Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Εκλογές στην Τουρκία: Οι Κούρδοι παίρνουν την εκδίκησή τους

Δημοσιεύτηκε στις

Τουρκία: Η κοινωνία οδεύει με θυμό και πόνο στην τελική ευθεία για τις εκλογές

Γιάννης Σεφεριάδης

Μια συζήτηση με τον Νίκο Μούδουρο, λέκτορα στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Έγκριτα διεθνή μέσα ενημέρωσης συναινούν στο επίθετο. Αυτές θα είναι οι πλέον «κρίσιμες» προεδρικές εκλογές και κοινοβουλευτικές εκλογές εδώ και χρόνια για την Τουρκία. Κυρίως όμως, η πλέον δύσκολη πολιτική δοκιμασία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, του μακροβιότερου ηγέτη της χώρας μετά από είκοσι χρόνια στην εξουσία.

Έξι εβδομάδες πριν την διεξαγωγή μιας αμφίρροπης εκλογικής αναμέτρησης με πρώτο γύρο αυτής στις 14 Μαΐου, έξι μήνες πριν την συμπλήρωση μιας εκατονταετίας από την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους, σχεδόν δύο μήνες μετά από τον φονικότερο σεισμό στην σύγχρονη Ιστορία της χώρας, οι Τούρκοι θα προσέλθουν στις κάλπες με θυμό, πόνο, πολώσεις, παραδοσιακά χάσματα και υπαρξιακού χαρακτήρα αναζητήσεις για το ίδιο τους το κράτος.

Αν ο υπόλοιπος κόσμος εστιάζει κυρίως στο γεωπολιτικό αντίκτυπο του αποτελέσματος των εκλογών, υπάρχει η τουρκική κοινωνία που ψηφίζει για τον εαυτό της. Με μια κόπωση που προκαλεί κάθε μακροχρόνιας διάρκειας πολιτική εξουσία έως ένα αναπάντητο μεγάλο ερώτημα «και μετά τον Ερντογάν τι;», μέσα σε ένα μείγμα πληθωρισμού, υποτιμημένης τουρκικής λίρας, μαζί με το τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος που άφησε ο φονικός σεισμός της 6ης Φεβρουαρίου.

Τόξα

Ενώ η προεκλογική περίοδος αρχίζει να «θερμαίνεται», δύο τόξα δείχνουν να σχηματίζονται στις προεδρικές εκλογές. Ένα μιας εθνικιστικής Δεξιάς, Ακροδεξιάς και ένα και μιας ετερόκλητης συμμαχίας έξι κομμάτων που ξεκινά από την τουρκική Κεντροαριστερά και φτάνει ως συντηρητικά κόμματα. Το πρώτο τόξο στηρίζει μια νέα προεδρική θητεία του 69χρονου Ερντογάν και το άλλο για πρόεδρο τον ηγέτη του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) τον 74χρονο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. Τον δεύτερο στηρίζουν από το συντηρητικό Καλό Κόμμα της Μεράλ Άκσενερ μέχρι και το κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα του Ερκάν Μπάς.

Στην υπάρχουσα συμμαχία του κυβερνώντος συνασπισμού του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) με το κόμμα Εθνικιστική Δράση, ήρθε να προστεθεί και το ισλαμιστικό Κόμμα Ευημερίας, που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Νετσμεντίν Ερμπακάν, πολιτικός μέντορας του Ερντογάν. Το μοναδικό κεντροαριστερό στίγμα που μπορεί να δοθεί στη συμμαχία της αντιπολίτευσης είναι η παρουσία της σοσιαλδημοκρατικής δημοκρατικής πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος.

Όπως σημειώνει όμως ο λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου Νίκος Μούδουρος, αυτό «το μπλοκ της αντιπολίτευσης πρόκειται  για έναν συνασπισμό που ουσιαστικά εκφράζει τις μικρές ή μεγάλες διασπάσεις του μεγάλου χώρου της Δεξιάς».

Πιο ολοκληρωμένο σκηνικό για την τουρκική Δεξιά έχει ο συνασπισμός Ερντογάν. «Εκεί βλέπουμε και τα τρία μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα της παραδοσιακής τουρκικής Δεξιάς να συνεννώνονται, δηλαδή, τον εθνικισμό, τον ισλαμισμό και ένα πάρα πολύ μεγάλο κομμάτι του συντηρητισμού, μαζί με τους ισλαμιστές Κούρδους που έρχεται να συμπληρώσει το μεγάλο χάρτη παραδοσιακής Δεξιάς. Αυτό το μέτωπο έχει παρεκκλίσεις, αφομοιωμένες, αλλά είναι πιο συμπαγές από το μέτωπο της αντιπολίτευσης», τονίζει ο κ. Μούδουρος.

Το άξιο αναφοράς με το σχηματισθέντα μπλοκ της αντιπολίτευσης είναι το επίπεδο των συμβιβασμών που έχουν γίνει στον άξονα της εκδημοκρατικοποίησης της Τουρκίας. «Εκεί έχουμε διαφωνούντες από το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας, διαφωνούντες εθνικιστές, όπως η Μεράλ Άκσενερ, η πιο συντηρητική, αλλά κοσμική Δεξιά της δυτικής Τουρκίας. Σε αυτό το μπλοκ της αντιπολίτευσης υπάρχουν αναταράξεις που σχετίζονται  με την μελλοντική παρουσία, την επιρροή και τον μελλοντικό ρόλο που θα παίξει το κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Ο σχηματισμός της αντιπολίτευσης έχει και μοναδική πλατφόρμα ξεκάθαρη για να πολιτευτεί στις εκλογές που είναι βεβαίως μια άλλη οικονομική ανάπτυξη, αλλά πολύ περισσότερο  το ζήτημα του πώς η Τουρκία θα ξεπεράσει τις διαιρετικές γραμμές που καταγράφονται σε εθνοτικό, θρησκευτικό, αλλά κυρίως σε πολιτιστικό επίπεδο  τρόπων ζωής και αξιών ενώ από την άλλη ο κυβερνητικός συνασπισμός παρουσιάζει ένα σαφέστατα εθνικιστικό προφίλ, αλλά ακόμη πιο ολοκληρωμένο από τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις και παρουσιάζεται να είναι με τις εσωτερικές του ρήξεις πιο συμπαγές από το μέτωπο της αντιπολίτευσης».

Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Ερευνών TAG, το 51,8% των ψηφοφόρων θέλει να δει πρόεδρο τον Κιλιτσντάρογλου έναντι 42,6% τον Ερντογάν.

Η τουρκική Αριστερά συσπειρώνεται στον τρίτο συνασπισμό της Εργασίας και της Ελευθερίας υπό το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Τα δύο μπλοκ της αντιπολίτευσης έχουν συμφωνήσει να στηρίξουν τον Κιλιτσντάρογλου στις προεδρικές εκλογές, όμως, όπως υπογραμμίζει ο κος Μούδουρος δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί το ισοζύγιο δυνάμεων και τα διλήμματα που προκαλούνται σε σχέση με το Κοινοβούλιο. «Εκεί θα υπάρχει μια ακόμη μεγάλη μάχη με γκρίζες ζώνες, προς το παρόν, που θα καθορίσει ίσως την πορεία και του πρώτου γύρου αλλά και του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών», αναφέρει ο κ. Μούδουρος.

Και η προεκλογική εκστρατεία ξεκινά…

Ένα συμβάν της Παρασκευής με δύο σφαίρες που πυροβόλησαν δράστες σε κτίριο που στεγάζει γραφεία του Καλού Κόμματος (IYI) στην Κωνσταντινούπολη με την ηγέτιδα του κόμματος Άκσενερ να μιλά για εκφοβισμό των ψηφοφόρων του κόμματος, ρίχνοντας ευθύνη στον Ερντογάν για το περιστατικό, άρχισε να δυναμιτίζει απότομα το μέχρι τώρα ακόμη παγωμένο προεκλογικό κλίμα.

Αν και η προεκλογική εκστρατεία τώρα πλέον ξεκινά, μέχρι στιγμής η προεκλογική εκφορά λόγου του Ερντογάν δεν θυμίζει σε τίποτα πρωτύτερες προεκλογικές περιόδους, είτε σε προεδρικές, κοινοβουλευτικές, δημοτικές εκλογές ή ακόμη και για το δημοψήφισμα για την τροποποίηση Συντάγματος του 2017. Την ίδια στιγμή ο Κιλιτσντάρογλου κρατά χαμηλούς τόνους, αν και κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης οξύνουν τους τόνους.

Την Παρασκευή, ο Ερντογάν ο οποίος το 2003 πάνω σε ερείπια που άφησε ο σεισμός του 1999 στο Ιζμίτ με 17.000 νεκρούς, κατήγγελνε προεκλογικά την ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, ταξίδεψε στη νότια Τουρκία, συντετριμμένη από τον σεισμό της 6ης Φεβρουαρίου, για να ξεκινήσει την επίσημη εκστρατεία για την επανεκλογή του. Νέες υποσχέσεις για ανοικοδόμηση, συναντώντας επιζώντες του σεισμού, που άφησε πάνω από 50.000 νεκρούς, τρία εκατομμύρια εκτοπισμένους και εκατοντάδες χιλιάδες πληγείσες οικογένειες). Κακός οιωνός;  Η γη σείστηκε ξανά (με δόνηση 4.6 Ρίχτερ) την Παρασκευή στο Γκαζιαντέπ, λίγες ώρες πριν την άφιξη του αρχηγού του κράτους. Η καθυστερημένη κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού της κυβέρνησης και η ελλιπής αντίδραση των τουρκικών αρχών προς τους πληγέντες έχει θυμώσει μέρος της κοινωνίας. Εκτός από τη σοβαρή οικονομική κρίση (άνω του 50% πληθωρισμός που έφτασε έως και 85% το φθινόπωρο) που επιβαρύνει το εισόδημα των νοικοκυριών, ο σεισμός αποκάλυψε τα ελαττώματα του παντοδύναμου κράτους που ονειρευόταν ο Ερντογάν. Χρειάστηκαν τρεις ημέρες για να ενεργοποιηθεί ο κρατικός μηχανισμός και στη συνέχεια εμφανίστηκαν αποτυχίες στη διανομή της βοήθειας, ιδίως σε σκηνές. Αλλά πάνω από όλα, η κατάρρευση σαν lego πολυκατοικιών αποκάλυψε χρόνια αμελιών στον κατασκευαστικό κλάδο, αυτός που οδήγησε στην ανάπτυξη επί 20 χρόνια υπό τον Ερντογάν.

«Καλημέρα σας, είμαι ο Κεμάλ, έρχομαι!» είναι η λεζάντα σε γιγαντοαφίσες, σε στάσεις λεωφορείων, με φωτογραφία έναν χαμογελαστό Κιλιτσντάρογλου. Οικονομολόγος στο επάγγελμα και πρώην υψηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος, ο Κιλιτσντάρογλου απευθύνεται σε κάθε τμήμα της κοινωνίας στο Twitter αναρτώντας βίντεο, όπως ένα που τράβηξε από την χαμηλοφωτισμένη κουζίνα του, ένα βίντεο που είχε 3,3 εκατομμύρια προβολές την Πέμπτη, σε μια προσπάθειά του να προσελκύσει την προσοχή των συντηρητικών γυναικών. Αν και για κάποιους ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης υπολείπεται ηγετικού χαρίσματος, το Eurasia Group, ανέφερε στις 22 Μαρτίου ότι από την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του, ο επικεφαλής του CHP συνέχισε να «διευρύνει τη βάση του» (από 30 σε 40% σε πρόθεση ψήφου) ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά του Ερντογάν διαβρώνεται (από 60 σε 50%). Η ψήφος των νέων στις εκλογές αναμένεται να είναι καθοριστικής σημασίας: το 70% του εκλογικού σώματος είναι κάτω των 34 ετών και έξι εκατομμύρια νεαροί Τούρκοι θα ψηφίσουν για πρώτη φορά στις 14 Μαΐου.

Ο κ. Μούδουρος εκτιμά ότι τουλάχιστον στο εσωτερικό της Τουρκίας θα υπάρξει τουλάχιστον από τον κυβερνητικό συνασπισμό στις εναπομείνασες έξι  εβδομάδες έως την 14η Μαΐου – πρώτο γύρο των εκλογών –  μια επιδίωξη για όξυνση, τουλάχιστον στο εσωτερικό της χώρας.

«Εντούτοις, η τωρινή προεκλογική εκστρατεία του Ερντογάν δεν μοιάζει στο ύφος και στην ένταση με προηγούμενες προεκλογικές εκστρατείες ακριβώς γιατί διότι αυτό που καταλαβαίνει ένας κυνικά πραγματιστής αρχηγός και συνάμα προεκλογικός ηγέτης είναι το γεγονός ότι η κοινωνία άλλαξε δραματικά και οι αντιλήψεις της για το πρόσωπο του Ερντογάν ειδικά από το 2015-2016 και μετά, ιδιαίτερα από την ένταση της οικονομικής κρίσης που γίνεται αισθητή ιδιαίτερα μετά το 2018 και μετά. Υπάρχουν λοιπόν επομένως δείγματα που σε αυτό που προηγουμένως εκλαμβανόταν ως η απόλυτη του ηγεμονία. Το ύφος που προς το παρόν διατηρεί ο Κιλιτσντάρογλου δίνει σε εμάς το μήνυμα ότι πρόκειται για έναν αντίπαλο που εκφράζει ό,τι ακριβώς δεν εκφράζει ο Ερντογάν. Και φαίνεται πως ένα πολύ μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινωνίας έχει κουραστεί από την τεχνητή κατασκευή της πόλωσης η οποία τουλάχιστον επικρατεί στην κορυφή που την έχει εξουσία την τελευταία δεκαετία.

Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε και έναν άλλον μεγάλο παράγοντα που συνήθως δεν είναι μέρος της γενικότερης πολιτικής συζήτησης για την Τουρκία και η οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της στον πυρήνα της εκλογικής βάσης του ίδιου του AKP. Πρέπει να θέσουμε στο προσκήνιο τους μισθωτούς εργαζόμενους, η εργατική τάξη της Τουρκίας, η οποία κατά συντριπτική πλειοψηφία αν τα προηγούμενα χρόνια στήριζε τον κυβερνητικό συνασπισμό, όμως αυτή τη στιγμή, ήδη από τις δημοτικές εκλογές του 2019. φαίνονται αρκετές μετακινήσεις είτε προς την αποχή, είτε προς την αντιπολίτευση κάτι που κινητοποιεί και τα ένστικτα της κυβερνητικής εξουσίας για μια εκλογή διαχείριση της τουρκικής οικονομίας  τους τελευταίους μήνες ενόψει εκλογών», αναφέρει διεξοδικά ο κ. Μούδουρος.

«Μυθολογίες» και ανησυχητικά ερωτήματα γύρω από το μέλλον Ερντογάν

Τα στοιχεία που διαμορφώνουν την ιδιαιτερότητα αυτών των εκλογών είναι αρχικά το εμφανές γεγονός ότι η τουρκική κοινωνία και η διεθνής κοινότητα συζητά για πρώτη φορά σοβαρά πραγματικό το ενδεχόμενο αλλαγής της κυβέρνησης. «Κοιτάζοντας αυτό το αναλυτικά  καταστρέφεται σταδιακά και πολύ αργά η “μυθολογία” γύρω από το αήττητο και ανίκητο του μεγάλου ηγέτη που επικράτησε την προηγούμενη εικοσαετία στη χώρα. Το 2015 ήταν μια πρώτη πραγματική ρήξη στην μυθολογία του «ανίκητου Ερντογάν». Τον Ιούνιο του 2015 για πρώτη φορά δεν είχε καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ακολούθησε τότε ένα μικρό χάος με ένοπλες συρράξεις και ένα εμφυλιακό κλίμα για να οδηγηθεί η Τουρκία ξανά στην μονοκομματική κυβέρνηση του AKP τον Νοέμβριο του 2015. Ένα δεύτερο στοιχείο που κάνει ιδιαίτερες αυτές τις εκλογές είναι ότι ουσιαστικός υπάρχει ένας δημοψηφισματικός χαρακτήρας σε αυτές τις εκλογές σε σχέση με το προεδρικό σύστημα ή την επιστροφή σε ένα πιο ενισχυμένο, πιο δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα που ζούσε η τουρκική κοινωνία τουλάχιστον μέχρι και το 2018 που έγινε η στροφή στο προεδρικό σύστημα. Αυτό σχετίζεται και με την συμπλήρωση εκατό ετών από την ίδρυση του τουρκικού κράτους. Συνεπώς αντιπαρατίθενται δύο πολύ μεγάλες σχολές σκέψεις περί του τι είναι ο ρεπουμπλικανισμός στην Τουρκία, δίνοντας ένα υπαρξιακό χαρακτήρα στις επερχόμενες εκλογές», δηλώνει ο κ. Μούδουρος.

Τραύματα της απόπειρας πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 υπάρχουν ακόμη. Τραύματα στην κρατική αρχιτεκτονική, τη διάταξη των δομών του κράτους, πληγές που έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα και τους προσανατολισμούς της εξωτερικής, της περιφερειακής πολιτικής, αλλά και εσωτερικά. Από το 2016 και μετά υπάρχει η επισημοποίηση ενός μπλοκ εξουσίας με σαφέστατα πιο ακροδεξιούς και εθνικιστικούς προσανατολισμούς. Παράλληλα, υπάρχει μια προτεραιοποίηση της σκληρής ισχύος του τουρκικού κράτους η οποία εκφράζεται περιφερειακά όπως με τις τρεις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, σε ό,τι συμβαίνει στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά εκφράζεται και στο εσωτερικό της Τουρκίας με την άνοδο της πόλωσης, τη δαιμονοποίηση της αντιπολίτευσης σχεδόν σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Εκείνο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στην «κληρονομιά» που άφησε η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 είναι το νέο μπλοκ εξουσίας και ο χαρακτήρας του με την είσοδο σε πιο επίσημη μορφή του κόμματος Εθνικιστικής Δράσης του Ντεβλέτ Μπαχτσελί και εσχάτως πιο μικρών ομάδων του τουρκικού ισλαμισμού και του κουρδικού ισλαμισμού, των πιο συντηρητικών τμημάτων της κουρδικής κοινότητας.

Αν και ο Κιλιτσντάρογλου τηρεί χαμηλούς τόνους, ο Ερκάν Μπας που στηρίζει τον Κιλιντσάρογλου στις προεδρικές εκλογές είπε πως αν κερδίσουν τις εκλογές, το ίδιο βράδυ των εκλογών θα κλείσει τα σύνορα και τον εναέριο χώρο για να “μην φύγουν οι κλέφτες”. Αν λάβουμε υπόψη και τις ενστάσεις στην εκλογική αρχή που κατέθεσε το Deva και το Iyi περί αντισυνταγματικότητας της υποψηφιότητας Ερντογάν για μια τρίτη ενδεχόμενη προεδρική θητεία του, βλέπουμε να γεννιέται ένα ερώτημα – αν και πρόωρο – για το πολιτικό μέλλον Ερντογάν στην περίπτωση που χάσει τις εκλογές.

Αυτό έχει ένα ιστορικό βάθος στην Τουρκία με την έννοια της πολιτικής εκδίκησης,  μεταξύ μιας εξουσίας που αναλαμβάνει και μιας εξουσίας που περνά στην αντιπολίτευση, χωρίς αυτό να αποτελεί τουρκικό ιδίωμα, καθώς κάτι τέτοιο παρατηρείται και σε άλλες χώρες.

«Στην περίπτωση της Τουρκίας εμπλέκεται στο ζήτημα της πολιτικής ή κοινωνικής εκδίκησης και το ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας. Εισέρχεται και πάνω από την οικονομική κατάσταση και της εκδίκησης μεταξύ κοσμικών και θρησκευομένων ή το αντίθετο. Υπάρχουν εδώ δύο διαφορετικοί άξονες χειρισμού. Από την μια η κυβέρνηση θέλει να καλλιεργήσει έναν τεχνητό και ελεγχόμενο πανικό στα στρώματα των συντηρητικών της ψηφοφόρων, μεταδίδοντας ουσιαστικά το μήνυμα ότι μια πιθανή απομάκρυνση της εξουσίας Ερντογάν θα σημαίνει και το τέλος των προνομίων που έχουν αποκτήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Από την άλλη η Αριστερά  προτιμά μια πολύ πιο αυστηρή ρητορική από την “mainstream” αντιπολίτευση, ο ίδιος ο Κιλιτσντάρογλου και η Άκσενερ. Εκείνο που θα προωθηθεί στην τελική ευθεία είναι μια πιο μετριοπαθής της πολιτικής γραμμής Κιλιτσντάρογλου ο οποίος είναι πρόθυμος να κυνηγήσει πολλά κέντρα εντός του κράτους, νομικά, ίσως και ορισμένα υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος», τονίζει ο κος Μούδουρος.

Όμως στιγμής, δεν έχει γίνει καμία τέτοια αναφορά από τον ίδιο τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τουλάχιστον προς το πρόσωπο του Ερντογάν. Και υπάρχει πολιτική εξήγηση για αυτό,  διότι, κατά τα ψέματα, τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχει καθιερωθεί ως ένα είδος εντός πολλών εισαγωγικών “σωτήρα” και “απελευθερωτή” από μέρος της τουρκικής κοινωνίας που ένιωθε είτε τεχνητά είτε στην πραγματικότητα, περιθωριοποιημένο από την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη της χώρας τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ωστόσο υπάρχει ανοιχτό στον κόσμο της αντιπολίτευσης το ζήτημα το κατά πόσον θα διερευνηθούν τα σκάνδαλο πρωτύτερων κυβερνήσεων Ερντογάν θα διερευνηθούν με αρμόζοντα τρόπο, και εκείνοι που εμπλέκονται θα οδηγηθούν στην Δικαιοσύνη. Το “μοντέλο” όμως που έχει επικρατήσει μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει  επικρατήσει από την αντιπολίτευση, αλλά αυτό που έχει επικρατήσει είναι αυτό της ίδιας κυβέρνησης με τρόπο αντιφατικό. Με αφορμή τους σεισμούς, ο ίδιος Ερντογάν μπαίνει στη διαδικασία  να κυνηγήσει, τρόπον τινά, κάποιους επιχειρηματικούς κύκλους, για να εκθέσει μόνο την μία πλευρά σκανάλων γύρω από τον κατασκευαστικό τομέα. Ο τελευταίος είναι η μία πτυχή σκανδάλων οικονομικής φύσεως. Άλλα σκάνδαλα είναι οι διασυνδέσεις του εντός του κράτους. Συνεπώς, οι διασυνδέσεις εντός του κράτους μένουν προς το παρόν στο απυρόβλητο και “στόχοι” είναι  κάποιων πολύ συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Ο (άγνωστος) παράγοντας Κούρδοι

Μετά από δεκαετίες στο περιθώριο της πολιτικής σκηνής, οι Κούρδοι διαφαίνεται πως θα διαδραματίσουν έναν ρόλο ρυθμιστή. Ακόμη και υπό άλλη κομματική ομπρέλα, αν τελικά η Δικαιοσύνη απαγορεύσει το HDP. Το ίδιο το HDP έχει ανακοινώσει προς το παρόν πως δεν κατεβάζει δικό του υποψήφιο πρόεδρο και περιμένει από τον Κιλιντσάρογλου να τους φωνάξει να συνομιλήσουν.

Όντως η πτυχή του κουρδικού κινήματος που συνδέεται με την μεγάλη συμμαχία της Αριστεράς όπως αυτή επικρατεί τουλάχιστον από το 2015 – 2016, είχε συγκεκριμένα κέρδη ιδεολογικά περισσότερα τα οποία βασίζονται και στο τί είχε συμβεί στη βόρεια Συρία, όταν πρώτη φορά είχαμε, έστω και πολύ μικρό και σχετικά σύντομης χρονικής διάρκειας πείραμα της αυτονόμησης περιοχών με κουρδική πλειοψηφία πληθυσμού. Στην Τουρκία, η κουρδική μειονότητα πολιτικοποιείται με μεγαλύτερη σαφήνεια στον άξονα της εθνοτικής της ταυτότητας. Είναι πλέον πολύ δύσκολο πλέον για τον Ερντογάν να κερδίσει ψήφους από την συγκεκριμένη τάση της κουρδικής κοινωνίας, εξ’ ου και η λογική της συμμαχίας του Τούρκου προέδρου να συμμαχήσει με ό,τι πιο συντηρητικό υπάρχει έναντι των Κούρδων. Λόγω της πολιτικής στρατηγικής σημασίας που φέρεται από δημοσκοπήσεις να κερδίζει το 10% έως 13% των ψήφων, είναι δυνατό να υπάρξει το ενδεχόμενο μιας καλύτερης διαπραγμάτευσης εντός της νέας Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης που θα προκύψει από τις κοινοβουλευτικές εκλογές σε σχέση με τις θέσεις του φιλοκουρδικού κόμματος. Διαφαίνεται πλέον μια καλύτερη επαφή και αντιμετώπιση από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα προς κάποια από τα αιτήματα του κόμματος Δημοκρατίας των Λαών, εκείνο που απομένει να φανεί είναι ο βαθμός αντίδρασης από το IYI και την ηγέτιδα του Άκσενερ σε περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης της αντιπολίτευσης.

Οικονομικά μοντέλα

Η άρνηση του πρώην τσάρου της τουρκικής οικονομίας Μεχμέτ Σιμσέκ να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή, οδήγησε το AKP να προσπαθεί να ανοικοδομήσει την οικονομική του αξιοπιστία. Ορισμένα μέλη του AKP ήθελαν ο Σιμσέκ να υποστηρίξει την τελευταία ρητορική στροφή του κόμματος σε περισσότερο ορθόδοξες οικονομικές πολιτικές ελεύθερης αγοράς, καίτοι επί σειρά ετών ο Ερντογάν ακολουθούσε το δικό του δόγμα που είχε ως απότοκο τον να εξευτελιστεί η λίρα και ο πληθωρισμός να εκτιναχθεί σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Από την άλλη o Μπιλγκέ Γιλμάζ, ο οποίος θεωρείται από αναλυτές ως ισχυρότερος υποψήφιος για να γίνει ο επόμενος τσάρος της οικονομίας της Τουρκίας αν το μπλοκ της αντιπολίτευσης επικρατήσει στις εκλογές, είπε σε συνέντευξή του ότι θα κληρονομήσουν «τα συντρίμμια του αιώνα».

«Στο κομμάτι της Οικονομίας βρίσκεται η μεγάλη ουσία μιας πτυχής και της προεκλογικής εκστρατείας, αλλά και των γενικότερων προσανατολισμών του τουρκικού κράτους. Αυτό που ονομάζεται ως “ανορθόδοξη” οικονομική πολιτική του Ερντογάν οδήγησε τελικά στην ολοκλήρωση ενός νέου οικονομικού μοντέλου το οποίο φαίνεται όμως να νοσεί σε πάρα πολλά στοιχεία, ένα μοντέλο το οποίο δυσλειτουργεί επιπλέον και λόγω των συνεπειών που άφησε πίσω του ο σεισμός. Η βασική λογική αυτού του νέου οικονομικού μοντέλου μας οδηγεί να μαντέψουμε ή να κατανοήσουμε περισσότερο τους κοινωνικούς πρωταγωνιστές. Η μεγάλη φιλοσοφία ήταν η εξής: Θα υποτιμηθεί η τουρκική λίρα, θα κρατηθεί η τουρκική λίρα σε βιώσιμα, αλλά σταθερά υποτιμημένα επίπεδα, με σκοπό ώστε να ευνοηθεί μέρος του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας και μέσα από το εξαγωγικό εμπόριο θα μπορούσε το τουρκικό κράτος να καλυφθούν κάποια ελλείμματα του προϋπολογισμού, κάποια ισοζύγια και ανισορροπίες στο εμπορικό ισοζύγιο, αλλά κυρίως να κρατηθεί σε πολύ πιο σταθερά επίπεδα τα ποσοστά της ανεργίας και αντίστοιχα της εργοδότησης.

Υπό αυτό το μοντέλο, αυτή τη λογική ουσιαστικά είχαν ευνοηθεί οι μικρότερης κλίμακας επιχειρηματίες οι οποίοι έχουν απόλυτα συνδεδεμένα τα συμφέροντά τους με την εξουσία Ερντογάν. Αυτούς που μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει ισλαμιστές επιχειρηματίες ή ισλαμικό κεφάλαιο. Από την άλλη πλευρά το πρόγραμμα της αντιπολίτευσης φαίνεται να “νοσταλγεί” την περίοδο 2002-2007 όταν η τουρκική οικονομία είχε ως βασικό άξονα ανάπτυξης τη σχέση της με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το πρόγραμμα π.χ. ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας. Να ακολουθήσει περισσότερο την οικονομική ενσωμάτωση σε παγκόσμιο επίπεδο δια μέσου τέτοιου είδους προγραμμάτων. Φαίνεται όμως ότι θα υπάρξει προεκλογικά μια αντιπαράθεση καθώς προφανώς η παγκόσμια οικονομία δεν είναι στα ίδια επίπεδα, ούτε έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με την περίοδο αρχών του 21ου αιώνα. Αλλά πολλά ισχυρά οικονομικά συμφέροντα  και επιχειρηματικές τάξεις της Τουρκίας φαίνεται να έχουν φτάσει στα όρια της ανοχής τους έναντι της οικονομικής πολιτικής του Τούρκου προέδρου, ίσως και αυτό το μήνυμα ήταν τόσο ισχυρό που οδήγησε τον Ερντογάν να καλοβλέπει μια επιλογή  Μεχμέτ Σιμσέκ, που δεν έχει μέχρι στιγμής ευοδωθεί.

Πηγή: Ναυτεμπορική

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις34 λεπτά πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

GEOPOLITICO50 λεπτά πριν

Από την Τουρκία τα 60 νέα λεωφορεία των ΜΑΤ!

Ερωτήματα για την προμήθεια 60 λεωφορείων Mercedes-Benz που, σύμφωνα με δημοσίευμα, κατασκευάζονται στην Τουρκία και προορίζονται για τις ειδικές μονάδες...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Καμπουρίδης: Τι συμβαίνει με Τουρκία και Αλίεφ

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την επιρροή της στο Μπακού, ο παράγοντας Ισραήλ και οι επιπτώσεις στις τουρκικές επιδιώξεις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: «Παγίδα» η τουρκική άδεια για το καλώδιο – «Η Ελλάδα πού είναι στη Λιβύη;»

Προειδοποίηση για τους χειρισμούς στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, πρόταση για ευρωπαϊκές κυρώσεις και αιχμές για την ελληνική παρουσία στη Λιβύη...

Δημοφιλή