόδιο του 2020 ως παραδείγματα κινδύνων που μπορούν να εμφανιστούν όταν στρατιωτικές δυνάμεις επιχειρούν σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μια τέτοια κρίση δεν θα επηρέαζε μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά θα μπορούσε να διαταράξει τις θαλάσσιες μεταφορές, τον τουρισμό και τις ενεργειακές δραστηριότητες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον κίνδυνο μεταφοράς της αντιπαράθεσης Τουρκίας–Ισραήλ από τη Συρία προς την Ανατολική Μεσόγειο.
Η SETA θεωρεί ότι η ενίσχυση της ισραηλινής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και η συνεργασία με την Ελλάδα δημιουργούν νέες πιθανότητες τριβής μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ.
Η πιο χαρακτηριστική αναφορά: Η Τουρκία μπορεί να πολεμήσει σε τρία ή τέσσερα μέτωπα
Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο της ανάλυσης βρίσκεται στο συμπέρασμά της.
Ο Μουράτ Ασλάν υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να παραμείνει αδρανής απέναντι στη συγκρότηση αυτού που περιγράφει ως νέο στρατιωτικό μπλοκ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προτείνει έναν συνδυασμό στρατιωτικών και διπλωματικών ενεργειών, με έμφαση στην ενίσχυση της αποτροπής, στη δραστηριοποίηση εντός του ΝΑΤΟ, στη συνεργασία με την Αίγυπτο και τις χώρες του Κόλπου και στη διατήρηση μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων.
Ταυτόχρονα, όμως, καταλήγει σε μια ιδιαίτερα σημαντική εκτίμηση: ότι η τουρκική στρατιωτική ισχύς επιτρέπει στην Άγκυρα να αντιμετωπίσει ακόμη και πόλεμο σε τρία ή τέσσερα μέτωπα.
Η αναφορά αυτή αποτελεί εκτίμηση του συντάκτη για τις δυνατότητες των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και όχι επιβεβαιωμένη επιχειρησιακή αξιολόγηση.
Αναδεικνύει, ωστόσο, το επίπεδο στρατιωτικής αντιπαράθεσης που εξετάζεται στη δημόσια συζήτηση του τουρκικού στρατηγικού περιβάλλοντος.
Τι αποκαλύπτει τελικά η ανάλυση της SETA
Η σημασία της μελέτης δεν βρίσκεται μόνο στην καταγραφή των ελληνικών, κυπριακών και ισραηλινών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Το ουσιαστικό στοιχείο είναι ότι ένας οργανισμός με σημαντική παρουσία στον τουρκικό δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζει πλέον τη συνεργασία των τριών χωρών ως συγκροτούμενη στρατιωτική αρχιτεκτονική, η οποία έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει άμεσα την περιφερειακή ισορροπία ισχύος.
Η SETA προσδιορίζει συγκεκριμένα πεδία στα οποία εντοπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Άγκυρα: την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας, την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας, την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, την πιθανή δημιουργία τριμερούς δύναμης ταχείας αντίδρασης και τη διπλωματική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, η τουρκική μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική διάσταση: η άμυνα, η ενέργεια, οι θαλάσσιες υποδομές και οι διεθνείς εμπορικοί διάδρομοι αντιμετωπίζονται πλέον ως αλληλένδετα στοιχεία του ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ελληνική και κυπριακή πλευρά παρουσιάζουν την τριμερή συνεργασία ως μηχανισμό περιφερειακής σταθερότητας, ασφάλειας και προστασίας κρίσιμων υποδομών. Αντίθετα, η SETA την ερμηνεύει ως προσπάθεια στρατηγικής εξισορρόπησης και περιορισμού της Τουρκίας.
Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές αποδίδουν τόσο διαφορετικό περιεχόμενο στις ίδιες στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις δείχνει πόσο περίπλοκο έχει γίνει το περιβάλλον ασφάλειας στην περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, η ανάλυση του Μουράτ Ασλάν αποτελεί ένα σημαντικό τεκμήριο για τη μελέτη της τουρκικής στρατηγικής σκέψης και των απειλών που αναγνωρίζει η Άγκυρα στην αναβαθμισμένη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.
GEOPOLITICO
Η Ελλάδα να προχωρήσει το καλώδιο – Αιχμηρή κριτική στον Ρούμπιο
Αιχμηρή κριτική στη στάση του Μάρκο Ρούμπιο απέναντι στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου άσκησε ο πρέσβης ε.τ. Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος, μιλώντας στον Θήτα FM και τη Βασιλική Πολίτου. Υποστήριξε ότι η Αθήνα πρέπει να επιμείνει στην υλοποίηση του έργου στη βάση των δικαιωμάτων της, ενώ έθεσε ζητήματα για την υπόθεση Γκίλφοϊλ, την Κύπρο και τις ελληνικές στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό.
Ο έμπειρος διπλωμάτης αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα την αποτίμηση της επίσκεψης του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών ως ελληνικής διπλωματικής επιτυχίας. Παρότι χαρακτήρισε θετική κίνηση την επίσκεψη στην Ελλάδα χωρίς αντίστοιχη μετάβαση στην Τουρκία, εκτίμησε ότι αυτό δεν συνεπάγεται ιδιαίτερη ενόχληση της Άγκυρας, επικαλούμενος τις αμερικανοτουρκικές επαφές στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.
Το καλώδιο και η απάντηση «βρείτε τα μεταξύ σας»
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η απάντηση Ρούμπιο για την ηλεκτρική διασύνδεση και η αναφορά του σε ευαίσθητα ζητήματα που απαιτούν διπλωματικό χειρισμό. Ο Χρυσανθόπουλος ερμήνευσε τη στάση αυτή ως προτροπή προς τις εμπλεκόμενες πλευρές να τα βρουν μεταξύ τους, χωρίς σαφή αμερικανική στήριξη της ελληνικής θέσης.
«Τίποτα δεν κερδίζουμε. Τίποτα δεν κερδίζουμε από αυτό», είπε χαρακτηριστικά, απαντώντας στο ερώτημα της Βασιλικής Πολίτου για το όφελος που αποκομίζει η Ελλάδα από τη συγκεκριμένη τοποθέτηση.
Κατά τον ίδιο, ο Γιώργος Γεραπετρίτης θα έπρεπε να είχε διατυπώσει καθαρά την πρόθεση της Ελλάδας να προχωρήσει το έργο, επικαλούμενος το διεθνές δίκαιο και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η θέση του ήταν ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να υπερασπιστεί έμπρακτα τα δικαιώματα που επικαλείται.
«Η δουλειά είναι του ελληνικού κράτους»
Σχολιάζοντας τη συζήτηση γύρω από τη Nexans, ο πρέσβης ε.τ. χαρακτήρισε σωστή την τοποθέτηση της γαλλικής εταιρείας, όπως αυτή παρουσιάστηκε στη συνέντευξη. Έδωσε, ωστόσο, έμφαση στην ευθύνη των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας να επιμείνουν στην υλοποίηση της διασύνδεσης.
«Η δουλειά δεν είναι της γαλλικής εταιρείας, είναι του ελληνικού κράτους», υπογράμμισε. Με αυτή τη διατύπωση απάντησε στον προβληματισμό που έθεσε η δημοσιογράφος για το ενδεχόμενο να αναλάβει μια ιδιωτική εταιρεία χειρισμούς με πολιτικές συνέπειες για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Να ζητηθούν εξηγήσεις για την υπόθεση Γκίλφοϊλ
Ο Χρυσανθόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα και στο δημοσίευμα της Wall Street Journal για δηλώσεις που αποδόθηκαν στην Αμερικανίδα πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Υποστήριξε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε εξαρχής να την είχε καλέσει για εξηγήσεις και να είχε ζητήσει προσωπική, δημόσια διάψευση.
Κατά την άποψή του, μια διάψευση μέσω δικηγόρου δεν επαρκεί για να κλείσει πολιτικά το ζήτημα. Χαρακτήρισε προσβολή για την Ελλάδα την εκκρεμότητα που, όπως εκτίμησε, εξακολουθεί να υπάρχει και επέκρινε την αντίδραση Ρούμπιο στη σχετική ερώτηση.
Κύπρος: Προτεραιότητα η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων
Ο πρέσβης ε.τ. δήλωσε ότι δεν τον καλύπτει μια γενική αναφορά στην επανένωση της Κύπρου. Όπως τόνισε, πρέπει να αναδεικνύονται η κατοχή, η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και ο συνεχιζόμενος εποικισμός.
Για τον Χρυσανθόπουλο, το πρώτο ζητούμενο είναι η απελευθέρωση του νησιού και η απομάκρυνση των κατοχικών δυνάμεων. Γι’ αυτό και αντιμετώπισε τις γενικές διατυπώσεις περί επανένωσης ως ανεπαρκείς, εφόσον δεν συνοδεύονται από αναφορά στον πυρήνα του προβλήματος.
Ορμούζ και Patriot: Κριτήριο οι ελληνικές ανάγκες
Για το ενδεχόμενο αποστολής ελληνικού πολεμικού πλοίου στα Στενά του Ορμούζ, ο Χρυσανθόπουλος δέχθηκε ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η παρουσία ενός πλοίου για την προστασία της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Έθεσε, όμως, περιορισμένο πλαίσιο στην αποστολή, επισημαίνοντας τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού στην Ελλάδα.
Παράλληλα, ζήτησε την επιστροφή των ελληνικών Patriot από τη Σαουδική Αραβία. Υποστήριξε ότι η σαουδαραβική πλευρά δεν έχει εκπληρώσει οικονομικές και συμβατικές υποχρεώσεις που συνδέονται με την αποστολή, περιλαμβανομένων εξόδων του προσωπικού. Στη βάση αυτής της καταγγελίας, επέκρινε την παράταση της παραμονής τους και υποστήριξε ότι το ΚΥΣΕΑ θα έπρεπε να είχε αποφασίσει την απόσυρσή τους.
Πρόταση για επαναπροσέγγιση με τη Μόσχα
Ο πρώην πρέσβης εισηγήθηκε ακόμη την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία, θεωρώντας ότι η επίσκεψη Ρούμπιο προσέφερε ευκαιρία να γνωστοποιηθεί μια τέτοια ελληνική πρόθεση. «Θα το ανακοινώσει, όχι να πάρει άδεια», είπε, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να κινηθεί η Αθήνα.
Σχολίασε επίσης επικριτικά τις αναφορές του Αμερικανού υπουργού στο Ιράν κατά την ομιλία στην Πνύκα, τονίζοντας την ιστορική και πολιτισμική διαδρομή της αρχαίας Περσίας. Τέλος, εξέφρασε επιφυλάξεις για τη συμφωνία συνεργασίας με την Εθνοφρουρά της Φλόριντα, δηλώνοντας ότι θα προτιμούσε συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ.
GEOPOLITICO
Φόβος για κρίση Ελλάδας-Τουρκίας ώστε να μείνει ο Ερντογάν
Αιχμές για τους ελληνικούς χειρισμούς απέναντι στη Γαλλία, προειδοποίηση για τους Meteor στην Τουρκία και εκτίμηση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο αγγίζει πλέον και την ασφάλεια του Ισραήλ. Τι είπε στη Θεσσαλία Τηλεόραση για τον Ερντογάν, τον Ρούμπιο και το ενδεχόμενο νέων επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Τον κίνδυνο η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου να προχωρήσει μέσα από μια διευθέτηση που θα αφήνει άθικτες τις τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή της Κάσου ανέδειξε ο αντιστράτηγος ε.α. και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, Ιωάννης Μπαλτζώης, στην παρέμβασή του στη Θεσσαλία Τηλεόραση.
Μιλώντας στον δημοσιογράφο Δημήτρη Κολλάτο, άσκησε έντονη κριτική στους ελληνικούς διπλωματικούς χειρισμούς, εξέφρασε ανησυχία για την ενίσχυση της τουρκικής αεροπορίας και συνέδεσε τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο με τα συμφέροντα του Ισραήλ. Παράλληλα, διατύπωσε την εκτίμηση ότι η αμερικανική στρατιωτική κινητικότητα στη Μέση Ανατολή μπορεί να προμηνύει νέα σύγκρουση με το Ιράν.
Το πιο αιχμηρό σημείο της τοποθέτησής του αφορούσε την πόντιση του καλωδίου. Ο κ. Μπαλτζώης περιέγραψε ένα πιθανό σενάριο στο οποίο τουρκικά και ελληνικά πολεμικά πλοία θα αναπτυχθούν στην περιοχή, θα δημιουργηθεί ένταση και στη συνέχεια θα υπάρξει παρέμβαση τρίτων, με τη Γαλλία να διαδραματίζει ρόλο στη διευθέτηση.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα θα μπορούσε τότε να εμφανίσει την απομάκρυνση των πλοίων της ως κίνηση υπέρ της ειρήνης, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι είχε ενημερωθεί και ότι είχε καταγράψει εμπράκτως τις διεκδικήσεις της. Με αυτόν τον τρόπο, προειδοποίησε, η συνέχιση του έργου δεν θα σήμαινε αυτομάτως και ακύρωση της τουρκικής αμφισβήτησης.
«Άρα παραμένει το γκριζάρισμα της περιοχής της Κάσου», ανέφερε χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας την ανησυχία του για το πολιτικό αποτύπωμα μιας τέτοιας εξέλιξης. Το σενάριο αυτό παρουσιάστηκε ως δική του εκτίμηση για τον πιθανό τρόπο διαχείρισης της κρίσης.
Στο ίδιο πλαίσιο επέκρινε τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, για την παρουσίαση των προηγούμενων εξελίξεων στην Κάσο. Επικαλούμενος τοποθέτηση του Άγγελου Συρίγου, υποστήριξε ότι είχε υπάρξει ελληνική υποχώρηση και αμφισβήτησε την εξήγηση πως οι εργασίες είχαν απλώς ολοκληρωθεί.
Σκληρή ήταν και η απάντησή του στο ερώτημα για τη γαλλική στάση απέναντι στην προοπτική διάθεσης πυραύλων Meteor στην Τουρκία. «Δεν φταίει ο Μακρόν. Εμείς φταίμε», είπε, αποδίδοντας την ευθύνη στην ελληνική πλευρά για την ανεπαρκή, κατά την άποψή του, εξασφάλιση των ελληνικών συμφερόντων στο πλαίσιο της συνεργασίας με το Παρίσι.
Αναφερόμενος στους Meteor, τόνισε τη σημασία τους ως όπλων αέρος–αέρος μεγάλου βεληνεκούς. Εξήγησε ότι η δυνατότητα προσβολής ενός αντιπάλου από μεγάλη απόσταση αποτελεί σοβαρό πλεονέκτημα στην αεροπορική μάχη. Η συζήτηση επικεντρώθηκε, έτσι, στις επιπτώσεις που θα είχε για την ελληνική αποτροπή η απόκτηση αντίστοιχων δυνατοτήτων από την τουρκική αεροπορία.
Για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ εκτίμησε ότι θα επιδιώξει να παραμείνει στην εξουσία, αναζητώντας είτε αλλαγή των συνταγματικών περιορισμών είτε μια διαδρομή μέσω πρόωρων εκλογών. Στη συζήτηση τέθηκε το ενδεχόμενο μιας κρίσης με την Ελλάδα ως μέσου πολιτικής κινητοποίησης στο εσωτερικό της Τουρκίας, με τον ίδιο να συμμερίζεται την ανησυχία. Πρόκειται για πρόβλεψη σχετικά με την πιθανή συμπεριφορά της τουρκικής ηγεσίας.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στον Μάρκο Ρούμπιο. Αναφερόμενος στην επίσκεψη στην Ελλάδα, η οποία κατά τον χρόνο της συζήτησης αναμενόταν, υπογράμμισε την πολιτική σημασία της παρουσίας του και τη βαρύτητα των τοποθετήσεών του. Θύμισε επίσης τη συνεργασία του με τον Μπομπ Μενέντεζ σε ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ τον παρουσίασε ως πρόσωπο με ισχυρές προοπτικές στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Στο μέτωπο του Ιράν, ο κ. Μπαλτζώης εκτίμησε ότι η συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων μπορεί να προετοιμάζει επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Τοποθέτησε το πιθανό χρονικό παράθυρο στον Νοέμβριο ή τον Δεκέμβριο, μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, και δεν απέκλεισε περιορισμένες χερσαίες ή αεροποβατικές επιχειρήσεις εναντίον συγκεκριμένων στρατηγικών στόχων.
Διευκρίνισε ότι δεν αναφερόταν σε κατάληψη ολόκληρου του Ιράν, αλλά σε επιχειρήσεις με συγκεκριμένους αντικειμενικούς σκοπούς, στις οποίες θεωρεί πιθανή και τη συμμετοχή του Ισραήλ. Η πρόβλεψη αυτή διατυπώθηκε ως προσωπική στρατιωτική εκτίμηση. Στη συζήτηση επισημάνθηκε και ο κίνδυνος μιας νέας ενεργειακής αναταραχής, με επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου και στο κόστος ζωής.
Κλείνοντας, επανήλθε στην Ανατολική Μεσόγειο, επικαλούμενος ανάλυση της Jerusalem Post για τις επιπτώσεις του τουρκολιβυκού μνημονίου στις θαλάσσιες οδούς του Ισραήλ. Όπως μετέφερε, η τουρκική επιδίωξη δημιουργίας ενός διαδρόμου έως τη Λιβύη, παρακάμπτοντας ελληνικά νησιά όπως η Κρήτη και η Ρόδος, αντιμετωπίζεται ως απειλή για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και την ασφάλεια των ισραηλινών εμπορικών και εφοδιαστικών διαδρομών.
Για τον ίδιο, η ελληνική θέση ότι το μνημόνιο είναι παράνομο δεν αρκεί για να εμποδίσει την Τουρκία να το χρησιμοποιεί ως εργαλείο πίεσης. «Παράγει και ξαναπαράγει», είπε, αναφερόμενος στις πρακτικές συνέπειες της τουρκικής πολιτικής και στις παρεμβάσεις κατά της πόντισης του καλωδίου. Εκτίμησε, τέλος, ότι τα συμφέροντα του Ισραήλ μπορεί να οδηγήσουν σε ενεργότερη αντίδραση απέναντι στις τουρκικές επιδιώξεις.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας