Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ΗΠΑ αναμένεται να ασκήσουν διπλωματικές πιέσεις στην Ελλάδα, για να δοθούν τα F-16 στην Τουρκία!!!

Δημοσιεύτηκε στις

Turkish Defense Ministry via AP

Η «συλλογική μνήμη» της ελληνικής διπλωματίας δεν έχει λησμονήσει τις πιέσεις που είχε ασκήσει η Ουάσινγκτον το 1975 στον Κωνσταντίνο Καραμανλή για να παρέμβει στο ελληνικό λόμπυ …υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στην Τουρκία. (σ.σ. Αποσπάσματα των πρακτικών των συναντήσεων στο τέλος του κειμένου).

Κομβικό σημείο είναι η επίσκεψη του Αμερικανού ΥΠΕΞ Άντονι Μπλίνκεν στην Αθήνα στις 20-21 Φεβρουαρίου που εκτός απροόπτου αναμένεται να φθάσει έχοντας προηγουμένως πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Άγκυρα, μια επίσκεψη η οποία επίσημα δεν έχει επιβεβαιωθεί λόγω των ακραίων αντιαμερικανικών δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων με πρώτο τον υπουργό Εσωτερικών Σοϊλού.

Η Άγκυρα ακολουθώντας τη γνωστή τακτική του «ανατολίτικου παζαριού» επιχειρεί να φορτώσει όσο μπορεί την ατζέντα των διμερών σχέσεων με τις ΗΠΑ, ώστε να φέρει σε θέση …υπόλογου την αμερικανική κυβέρνηση και συγχρόνως παίζει συνειδητά το χαρτί της «αυτονομίας» στην εξωτερική πολιτική ώστε να υποχρεώσει τους Αμερικανούς σε παραχωρήσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι η Τουρκία θα παραμείνει «αξιόπιστη» σύμμαχος.

Μέχρι να φθάσει στην Άγκυρα ο κ. Μπλίνκεν η τουρκική κυβέρνηση θα έχει διαμορφώσει μια φουσκωμένη με δυσάρεστα θέματα ατζέντα που στον πυρήνα της θα έχει όμως τα F-16.

Ένα ζήτημα που είναι κρίσιμο για τη διατήρηση του αξιόμαχου της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας κυρίως όμως είναι θέμα πρεστίζ για την Άγκυρα. Ότι όχι μόνο δεν αποκλείεται από εξοπλισμούς αλλά ότι ακόμη κι αν επιχειρείται από ορισμένους κύκλους η απομόνωση της στο Δυτικό στρατόπεδο, η «εμπνευσμένη και αγέρωχη» στάση του προέδρου Ερντογάν είναι ικανή να κάμψει κάθε αντίσταση.

Βεβαίως, στις αρχικές ενστάσεις των μελών του Κογκρέσου με επικεφαλής τον Μπομπ Μενέντεζ για την υπόθεση των F-16, που αφορούσαν τη διακοπή των υπερπτήσεων σε ελληνικά νησιά, ήρθε να προστεθεί η ευρύτερης αποδοχή προϋπόθεση για την άρση του τουρκικού βέτο στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ με την ένταξη της Σουηδίας και της Φιλανδίας.

Μια διαδικασία η οποία έχει έρθει σε σημείο μηδέν όχι μόνο επειδή η Σουηδία αρνήθηκε να αποδεχθεί την ιταμή απαίτηση της Τουρκίας για έκδοση περίπου 150 ατόμων από το σουηδικό έδαφος τους οποίους θεωρεί τρομοκράτες, αλλά και λόγω του επεισοδίου του καψίματος του Κορανίου.

Η υπόθεση αυτή έδωσε την ευκαιρία στον Ερντογάν να εκμεταλλευθεί προεκλογικά το ισλαμοεθνικιστικό χαρτί και συγχρόνως να εμφανισθεί ως ο ηγέτης του παγκόσμιου Ισλάμ που ανέλαβε μόνος του να σώσει την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό στην πίστη των απανταχού μουσουλμάνων.

Η άρνησή του όμως να εγκρίνει την ένταξη των δυο χωρών στο ΝΑΤΟ, παρά τις ντρίμπλες για διαχωρισμό των Πρωτοκόλλων προσχώρησης Φιλανδίας και Σουηδίας, έχει προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις στην Δύση και στο ίδιο το ΝΑΤΟ καθώς στερεί από τους κρυφούς και φανερούς συμμάχους του επιχειρήματα, όταν ζητούν παραχωρήσεις προς την Τουρκία ώστε να παραμείνει αξιόπιστη σύμμαχος.

Για την κυβέρνηση Μπάιντεν, που απαντά διακριτικά στις καθημερινές προκλήσεις του τουρκικού καθεστώτος θέλοντας να κρατήσει χαμηλά το κλίμα ενόψει και της επίσκεψης Μπλίνκεν , η κατάσταση περιπλέκεται καθώς ακόμη και με την υπερπήδηση του εμποδίου «Μενέντεζ» είναι προφανές ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας για τα F-16  υπό τις παρούσες συνθήκες. Όμως, η προσδοκία ότι μετά τις εκλογές ο κ. Ερντογάν μπορεί να βρει τρόπο να κάνει την κολοτούμπα σε σχέση με την Σουηδία, οδηγεί το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σε αναζήτηση εναλλακτικών ώστε να είναι έτοιμο να προχωρήσει χωρίς άλλα εμπόδια στην υλοποίηση της συμφωνίας μετά από μια τέτοια στροφή της Άγκυρας.

Η Ουάσινγκτον θα θελήσει να κλείσει από τώρα μέτωπα που θα αφορούσαν τα ελληνοτουρκικά, τα οποία θα μπορούσαν να προβάλουν στο Κογκρέσο γερουσιαστές και βουλευτές βραχυκυκλώνοντας την πώληση των F-16.

Η Αθήνα είναι προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο ο Μπλίνκεν να επικαλεσθεί την πάγια επιχειρηματολογία της αμερικανικής διοίκησης ότι η επιβολή όρων και προϋποθέσεων και εμπάργκο όπλων στην Τουρκία είναι «αντιπαραγωγικά» και όχι μόνο δεν συνετίζουν την Τουρκία αλλά αντίθετα την οδηγούν σε παρεκτροπές και ότι η Ουάσιγκτον έχει μεγαλύτερη δυνατότητα πειθούς και παρέμβασης προς την Άγκυρα εάν δεν υπάρχουν τέτοιου είδους «εμπόδια».

Καθώς ο Αμερικανός ΥΠΕΞ θα έρχεται από την Άγκυρα θα έχει αποκομίσει μια συνολική εικόνα των τουρκικών θέσεων και θα έχει γίνει δέκτης των τουρκικών αντιδράσεων για την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας και την αναβάθμιση των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Αυτό που η τουρκική ηγεσία ονομάζει «ανατροπή της ισορροπίας» των σχέσεων των ΗΠΑ με Ελλάδα και Τουρκία.

Επίσης, η τουρκική πλευρά θα παρουσιάσει τα δικά της στοιχεία για τη δραστηριότητα στο Αιγαίο, που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα παρουσιάζοντας περιορισμένο αριθμό περιστατικών παραβίασης του ελληνικού εναέριου χώρου τα οποία μάλιστα αποδίδουν στη «δικαιολογημένη» αντίδραση της Τουρκικής Αεροπορίας στην «παράνομη δραστηριότητα» των ελληνικών μαχητικών.

Επίσης, καταγράφεται το γεγονός ότι μετά την κλιμάκωση των αντιδράσεων στο Κογκρέσο είχε υπάρξει μια παύση σε υπερπτήσεις για περίπου ένα μήνα ενώ και στις αρχές του 2023 υπάρχει μειωμένος σε σχέση με άλλα χρόνια αριθμός υπερπτήσεων ,κάτι που θα μπορούσε η αμερικανική πλευρά να παρουσιάσει ως «θετικό σημάδι» και ως «ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί», με την πεποίθηση ότι η απελευθέρωση της αγοράς των F-16 θα οδηγήσει και σε …αλλαγή στάσης της Τουρκίας.

Η αμερικανική πλευρά δύσκολα θα έφθανε σε σημείο να ζητήσει την παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης προς το Ελληνοαμερικανό λόμπι και στον γερουσιαστή Μενεντεζ, γνωρίζοντας ότι θα απορρίπτονταν ασυζητητί, αλλά πιθανότατα να θελήσει να υποβαθμίσει τις τουρκικές προκλήσεις ή να προτείνει την υιοθέτηση Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης θεωρώντας ότι έτσι θα διασκεδάζονταν οι ανησυχίες των γερουσιαστών και βουλευτών που συμμερίζονται τις θέσεις Μενέντεζ.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν πρέπει να δεχθεί τέτοιο θέμα προς συζήτηση και οφείλει να παραμείνει σταθερή στις θέσεις που διατύπωσε στην ομιλία του στο Κογκρέσο ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης. Τα «θετικά μηνύματα» από την Άγκυρα δεν μπορεί να είναι η ανάθεση πραγματοποίησης μερικών υπερπτήσεων σε drones αντί για F16, ούτε το επιχείρημα ότι οι υπερπτήσεις γίνονται κυρίως σε μη κατοικημένα νησιά… Εξάλλου το τελευταίο δείγμα γραφής της Άγκυρας με τον Ερντογάν να απειλεί ότι θα έρθει μια νύχτα ξαφνικά και ότι οι πύραυλοι του θα πλήξουν την Αθήνα, κάθε άλλο παρά καθιστούν «αθώα» την πώληση νέων και αναβάθμιση παλιών F16.. Και αυτό θα πρέπει να εξηγηθεί πειστικά στην αμερικανική πλευρά. 

Αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που οι Αμερικανοί θα στρέφονται στην Αθήνα, καθώς το 1975 ο πρόεδρος Φορντ και ο Υπουργός εξωτερικών Κίσινγκερ πίεσαν ασφυκτικά τον Κ. Καραμανλή σε δυο συναντήσεις που είχαν (Βρυξέλλες Μάιο και Ελσίνκι Ιούλιο του 1975), προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να ασκήσει την επιρροή της στο ελληνικό λόμπι στο Κογκρέσο (με τις ιστορικές φυσιογνωμίες Μπρεδήμα- Σαρμπάνη) ώστε να αρθεί το εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στην Τουρκία μετά την τουρκική εισβολή. Το επιχείρημα του προέδρου Φορντ ήταν ότι έτσι θα …άνοιγε ο δρόμος για την λύση του Κυπριακού και της βελτίωσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ακολουθούν αποσπάσματα των διαλόγων όπως έχουν καταγραφεί στα επίσημα πρακτικά των συναντήσεων από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ:

«….-Πρόεδρος Φορντ: Κατάλαβα ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν επρόκειτο να λάβει θέση. Πάντα έλεγα ότι θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε περισσότερο την Ελλάδα και να προχωρήσουμε προς μια ειρηνική διευθέτηση στην Κύπρο εάν αρθεί το εμπάργκο. 

-Καραμανλής: Δεν πρέπει να νομίζετε ότι θα έχετε περισσότερη επιρροή. Αλλά δεν θέλω να συνδέσω αυτά τα θέματα. Εναπόκειται σε εσάς να αποφασίσετε για τα όπλα, αλλά κατά την άποψή μου η επιρροή σας δεν θα αυξηθεί με την άρση του εμπάργκο, διότι, σε τελική ανάλυση, προσπαθήσατε και τα δύο — να άρετε το εμπάργκο και να συνεχίσετε τις αποστολές όπλων και οι δύο απέτυχαν. Κατά την άποψή μου, ο τρόπος για να επιτευχθεί πρόοδος είναι να πάρετε διακριτικά δεσμεύσεις από τους Τούρκους, έτσι ώστε να μην πληγεί η υπερηφάνεια τους και στη συνέχεια να αρθεί το εμπάργκο από την ανάληψη δράσης αργότερα. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν επιθυμούν να κάνουν παραχωρήσεις υπό πίεση και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να πάρετε τη διακριτική συμφωνία τους….»

….»-Κίσινγκερ: Φοβάμαι ότι αυτό έχει γίνει ένα προσωπικό ζήτημα για ορισμένους ανθρώπους. Οι βουλευτές λένε ότι έχουν μια πηγή στο γραφείο του Έλληνα πρωθυπουργού που λέει ότι δεν κάνουμε τίποτα για να βοηθήσουμε με τους Τούρκους και ότι στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να συνωμοτούμε με τους Τούρκους για να δημιουργήσουμε αδιέξοδο.

-Καραμανλής:Αυτό είναι κουτσομπολιό και δεν είναι αλήθεια. Αν πρέπει να πω κάτι στην αμερικανική κυβέρνηση, θα το κάνω ευθέως. Δεν θέλω να πω τίποτα για τα μεγάλα κράτη, αλλά είναι απολύτως απαραίτητο για ένα μικρό κράτος να μιλήσει ειλικρινά και έντιμα…».

«…-Καραμανλής: Η κυβέρνησή μου δεν μπορεί να βοηθήσει την αμερικανική κυβέρνηση, και να μιλήσει υπέρ της υποστήριξης του εχθρού. Αυτό θα ήταν πολιτική αυτοκτονία….».

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα38 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή