Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γίρι Σεντίβι: H Κύπρος μπορεί να συνεισφέρει στην ευρωπαϊκή άμυνα

Δημοσιεύτηκε στις

Γίρι Σεντίβι, γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (EDA)

 Ξένια Τούρκη   

H εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, παρά τις ενδείξεις που υπήρχαν και τις προειδοποιήσεις που ακούστηκαν, έπιασε την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως και τους περισσότερους στον ύπνο. Ένας βίαιος πόλεμος μαίνεται σε ευρωπαϊκό έδαφος, εδώ και ένα χρόνο. Στο διάστημα αυτό νέες πραγματικότητες αναδυθήκαν με ζητήματα όπως η άμυνα και η ασφάλεια της ΕΕ να μπαίνουν πλέον στο επίκεντρο των εξελίξεων.

Στην συνέντευξή του στον «Φιλελεύθερο», ο Γίρι Σεντίβι, γενικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (EDA) εξήγησε πως αν και η άμυνα πάντα θα αποτελεί ευθύνη του κάθε μέλους κράτους ξεχωριστά, αν πήραμε κάποιο μάθημα από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, είναι ότι οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη, αμυντική συνεργασία ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη, προκειμένου να αντιμετωπίζουν πιο αποτελεσματικά και δυναμικά τις κοινές απειλές που υπάρχουν. 

Η Κύπρος, εξήγησε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος, παρά το ότι δεν αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ, που αποτελεί τον βασικότερο πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο, καθώς αποτελεί ενεργό μέλος του ΕDA. Η Κύπρος έχει συνεισφέρει σε 12 έργα και προγράμματα το τελευταίο διάστημα και μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα, δήλωσε ο Γίρι Σεντίβι. «Έχει ένα πολύ καλό ερευνητικό και τεχνολογικό οικοσύστημα και για αυτό η συμμετοχή της σε έργα και δράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου και του EDA πρέπει να συνεχιστεί αλλά και να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο», επεσήμανε. 

Πάντως, τα κράτη-μέλη σημείωσαν ουσιαστική πρόοδο τα τελευταία χρόνια για να προχωρήσουν προς μια πιο συνεργάσιμη, ενοποιημένη, ισχυρή και αποτελεσματική ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά ακόμα απομένουν βήματα να γίνουν. Η αμυντική συνεργασία έχει νόημα: Δημοσιονομικό νόημα, καθώς η από κοινού ανάπτυξη, αγορά και χρήση αμυντικού εξοπλισμού είναι λιγότερο δαπανηρή απ’ ό,τι αν κάθε χώρα το κάνει μόνη της, πολιτικό νόημα μιας και επίδειξη ενότητας αυξάνει το βάρος της Ευρώπης στη διεθνή σκηνή και το πιο σημαντικό επιχειρησιακό νόημα, καθώς η συνεργασία ενισχύει τη διαλειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα των αμυντικών δυνατοτήτων έχουν τα ευρωπαϊκά κράτη. Με το ΝΑΤΟ βέβαια να συμπληρώνει και να ενισχύει την ευρωπαϊκή άμυνα.  

-Ποιοι κίνδυνοι αναδείχθηκαν για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία;

-Η βάρβαρη και προβοκατόρικη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε στον μεγαλύτερο χερσαίο πόλεμο στην Ευρώπη από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την τραγική πραγματικότητα, βλέπουμε ότι αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε μια επιθετική και ρεβανσιστική Ρωσία, που ήταν εδώ και καιρό, ο φόβος αρκετών κρατών μελών μας, ειδικά αυτών της Βαλτικής. Προφανώς ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανατολική μας πλευρά είναι η Ρωσία να προσπαθήσει να δοκιμάσει τα όρια της ανοχής μας και να βρει τυχόν αδυναμίες μας. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μπορεί να διενεργήσει κυβερνοεπιθέσεις από τη μια άκρη της ηπείρου μέχρι την άλλη. Δοκίμασε να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως όπλο εναντίον μας. Αλλά για την κοινή μας άμυνα έχουμε το ΝΑΤΟ και η Συμμαχία είναι πιο ενωμένη από ποτέ. 

Από την άλλη η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε με συντονισμένη δράση με ταχύτητα και αποφασιστικότητα. Επέβαλε κυρώσεις, στη Μόσχα, εκπαίδευσε τον ουκρανικό στρατό και παρείχε οπλισμό αλλά και οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο μέσω ενός νέου ταμείου του European Peace Facility, ενώ βοήθησε και στο να βρεθούν νέες πηγές ενέργειες. Ρωτήσατε για κινδύνους. Η αποφασιστικότητά μας να βοηθήσουμε την Ουκρανία σαφώς και εμπεριέχει κινδύνους. Και εδώ είναι που ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας μπορεί να βοηθήσει, καθώς επιδιώκουμε να υποστηρίξουμε τα κράτη μέλη να αναπληρώσουν τις προμήθειες όπλων που οι ένοπλες δυνάμεις τους στέλνουν στο Κίεβο. Οι κοινές αγορές σύγχρονων οπλικών συστημάτων μπορούν, να ενισχύσουν την αμυντική μας βιομηχανία.

-Υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη συνεργασία στην ασφάλεια και την άμυνα στην ΕΕ μετά την ρωσική εισβολή;

-Η άμυνα πάντα θα αποτελεί ευθύνη του κάθε μέλους κράτους ξεχωριστά. Αλλά αν πήραμε κάποιο μάθημα από τα δραματικά γεγονότα το τελευταίου χρόνου είναι ό,τι οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη, αμυντική συνεργασία. Η ΕΕ είναι μια παγκόσμια δύναμη ήπιας ισχύος και οικονομικά είναι πολύ ισχυρή, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα είτε παραμελήσαμε τις αμυντικές μας ικανότητες είτε δουλέψαμε απομονωμένα, κάτι που οδήγησε σε αλληλεπικαλύψεις και σπατάλη των πόρων μας. Και εδώ είναι που ο EDA μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο. Είμαστε ένας διακυβερνητικός οργανισμός που βοηθά τα κράτη μέλη να αναπτύξουν συλλογικά τις στρατιωτικές τους δυνατότητες, όπως και νέες τεχνολογίες, αν και στο τέλος οι αποφάσεις ανήκουν πάντα στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Υποστηρίζουμε την ανάπτυξη δυνατοτήτων και τη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, τονώνουμε την αμυντική έρευνα και τεχνολογία και ενισχύουμε την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Και τέλος, λειτουργούμε ως γέφυρα μεταξύ των στρατιωτικών μας πολιτικών και των πολιτικών της ΕΕ. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με τον Ύπατο Εκπρόσωπο της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, ο οποίος διεμήνυσε ότι «ο ρωσικός επιθετικός πόλεμος κατά της Ουκρανίας έδειξε την ανάγκη για μια ισχυρότερη και πιο ικανή Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας».

-Ποιες είναι οι υποδείξεις του EDA για την Κύπρο; Ποια μέτρα πρέπει να λάβει η Λευκωσία ώστε να ενδυναμώσει την άμυνα και την ασφάλειά της;

-Η Κύπρος είναι μέλος του EDA, και μάλιστα ενεργό όπως, με ευχαρίστηση, διαπιστώνω. Πρόσφατα έχει συνεισφέρει σε 12 έργα και προγράμματα του EDA σε θέματα που κυμαίνονται από την Θαλάσσια Παρακολούθηση (MARSUR), την Στρατιωτική Κινητικότητα και το Δίκτυο Πολυτροπικών Κόμβων Μεταφορών της ΕΕ, την κοινή εκπαίδευση στα ελικόπτερα ή την κοινή χρήση στρατιωτικών ανταλλακτικών ανάμεσα στα κράτη μέλη. Επίσης, η χώρα έχει ενεργή συμμετοχή ή και ρόλο παρατηρητή σε 10 πρότζεκτ της PESCO, κάτι που αντανακλά την ισχυρή υποστήριξη της Κύπρου στην ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία. Η συμμετοχή της Κύπρου σε υψηλού επιπέδου βιομηχανικές εκθέσεις όπως η DEFEA είναι ένα ενθαρρυντικό σημάδι μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο βελτίωσης της αμυντικής βιομηχανίας της Ευρώπης. Επιπλέον έχει ένα πολύ καλό ερευνητικό και τεχνολογικό οικοσύστημα και για αυτό η συμμετοχή της σε έργα και δράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου και του EDA πρέπει να συνεχιστεί αλλά και να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο. Κάτι, που, επίσης, ανοίγει το δρόμο για να ανταποκριθεί με επιτυχία στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας.

Να σημειώσω ότι επισκέφτηκα την Κύπρο τον Οκτώβριο του 2021, όταν και συζήτησα την συμμετοχή του νησιού στα προγράμματα και τα πρόζεκτ του EDA, όπως και σε αυτά της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Θα συνεχίσω να ενθαρρύνω την Κύπρο να υλοποιήσει τα προγράμματα PESCO στα οποία έχει συμμετοχή. Απλά σκεφτείτε το έργο της PESCO με επικεφαλής την Κύπρο και την Ελλάδα για την ανάπτυξη και λειτουργία της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων για Μικρές Κοινές Επιχειρήσεις. Ακόμη και αν η Κύπρος έχει μικρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της μπορούν ακόμα να συνεργαστούν για την ανάπτυξη συνεργατικών έργων στρατιωτικής ικανότητας με άλλα μέλη της ΕΕ. Και τους ενθαρρύνω να το κάνουν.

 -Με μεθόδους υβριδικού πολέμου όπως η μετανάστευση η Τουρκία συνεχίζει να επιτίθεται στην Κύπρο. Τι πρέπει να κάνει η Κύπρος για να αντιμετωπίσει αυτές τις υβριδικές απειλές;

-Η Τουρκία δεν είναι μέλος της ΕΕ ούτε του EDA. Ως πρώην πρεσβευτής του ΝΑΤΟ θα έλεγα, πως αποτελεί ένα μέλος που έχει σημασία για την Συμμαχία. Παράλληλα, όμως τα κράτη μέλη υποστηρίζουν την Κύπρο στις προκλήσεις που δέχεται. Ο EDA εργάζεται στενά με την Frontex την ευρωπαϊκή αρχή φύλαξης των συνόρων. Τόσο ο EDA όσο και η Frontex αποτελούν εκφράσεις των φιλοδοξιών των κρατών μελών στην ΕΕ. Οι πόροι αλλά και οι φιλοδοξίες μας αυξάνονται και τα κράτη μέλη προσδοκούν από εμάς την ασφάλεια, την οποία οι πολίτες θέλουν η ΕΕ να τους παρέχει. Χρειαζόμαστε καλύτερη επίγνωση της κατάστασης στις θάλασσες. Είναι αυτό που αποκαλούμε «μια κοινή, αναγνωρισμένη θαλάσσια εικόνα». Επίγνωση σημαίνει πως η έγκαιρη προειδοποίηση θα βοηθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη να παρέχουν υψηλή πληροφόρηση. Κάτι που είναι απαραίτητο για την καλύτερη προστασία των συνόρων και για αυτό συνεργαζόμαστε στενά με την Frontex για να το πετύχουμε. 

-Πως προσεγγίζει ο EDA την Τουρκία; Την θεωρεί ως ένα πιθανό μέλον όπως το ΝΑΤΟ ή ως μια πιθανή εξωτερική απειλή άμεση ή υβριδική για τα ευρωπαϊκά σύνορα;

-Όπως έχω πει η Τουρκία είναι ένα μέλος που έχει αξία για το ΝΑΤΟ και κατά συνέπεια για την περαιτέρω συνεργασία της Ατλαντικής Συμμαχίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι σχέσεις με τα τρίτα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθορίζονται από το Συμβούλιο της ΕΕ και όχι από τον ΕDA. Σε ό,τι αφορά στον οργανισμό μας, όπως έχει καθοριστεί από αποφάσεις του Συμβουλίου, απαιτείται Διοικητικός Διακανονισμός για κάθε τρίτο μέρος για να συμμετάσχει στις δραστηριότητες του EDA. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει μια τέτοια ρύθμιση με την Τουρκία.

Ο EDA εργάζεται από το 2004 για κα  λύτερη αμυντική συνεργασία

-Σε ποιο στάδιο βρίσκεται το πρότζεκτ της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας; Ποιος είναι ο στόχος του και έχει τεθεί ένα ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα για την επίτευξή του;

-Επιτρέψτε μου πρώτα να τονίσω ότι η δέσμευση της ΕΕ να στραφεί περισσότερο προς την διασφάλιση της άμυνας και της ασφάλειάς της δεν ξεκίνησε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο EDA εργάζεται από το 2004 για καλύτερη αμυντική συνεργασία. Έχουμε απτά αποτελέσματα όπως το νέο Multi Role Tanker Transport, ένα αεροσκάφος με βάση το Airbus A330, το οποίο χρησιμοποιείται από κράτη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για την παροχή ανεφοδιασμού αέρος-αέρος. Αυτό αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στον EDA από το 2012 για να αντιμετωπίσει το έλλειμμα που υπήρχε στην Ευρώπη. Αν κοιτάξετε πώς τώρα σχεδιάζουμε, χρηματοδοτούμε και αναπτύσσουμε δράσεις από κοινού αποδεικνύεται πως ο συντονισμός βρίσκεται σε προχωρημένο επίπεδο. Μαζί σχεδιάζουμε μέσω των κοινών προτεραιοτήτων μας, εποπτεύουμε τον ετήσιο αμυντικό προϋπολογισμό της ΕΕ για να πείσουμε τα κράτη μέλη να δράσουν, εξετάζουμε τις προοπτικές και βλέπουμε τις ελλείψεις. Έχουμε επίσης, τη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO), η οποία αναπτύσσει κοινές δράσεις. Παράλληλα, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας είναι ένα κίνητρο για να συνεργαστούμε σε κοινά έργα που μπορούν να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Όπως ανέφερα και πριν ο τελικός στόχος είναι ξεκάθαρος: να καταστήσουμε την Ευρώπη μια ήπειρο που είναι ικανή να προστατεύει τον εαυτό της και να υπερασπίζεται τις αξίες και τους πολίτες της, κάτι που όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις είναι που επιθυμούν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι. 

-Ποιες είναι οι προτεραιότητες του EDA για τα επόμενα χρόνια;

-Παρατηρούμε πως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία βρίσκεται σε εξέλιξη ένας μετασχηματισμός. Μέχρι σήμερα οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί στρατοί ήταν σε μεγάλο βαθμό προετοιμασμένοι για επιχειρήσεις χαμηλής έως μεσαίας έντασης. Τώρα πρέπει να βοηθήσουμε τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τους και να επεκτείνουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες. Τους έχουμε προτείνει να αυξήσουν τη μαχητική ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων τους, συμπεριλαμβανομένης της κοινής αναπλήρωσης των αποθεμάτων και να δώσουν έμφαση στην εκπαίδευση. Όπως έχω αναφέρει και πριν, ο EDA μαζί με τους άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς εργάζεται για να υποστηρίξει τα κράτη μέλη, ώστε να ενισχύσουν τις αμυντικές τους ικανότητες. Ο EDA διοργανώνει ήδη εργαστήρια με ομάδες από τα κράτη μέλη για παράδειγμα.

-Με ποιο τρόπο η ΕΕ μπορεί να γίνει πιο ενεργός πολιτικός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και το Λίβανο, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι μεταναστευτικές ροές;

-Αυτή είναι μια ερώτηση που ξεπερνά τα όρια και τις αρμοδιότητες του EDA. Αυτό που μπορώ να πω είναι να επαναλάβω τον Ζοζέλ Μπορέλ, ο οποίος στο ετήσιο συνέδριο μας πριν από ένα χρόνο ανέφερε ότι «μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, μειώσαμε τις αμυντικές μας δυνατότητες και αποκτήσαμε στρατούς μικρού μεγέθους χωρίς συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών. Μας λείπουν κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες και πρέπει να βρούμε τρόπο να αναπληρώσουμε για όσα δεν κάναμε για πολλά χρόνια, για όσα δεν ξοδέψαμε».

Η Ευρώπη να είναι ικανή να προστατεύει τον εαυτό της

-Κατά τη γνώμη σας η ΕΕ πρέπει να αυτονομηθεί στρατηγικά από τις ΗΠΑ; Και αν η απάντηση είναι θετική ποια βήματα πρέπει να πάρουν οι Βρυξέλλες για να το πετύχουν;

-Οι ΗΠΑ είναι ο στενότερος στρατηγικός σύμμαχος και συνεργάτης μας, τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην ΕΕ και αυτό θα παραμείνει. Αλλά και στον EDA αναπτύσσουμε στενότερους δεσμούς με τις ΗΠΑ. Επομένως, δεν υπάρχει ανάγκη αυτόνομης πορείας από την Ουάσιγκτον, αλλά θέλουμε λιγότερη εξάρτηση, είτε πρόκειται για στρατηγικές αερομεταφορές, πληροφορίες ή αεροσκάφη επιτήρησης και αναγνώρισης, αεράμυνες και πυρομαχικά ακριβείας. Θέλουμε, επίσης, να μπορούμε να παράγουμε περισσότερα δικά μας όπλα, όχι να αγοράζουμε τα πάντα «από το ράφι» από Αμερικανούς προμηθευτές. Μια ισχυρότερη ευρωπαϊκή άμυνα θα ενίσχυε και το ΝΑΤΟ. Ο απώτερος στόχος είναι ξεκάθαρος: να γίνει η Ευρώπη μια ήπειρος ικανή να προστατεύει τον εαυτό της και να υπερασπίζεται τις αξίες και τους πολίτες της, έτσι ώστε αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν, να έχουμε εμείς την δυνατότητα να φροντίζουμε τον εαυτό μας αλλά και να διαδραματίζουμε εποικοδομητικό ρόλο διεθνείς κρίσεις. Μια πιο ισχυρή και αυτοδύναμη ευρωπαϊκή άμυνα θα οδηγήσει τελικά σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις16 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή