Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πού βαδίζει η Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Τουρκία: Τα σενάρια για τις εκλογές και η σχέση με τη Δύση

Ο κύβος ερρίφθη. Βάζοντας τέλος στη φημολογία των τελευταίων ημερών για νέα αναβολή της διεξαγωγής των προεδρικών και των βουλευτικών εκλογών στην Τουρκία, εξαιτίας των καταστροφικών σεισμών του Φεβρουαρίου, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπέγραψε την Παρασκευή την απόφαση για κάλπες στις 14 Μαΐου.

«Το έθνος μας θα προσέλθει στις κάλπες για να εκλέξει τον πρόεδρο και τους βουλευτές του στις 14 Μαΐου», δήλωσε ο Ερντογάν μετά την υπογραφή της εκλογικής απόφασης, επισημαίνοντας πως η αρχική ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών (18 Ιουνίου) άλλαξε, διότι συμπίπτει με τις εξετάσεις στα Πανεπιστήμια, τις καλοκαιρινές διακοπές και το προσκύνημα στη Μέκκα.

Αντίπαλος του Ερντογάν, μετά από θυελλώδεις και πολύμηνες διεργασίες της τουρκικής αντιπολίτευσης, θα είναι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από το 2010, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. Θα είναι η πρώτη φορά που ο «Γκάντι της Τουρκίας» (όπως αποκαλείται ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος λόγω της ομοιότητας που έχει στην εμφάνιση με τον θεμελιωτή του ινδικού κράτους) θα κονταροχτυπηθεί απευθείας με τον Ερντογάν.

Στις προεδρικές εκλογές του 2014 ο Ερντογάν είχε επικρατήσει του υποψηφίου του κεμαλικού CHP Εκμελεντίν Ιχσάνογλου (51,7% έναντι 38,4%), ενώ σε αυτές του 2018, ο Ερντογάν είχε συγκεντρώσει 52,59%, με τον υποψήφιο του κόμματος του Κιλιτσντάρογλου, Μουχαρέμ Ινσέ, να λαμβάνει το 30,64% των ψήφων. Επίσης, το CHP, υπό τον Κιλιτσντάρογλου, έχει ηττηθεί τέσσερις φορές από το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) στις βουλευτικές εκλογές του 2011, του Ιουνίου του 2015, του Νοεμβρίου του 2015 και του 2018.

Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Οι πολιτικοί αναλυτές τονίζουν ότι οι φετινές εκλογές στην Τουρκία θα είναι οι πιο αμφίρροπες και απρόβλεπτες της τελευταίας 20ετίας Ερντογάν. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το AKP έχει υποστεί απώλειες λόγω των σεισμών, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο το αν από αυτή την οργή των πολιτών θα καταφέρει να επωφεληθεί η αντιπολίτευση.

Της οποίας αντιπολίτευσης, η εικόνα επλήγη το τελευταίο χρονικό διάστημα, καθώς από εξαμελής συμμαχία, έγινε πενταμελής και πάλι εξαμελής, λόγω της αρχικής διαφωνίας της Μεράλ Ακσενέρ για την υποψηφιότητα Κιλιτσντάρογλου. Η πρόεδρος του «Καλού Κόμματος» (IYI) και πρώην βουλευτής του Κόμματος της Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του συμμάχου του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, αναγκάστηκε τελικά να συναινέσει, καθώς οι δήμαρχοι Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου και Άγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς, δεν θέλησαν να διεκδικήσουν το προεδρικό χρίσμα της ενωμένης αντιπολίτευσης.

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις, ιδίως μετά τα φονικά χτυπήματα του Εγκέλαδου της 6ης Φεβρουαρίου δείχνουν ελαφριά κάμψη του κυβερνητικού συνασπισμού (AKP και MHP). Μόνο μία δείχνει τον Κιλιτσντάρογλου να προηγείται του Ερντογάν με 16 μονάδες.

Σε δημοσκόπηση της η εταιρεία MetroPOll καταγράφει μείωση στην πρόθεση ψήφου για το AKP, κατά 4%, σε σχέση με τον Ιανουάριο. Στη συγκεκριμένη έρευνα και στην ερώτηση για το ποιος ευθύνεται για τις απώλειες του σεισμού, το 35% απάντησε η κυβέρνηση και το 15% οι δήμοι. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Οζέρ Σεντζάρ, ο οποίος είχε δηλώσει πρόσφατα ότι σύμφωνα με τις τάσεις που βλέπει στο εκλογικό σώμα «είναι αδύνατο ο Κιλτσντάρογλου να νικήσει τον Ερντογάν», τώρα εφιστά την προσοχή στα ευρήματα της έρευνας.  «Όσοι πιστεύουν ότι το AKP θα υποστεί μεγάλη απώλεια από τις ζημιές που προκάλεσε ο σεισμός, θα πρέπει να εξετάσουν προσεκτικά τον παρακάτω πίνακα», έγραψε χαρακτηριστικά, καθώς οι Τούρκοι πολίτες θεωρούν σε ποσοστό 50% ότι φταίει το κράτος και οι αρχές και στη συνέχεια οι εργολάβοι, οι ιδιώτες κλπ.

Έτσι λοιπόν, εξηγείται η στρατηγική Ερντογάν που δήλωσε επίσημα ότι η ατζέντα των εκλογών θα είναι ο σεισμός και η αποκατάσταση των σεισμόπληκτων. Ο Τούρκος πρόεδρος θα βάλει στην κορυφή της ατζέντας φλέγοντα ζητήματα που αφορούν το εσωτερικό ακροατήριο, όπως η άμεση ανοικοδόμηση των σεισμόπληκτων περιοχών και η τιμωρία από τη Δικαιοσύνη όσων ευθύνονται. 

Επίσης, είναι ξεκάθαρο ότι θα προσπαθήσει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μόνο με αυτόν στην Προεδρία η Τουρκία θα μπορέσει να προχωρήσει σε ένα τόσο μεγάλο έργο, αυτό της ανοικοδόμησης και σε καμία περίπτωση ο Κιλιντσντάρογλου, ο οποίος δεν έχει κληθεί ποτέ να αντιμετωπίσει τέτοιες έκτακτες καταστάσεις, αφού βρίσκεται τόσα χρόνια στην αντιπολίτευση.

Οι αντιπρόεδροι

Ο Ερντογάν, ο οποίος φαίνεται ότι βρίσκεται σε συζητήσεις με μικρότερα κόμματα (όπως αυτό του γιου του μέντορά του, Νετζμετίν Ερμπακάν, το «Νέο Κόμμα Ευημερίας» – YRP) για να διευρύνει τον σχηματισμό των κομμάτων που τον στηρίζουν, κάνει σκέψεις και για τους πιθανούς αντιπροέδρους.

Βλέποντας ότι η εξαμελής συμμαχία της αντιπολίτευσης εκμεταλλεύεται τη θέση του αντιπροέδρου για να την προσφέρει ως αντάλλαγμα για στήριξη στις εκλογές (με τον Αλί Μπαμπατζάν να προκρίνεται ως αντιπρόεδρος του Κιλιτσντάρογλου, αρμόδιος για την Οικονομία), ο Ερντογάν ετοιμάζει παρόμοιες κινήσεις, κρατώντας όμως στο μυαλό του και το ζήτημα της διαδοχής, σύμφωνα με τους αναλυτές.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ένας αντιπρόεδρος μπορεί να είναι υπεύθυνος για την Ασφάλεια και ο έτερος για την Οικονομία. Ήδη έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα ονόματα, αυτού του επικεφαλής της τουρκικής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MIT) Χακάν Φιντάν και του συμβούλου του Τούρκου προέδρου, Ιμπραΐμ Καλίν.

Η ψήφος των Κούρδων

Η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας την Πέμπτη, που πηγαίνει μακριά την απόφαση για το κουρδικό κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP) και απελευθερώνει τους τραπεζικούς λογαριασμούς της κρατικής επιχορήγησης που δικαιούται, ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης για το ποιος θα καταφέρει ή θα επιχειρήσει να πάρει τις κουρδικές ψήφους. 

Το HDP δεν έχει ανακοινώσει ακόμα αν θα έχει δικό του υποψήφιο ή αν συμπαραταχθεί με την ηνωμένη αντιπολίτευση.

Για να επιτύχει η Συμμαχία των «6» να γράψει τους τίτλους τέλους της 20ετούς διακυβέρνησης της Τουρκίας υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εξασφαλίζοντας το 50%, τουλάχιστον στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, διαφαίνεται ότι θα πρέπει να έχει την ψήφο ή τουλάχιστον την ψήφο ανοχής των ψηφοφόρων του Κόμματος της Δημοκρατίας των Λαών (HDP) -το εκλογικό ποσοστό του οποίου αναμένεται, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, να ξεπεράσει το 10%. 

Υπάρχουν δύο δυνατότητες: Είτε το HDP να υποστηρίξει την υποψηφιότητα Κιλιτσντάρογλου από τον πρώτο γύρο, με ορατό το ενδεχόμενο να εκλεγεί ο κοινός υποψήφιος της αντιπολίτευσης από την πρώτη Κυριακή, είτε να τον στηρίξει στο δεύτερο γύρο έναντι του Ρετζέπ Ερντογάν, καλώντας τους ψηφοφόρους του να τον ψηφίσουν, ή ακόμη και να παρέχουν ψήφο ανοχής μέσω της αποχής τους ανάλογα με το πώς θα έχει διαμορφωθεί η «εκλογική αριθμητική» την πρώτη Κυριακή. 

Αξίζει να σημειωθεί πως ο Κιλιτσντάρογλου, που δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μίας συνεννόησης με το HDP, έχει μιλήσει πολλές φορές για συμφιλίωση με τους Κούρδους, «συγχώρεση», όπως την αποκαλεί, προκειμένου να επουλωθούν τα τραύματα του παρελθόντος.

Πηγή: AP Photo/Burhan Ozbilici

Το πολιτικό αντίθετο του Ερντογάν και η Δύση

«Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου είναι ό,τι δεν είναι ο πρόεδρος Ερντογάν», δήλωσε στο CNN ο διευθυντής του τουρκικού προγράμματος του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής στην Ουάσινγκτον, Γκιονούλ Τολ. «Ο Ερντογάν είναι ένας δεξιός, λαϊκιστής που έχει διαλύσει τους θεσμούς της χώρας για να εγκαθιδρύσει τη μονοκρατορία του. Ο Κιλιτσντάρογλου δεν είναι τόσο χαρισματικός, θέλει να ανοικοδομήσει τους θεσμούς της χώρας, να διανείμει την εξουσία και να κυβερνήσει με διαβουλεύσεις και συμβιβασμούς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όπως δήλωσε ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Κοτς της Πωνσταντινούπολης, Μουράτ Σομέρ, «ο Ερντογάν είναι ο καταστηματάρχης, ο Κιλιτσντάρογλου είναι ο γραφειοκράτης».

Σύμφωνα με τους αναλυτές, ο αρχηγός του CHP, θα προσπαθήσει να καταπολεμήσει τη διαφθορά, ενώ στην εξωτερική πολιτική επιχειρεί να εμφανίζεται πιο θεσμικός, μη θέλοντας να διαταράξει περαιτέρω τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και τη Δύση, όπως συστηματικά κάνει ο Ερντογάν.

Εφόσον εκλεγεί πρόεδρος ο Κιλιτσντάρογλου αναμένεται να καλέσει τη Ρωσία να τερματίσει την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, με τον πόλεμό της στην Ουκρανία και να διατηρήσει έναν πιο ισορροπημένο ρόλο μεταξύ Μόσχας και Δύσης.

Είναι βέβαιο ότι ο κεμαλιστής Κιλιτσντάρογλου ως πρόεδρος δεν αναμένεται να εγκαταλείψει τον μεγαλοϊδεατισμό περί μετατροπής της Τουρκίας σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη αλλά είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο θα μπει σε διαφορετική βάση αποστεωμένο από το χαρακτηριστικό της θρησκείας που αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία του Ερντογάν.

Ένα κοινό πάντως που έχουν, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, Ερντογάν και Κιλιντσάρογλου, είναι η σκληρή γραμμή κατά της Ελλάδας. Με τον ηγέτη του CHP, να έχει εκφράσει πολλές φορές σκληρές τουρκικές διεκδικήσεις εναντίον της χώρας μας και να εγκαλεί τον Τούρκο πρόεδρο για υποχωρητικότητα.

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις51 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή