Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κύπρος: Πώς χρησιμοποιείται το Ισλάμ από την Τουρκία για τον εποικισμό και τον αφελληνισμό της Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

ΕΝΙΟΤΕ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΑΝ ΤΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΠΡΟΣ ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ

Μάριος Πούλλαδος

Απόγονοι του κατακτητικού οθωμανικού στρατού, των εποίκων από την Ανατολία, καθώς και των Ελλήνων και άλλων χριστιανών που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, οι σημερινοί Τ/κ

«Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί (στην Κύπρο), η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοικτό ένα κυπριακό ζήτημα», έγραψε Νταβούτογλου

«Ο εθνικισμός ήταν αυτός που δημιούργησε αυτή την κατάσταση. Οι Τ/κ δεν υπήρξαν ποτέ φονταμενταλιστές», δήλωσε ο Ακιντζί

«Οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμού ήταν ένα σημαντικό μέρος της οθωμανικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής», δήλωσε ο ερευνητής Jennings

Στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Wall Street Journal», o κατοχικός ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί, κληθείς να σχολιάσει κατά πόσον είναι αναγκαία η επίτευξη λύσης στο Κυπριακό προκειμένου να αποτραπεί μια ενδεχόμενη έξαρση του ισλαμικού φονταμενταλισμού, δήλωσε πως κάτι τέτοιο δεν συνδέεται με την Κύπρο. «Ο εθνικισμός ήταν αυτός που δημιούργησε αυτή την κατάσταση. Οι Τ/κ δεν υπήρξαν ποτέ φονταμενταλιστές», είπε προσθέτοντας: «Εντάξει, είναι μουσουλμάνοι, αλλά είναι η μαλακή πλευρά της μουσουλμανικής θρησκείας.

Το τζαμί δεν είναι τόσο ισχυρό όσο η χριστιανική ορθόδοξη εκκλησία στην άλλη πλευρά». Η τοποθέτηση αυτή του κ. Ακιντζί περιέχει μια δόση αλήθειας, εντούτοις για να κατανοήσει κανείς τη δυναμική εξάπλωσης και λειτουργίας του Ισλάμ, οφείλει να λάβει υπ’ όψιν τις ιστορικές καταβολές της εν λόγω θρησκείας στην Κύπρο και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε προς εξυπηρέτηση των οθωμανικών γεωπολιτικών επιδιώξεων.

Το ιστορικό υπόβαθρο
To Ισλάμ στην Κύπρο ανατρέχει σε μια ιστορία σχεδόν 1.400 χρόνων, από τη στιγμή δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε η συγκεκριμένη θρησκεία. Οι επιδρομές των πρώτων Αράβων μουσουλμάνων στο νησί τον 7ο αιώνα, επέτρεψαν αναπόφευκτα τη δημιουργία διάφορων θρύλων που σχετίζονται με την παρουσία σημαντικών μουσουλμάνων στο νησί. Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Χαλά Σουλτάν Τεκκέ στη Λάρνακα, που συνδέεται με την Ουμ Χαράμ, η οποία, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, αποτελούσε μια γυναίκα ακόλουθο του Προφήτη Μωάμεθ, και το Hazrat-i Οmer, το σημείο τόπο ταφής των «Επτά Μαρτύρων».

Ωστόσο, η πληθυσμιακή εξάπλωση του μουσουλμανικού στοιχείου στην Κύπρο άρχισε να αναπτύσσεται μόνο εννέα αιώνες αργότερα, και συγκεκριμένα μετά την οθωμανική κατάκτηση (1571) όταν, στο πλαίσιο της πολιτικής εποικισμού από τον Σουλτάνο, στάλθηκαν στο νησί ένοπλες φρουρές προκειμένου να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους στο νησί. Ουσιαστικά, ο Σουλτάνος άφησε ένα μικρό σύνταγμα ιππικού μαζί με άλλους στρατιώτες και με αυτοκρατορική εντολή (φιρμάνι), επέτρεψε τη μεταφορά νησί 12.000 οικογενειών από τη Μικρά Ασία.

Σχεδιασμένος εποικισμός
Βάσει αξιόπιστων ερευνών από Τούρκους μελετητές, ο Ronald Jennings, στο έργο του «Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Οθωμανική Κύπρο και τη Μεσόγειο» (1993), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο πραγματικός αριθμός των ατόμων που εξορίστηκαν στο νησί ήταν πολύ χαμηλότερος από τις 12.000 οικογένειες που ήταν προγραμματισμένες να μεταφερθούν αρχικά. Η σύνθεση των νεοφερμένων ποικίλλει από την άποψη της θρησκείας και της εθνοτικής προέλευσης και περιλάμβανε τόσο μουσουλμάνους όσο και χριστιανούς.

Το 1581 ο αριθμός των οικογενειών που εγκαταστάθηκαν νησί έφτανε περίπου τις 8.000. Ορισμένοι από τους έποικους μετανάστευσαν από τη Μερσίνα, την Αττάλεια, την Υοσγάτη, το Καντιρλί (την αρχαία Φλαβιόπολη), την Αττάλεια, το Χαλέπι και τις γύρω περιοχές. Από το Χαλέπι συγκεκριμένα, μεταφέρθηκαν περίπου 200 οικογένειες. Προκειμένου να αυξηθεί ο αριθμός των εποίκων, η οθωμανική κυβέρνηση αποφάσισε να μεταφέρει και νομαδικές φυλές της κεντρικής Ανατολίας.

Το δεύτερο κύμα
Με διαταγή που εκδόθηκε το 1669, αποφασίστηκε ότι νομαδικές φυλές θα έπρεπε να μετακινηθούν στην Κύπρο. Αυτό ξεκίνησε το δεύτερο κύμα της μαζικής μετανάστευσης στο νησί μας. Ως αποτέλεσμα, οι νομαδικές αυτές φυλές άρχισαν μια εξέγερση που διήρκεσε μέχρι το έτος 1856. Την εποχή αυτή, 2.500 οικογένειες από τις φυλές Begdili, Bayat, Avsar, Kacar και Bozdogan εξορίστηκαν στην Κύπρο. Σε αυτό το δεύτερο κύμα συμπεριλαμβάνονταν και 50.000 Τουρκομάνοι, τους οποίους σήμερα η Τουρκία χρησιμοποιεί στη Συρία προκειμένου να προωθήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα, με παρόμοιο τρόπο που έπραξε στην Κύπρο κατά το πρόσφατο παρελθόν. Από το 1777 μέχρι το 1792, το ποσοστό των Τούρκων στην Κύπρο ανήλθε στο 55%, ενώ μέχρι το 1841 μειώθηκε στο 27%. Πιστεύεται ότι η αιτία αυτής της μείωσης ήταν και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του δέκατου ένατου αιώνα, αφού πολλοί Τούρκοι άνδρες που αναγκάστηκαν να φύγουν από την Κύπρο για να πάνε στον πόλεμο, δεν επέστρεψαν ποτέ.

Περιθωριοποίηση χριστιανών
Αξίζει να σημειωθεί ότι την οθωμανική περίοδο, οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι ανήκαν κατά κύριο λόγο στον στρατό και τις νέες άρχουσες τάξεις, εγκαταστάθηκαν κατά μεγάλους αριθμούς στις πόλεις και τα διοικητικά κέντρα, ενώ οι αυτόχθονες Έλληνες και οι υπόλοιποι χριστιανικοί πληθυσμοί αναγκάστηκαν σε πολλές περιπτώσεις να διαφύγουν στην εξοχή. Στην Αμμόχωστο, παραδείγματος χάριν, «λόγοι ασφαλείας» κατέστησαν αναγκαία την απαγόρευση της διανυκτέρευσης όλων των μη-μουσουλμάνων στην εντός των τειχών πόλη. Με το πέρασμα του χρόνου, ωστόσο, η οθωμανική τουρκική κοινότητα βρέθηκε διασκορπισμένη σε όλο το νησί, ενώ οι Τουρκοκύπριοι ζούσαν σε εθνοτικά μεικτές κοινότητες στις πόλεις και στις αγροτικές περιοχές.

Δημογραφικό έγκλημα
Κατά τη διάρκεια των τριών αιώνων της Τουρκοκρατίας υπήρξε συνεχής δημογραφική αλλαγή που προκλήθηκε από μεταναστεύσεις, πανούκλα, πείνα και από τον τρόπο διακυβέρνησης του νησιού από ορισμένους διοικητές. «Οι βίαιες μετακινήσεις πληθυσμού ήταν ένα σημαντικό μέρος της οθωμανικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής, ιδίως από τον καιρό του Μωάμεθ του Πορθητή. (…) Η πολιτική της εξορίας στην Κύπρο, τότε, αποτελούσε ακριβώς μιαν άλλη πτυχή τέτοιων πληθυσμιακών πολιτικών», αναφέρει ο Jennings. Ιστορικές αφηγήσεις, συμπεριλαμβανομένων των οθωμανικών πηγών, δείχνουν ότι η σημερινή τουρκοκυπριακή κοινότητα έχει εξελιχθεί από δύο κατηγορίες: τους απόγονους του κατακτητικού οθωμανικού στρατού και των εποίκων από την Ανατολία, καθώς και από Έλληνες και άλλους χριστιανούς που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ.

Οι Λινοβάμβακοι
Τη συγκεκριμένη περίοδο, παρατηρήθηκε μάλιστα το φαινόμενο μαζικών αλλά και ατομικών θρησκευτικών μετατροπών των χριστιανών σε μουσουλμάνους, γεγονός που αύξησε τον αριθμό των δεύτερων. Στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξε, ως γνωστόν, μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα κρυπτοχριστιανών, οι επονομαζόμενοι Λινοβάμβακοι, οι οποίοι δημόσια δήλωναν μουσουλμάνοι, ενώ διατηρούσαν να τελούν τη χριστιανή πίστη στα κρυφά.

Οι εφημερίδες κατά τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής κυριαρχίας κατέγραφαν περιπτώσεις επιστροφής των Λινοβαμβάκων στον χριστιανισμό. Η ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, ωστόσο, επιχείρησε μερικές φορές να πετύχει τη μεταστροφή αυτή μέσω καταναγκασμού, και συγκεκριμένα μέσω της απαγόρευσής τους από χριστιανικές θρησκευτικές τελετές, εκτός αν επισήμως ασπάζονταν τον χριστιανισμό. Οι ενέργειες αυτές επέφεραν τα αντίθετα αποτελέσματα, δημιουργώντας ένα αίσθημα αποξένωσης και κατ’ επέκταση εδραίωσης της προσήλωσής τους στο Ισλάμ. Η ύπαρξη των Λινοβαμβάκων στην Κύπρο συνεχίστηκε περίπου μέχρι και τη δεκαετία του 1950-1960.

Η Σαρία στην Κύπρο
Μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου από τους Βενετούς, το νησί μετατράπηκε ουσιαστικά σε επαρχία του ισλαμικού κράτους στο οποίο επικράτησε ο Ισλαμικός Νόμος (Σαρία). Στο πλαίσιο του οθωμανικού συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης, μιλλιέτ, μετά και την εκδίωξη των Καθολικών από το νησί, προέκυψε μια ιδιαίτερη κατανομή των αρμοδιοτήτων, που οδήγησε σε ισχυρή συμμετοχή της ορθόδοξης Εκκλησίας στην οθωμανική διοίκηση. Με τη μυστική συμφωνία μετάβασης της διοίκησης του νησιού από τους Οθωμανούς στους Βρετανούς το 1878, η βρετανική διοίκηση άρχισε να εισαγάγει αλλαγές στα διάφορα ισλαμικά ιδρύματα, περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό τις οθωμανικές επενδύσεις σε θρησκευτικά κέντρα. Σύμφωνα με τις εκθέσεις απογραφής, από τα τέλη της οθωμανικής και της πρώιμης βρετανικής περιόδου, το ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού στο νησί ήταν περίπου είκοσι τοις εκατό.

Εργαλειοποίηση της θρησκείας
Στις βρετανικές αποικίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, τα ισλαμικά ιδρύματα και ο ίδιος ο ισλαμικός νόμος απέκτησαν ένα ιδιόμορφο χαρακτήρα, ως αποτέλεσμα της εργαλειοποίησης της θρησκευτικής ταυτότητας και του εκάστοτε θρησκευτικού νόμου των «ιθαγενών». Στη «βρετανική» Κύπρο, η Σαρία ήταν το εφαρμοστέο δίκαιο τόσο σε οικογενειακές όσο και ιδιωτικές υποθέσεις της μουσουλμανικής κοινότητας. Έτσι, ενώ στη νομοθεσία της νεο-ιδρυθείσας τότε Τουρκικής Δημοκρατίας ο νόμος απέκτησε έναν εκκοσμικευμένο χαρακτήρα, στα κυπριακά δικαστήρια η Σαρία και οι βασικές δομές του ισλαμικού οικογενειακού δίκαιου παρέμειναν σε ισχύ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Τούρκοι ή Μουσουλμάνοι;
Το βασικό ερώτημα που υπήρχε τότε και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα είναι η ακριβής ταυτότητα των Τουρκοκυπρίων, αφού κάποιοι τούς θεωρούν ως μια «μουσουλμανική κοινότητα» και όχι ως «Τούρκους πολίτες». Σύμφωνα με τις επιστημονικές μελέτες των Heinrich και Stohmeir, η εξέλιξη αυτή αντανακλά την πολιτική διάσπαση στη μουσουλμανική κοινότητα και τις ιδιαιτερότητες του τουρκικού εθνικισμού στην Κύπρο. «Σε γενικές γραμμές, ενώ η μια φατρία προπαγάνδιζε την τουρκική ταυτότητα και τη συγγένεια μεταξύ των Τούρκων της Κύπρου και της “Μητέρας Πατρίδας”, η άλλη τόνιζε την ύπαρξη μιας μουσουλμανικής κοινότητας που παρέμεινε πιστή στη βρετανική κυβερνήση».

Η Συνθήκη της Λωζάννης
Το μελανό σημείο στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και της πορείας των μουσουλμάνων Τούρκων στο νησί αποτελεί η μη εφαρμογή της Συνθήκης της Λωζάννης (1923). Συγκεκριμένα, το άρθρο 21 προέβλεπε ρητά ότι οι Τούρκοι, οι οποίοι κατοικούσαν μέχρι τότε στην Κύπρο, όφειλαν, εντός δυο ετών, να αποβάλουν την τουρκική ιθαγένεια και να αποκτήσουν τη βρετανική. Σε κάθε άλλη περίπτωση όσοι αρνούνταν να το πράξουν, όφειλαν, βάσει της Συνθήκης, να αποχωρήσουν από το νησί και να επιστρέψουν στην Τουρκία. Κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκε ποτέ, με αποτέλεσμα οι μουσουλμάνοι-Τούρκοι να παραμείνουν στο νησί προς εξυπηρέτηση των μελλοντικών διχοτομικών σχεδίων Αγγλίας-Τουρκίας.

Το κόλπο Νταβούτογλου
Συμπερασματικά, ένα από τα βασικότερα προβλήματα του Κυπριακού είναι το θέμα των εποίκων, το οποίο, βάσει του Διεθνούς Δικαίου, αποτελεί έγκλημα πολέμου. Το κατά πόσον αυτοί είναι μουσουλμάνοι ή Τούρκοι, δεν αποτελεί εμπόδιο για τα σχέδια της ισλαμικής Τουρκίας, αφού ο ίδιος ο αρχιτέκτονας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και οραματιστής της αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, στο έργο του «Στρατηγικό Βάθος» σημειώνει επί του θέματος: «Ακόμα και αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί (στην Κύπρο), η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ανοικτό ένα κυπριακό ζήτημα»! Επομένως, το Κυπριακό ποτέ δεν υπήρξε μόνο θέμα εθνικής διαμάχης μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά, με εργαλείο τη θρησκεία του Ισλάμ, η Τουρκία προσπαθεί ενίοτε να πετύχει τους στρατηγικούς της στόχους για κατάληψη και έλεγχο ολόκληρου του νησιού.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή