Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Stratfor: Κίνδυνος μεγάλης στρατιωτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή

Δημοσιεύτηκε στις

Οι 34 ρουκέτες από το το Β. Λίβανο προς το Ισραήλ απειλούν να τινάξουν στον αέρα την περιοχή

Από τις «απροσδιόριστες» ρουκέτες του Λιβάνου μέχρι την μπαρουταποθήκη της Γάζας, το μωσαϊκό της Μέσης Ανατολής γίνεται όλο και πιο εύθραυστο. Από τη στάση του Ισραήλ θα κριθεί αν θα κλιμακωθεί η ένταση. Τα σενάρια, ο ρόλος Χαμάς-Χεζμπολάχ.

Αν και το Ισραήλ βραχυπρόθεσμα θα επιδιώξει συμβολικά αντίποινα, οι ρουκέτες από τον Λίβανο και τη Γάζα, μαζί με τις αναταραχές σε όλη τη χώρα και τη Δυτική Όχθη, απειλούν να πυροδοτήσουν μεγάλη στρατιωτική κλιμάκωση.

Την Πέμπτη 6 Απριλίου εκτοξεύτηκαν 34 ρουκέτες από τον νότιο Λίβανο προς το βόρειο Ισραήλ, τραυματίζοντας δύο Ισραηλινούς, στη μεγαλύτερη ανταλλαγή διασυνοριακών πυρών από τον πόλεμο του 2006 μεταξύ του Ισραήλ και των μαχητών της Χεζμπολάχ. Οι πύραυλοι εκτοξεύτηκαν ως απάντηση σε γεγονότα εντός του Ισραήλ που έχουν επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ισραηλινών και Παλαιστινίων, εν μέσω μάλιστα εορταστικής περιόδου τόσο για τους μουσουλμάνους όσο και για τους Εβραίους.

Την Τετάρτη 5 Απριλίου, για δεύτερη φορά μέσα σε μια εβδομάδα, η ισραηλινή αστυνομία έδιωξε Παλαιστίνιους από το τέμενος αλ-Ακσα στην Ιερουσαλήμ, με τον ισχυρισμό ότι έφεραν εκρηκτικά και σκόπευαν να ταμπουρωθούν στο τζαμί. Η βίαιη απομάκρυνσή τους πυροδότησε συγκρούσεις μεταξύ Παλαιστινίων και ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας, ωθώντας τη Χεζμπολάχ να προειδοποιήσει ότι θα υποστηρίξει τους Παλαιστίνιους «με κάθε τρόπο». Ωστόσο, η Χεζμπολάχ αρνήθηκε την ανάμειξή της στις εκτοξεύσεις ρουκετών της Πέμπτης, για τις οποίες απέδωσε την ευθύνη στους Παλαιστίνιους του Λιβάνου. Ο ισραηλινός στρατός έκτοτε επίσης συνέδεσε τις επιθέσεις με δυνάμεις στον Λίβανο που υποστηρίζονται από την οργάνωση Χαμάς που εδρεύει στη Γάζα.

  • Η βία που προκλήθηκε από την επιχείρηση του Ισραήλ στο τέμενος αλ-Ακσα έχει προκαλέσει καταδίκη από την Τουρκία, το Μπαχρέιν και την Ιορδανία, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ζήτησαν έκτακτη σύνοδο στα Ηνωμένα Έθνη. Εν τω μεταξύ, έχουν ξεσπάσει ταραχές σε αραβικές κοινότητες σε όλο το Ισραήλ, καθώς και στη Δυτική Όχθη.
  • Οι αναταραχές συμπίπτουν με τις θρησκευτικές γιορτές του εβραϊκού Πάσχα, του Ραμαζανιού αλλά και του Ορθόδοξου Πάσχα (9 Απριλίου) — μια εποχή παραδοσιακά τεταμένη ιδιαίτερα στην Ιερουσαλήμ, όπου συχνά παρατηρείται αυξημένη βία σε τοποθεσίες ιερές και για τις τρεις θρησκείες. Φέτος, μια ομάδα υπερεθνικιστών Ισραηλινών προσπάθησε να πραγματοποιήσει θυσία ζώου στο τέμενος αλ-Ακσα, σε μια πρόκληση που αποσκοπούσε στην ενίσχυση των εβραϊκών αξιώσεων στην τοποθεσία, που είναι ιερή και για το Ισλάμ. Η αστυνομία τους σταμάτησε, ωστόσο εντάθηκαν οι ανησυχίες των Παλαιστινίων ότι η ακροδεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ θα μπορούσε να υποστηρίξει τέτοιες ομάδες.
  • Το 2021 παλαιστινιακές ομάδες πραγματοποίησαν επίσης επιθέσεις με ρουκέτες από τον Λίβανο στο βόρειο Ισραήλ, οι οποίες απείλησαν να πυροδοτήσουν κλιμάκωση έως ότου παρενέβη η Χεζμπολάχ για να ελέγξει τις ομάδες.

Το Ισραήλ πιθανότατα θα επιδιώξει να περιορίσει τα αντίποινα μετά τις επιθέσεις από τον Λίβανο. Ωστόσο, θα μπορούσε να πυροδοτήσει διασυνοριακές μάχες στη Γάζα και/ή στον Λίβανο, ενώ οι αναταραχές στη Δυτική Όχθη, την Ιερουσαλήμ και σε ολόκληρο το Ισραήλ θα έχουν αυξομειώσεις στην υπόλοιπη εορταστική περίοδο. Δεδομένου ότι οι επιθέσεις προκάλεσαν μικρές ζημιές και μόλις δύο τραυματισμούς (25 από τις 34 ρουκέτες αναχαιτίστηκαν από την αεράμυνα), το Ισραήλ θα αποφύγει την πυροδότηση ενός άλλου μεγάλου πολέμου με τη Χεζμπολάχ.

Ωστόσο, οι δράστες των επιθέσεων της 6ης Απριλίου ενδέχεται να επιχειρήσουν περαιτέρω εκτοξεύσεις πυραύλων ως απάντηση στα -έστω συμβολικά- αντίποινα του Ισραήλ, οδηγώντας ενδεχομένως σ’ έναν κύκλο διασυνοριακής βίας, καθώς το Ισραήλ θα συνεχίσει να αντεπιτίθεται. Ένας τέτοιος κύκλος βίας είναι πολύ πιθανό να επηρεάσει τη μεθόριο Ισραήλ-Λιβάνου. Αλλά θα μπορούσε να επεκταθεί εάν το Ισραήλ επιτεθεί σε στόχους σε άλλα σημεία του Λιβάνου που συνδέονται με τη Χαμάς, όπως σε καταυλισμούς Παλαιστινίων προσφύγων στη χώρα, ή εάν οι ισραηλινές αντεπιθέσεις προκαλέσουν σημαντικές απώλειες Λιβανέζων αμάχων.

Εν τω μεταξύ, οι υποκείμενοι παράγοντες αναταραχής σε Δυτική Όχθη, Ιερουσαλήμ και τις αραβικές κοινότητες θα συνεχίσουν να πυροδοτούν βία καθ’ όλη την περίοδο των διακοπών, με κινδύνους περαιτέρω κλιμάκωσης σε περιφερειακό επίπεδο.

  • Τόσο το Ισραήλ όσο και η Χεζμπολάχ είναι απρόθυμοι να εμπλακούν σε μεγάλο πόλεμο, λόγω του υψηλού υλικού και πολιτικού κόστους και για τις δύο πλευρές. Ο τελευταίος πόλεμος ανάμεσά τους, το 2006, ήταν σε μεγάλο βαθμό ατελέσφορος και κατέστρεψε σημαντικά τις υποδομές του Λιβάνου – αν επαναληφθεί κάτι τέτοιο, θα ήταν πολύ δύσκολο για τη Βηρυτό να το επιδιορθώσει εξαιτίας της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης στη χώρα. Εν τω μεταξύ, η ισραηλινή κυβέρνηση επικεντρώνεται πολιτικά στην επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, καθώς και στην προσπάθεια διαπραγμάτευσης της αμφιλεγόμενης δικαστικής μεταρρύθμισης, ενώ προτιμά να λειτουργεί αποτρεπτικά προς τη Χεζμπολάχ παρά να προσπαθήσει να αναδιαμορφώσει τη στρατηγική ισορροπία μεταξύ τους.
  • Η βία στη Δυτική Όχθη και στις αραβικές κοινότητες του Ισραήλ έχει αυξηθεί τον τελευταίο χρόνο λόγω της επέκτασης των εποικισμών και των προκλήσεων από την ισραηλινή Ακροδεξιά. Αυτοί οι παράγοντες δεν θα εκλείψουν όταν αποκλιμακωθεί ο τρέχων κύκλος βίας, επομένως θα παραμείνει η απειλή περαιτέρω κλιμάκωσης.

Ωστόσο, δεν μπορούν και να αποκλειστούν τα σημαντικά ισραηλινά αντίποινα εναντίον του Λιβάνου ή/και της Γάζας, που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση — ειδικά εάν προκύψουν σημαντικές απώλειες μαχητών, στρατιωτών ή αμάχων. Αναφορές από τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις υποστηρίζουν ότι τα πρόσφατα πλήγματα πραγματοποιήθηκαν από νέες δυνάμεις που υποστηρίζονται από τη Χαμάς στον Λίβανο, και όχι από τη Χεζμπολάχ, ενώ τα ισραηλινά ΜΜΕ ανέφεραν ότι η ισραηλινή κυβέρνηση θα χτυπούσε στόχους στη Γάζα ως ανταπάντηση.

Επιπλέον, ο ηγέτης της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια επισκέφθηκε τον Λίβανο επιχειρώντας να εμβαθύνει τους δεσμούς της παλαιστινιακής μαχητικής ομάδας με τη Χεζμπολάχ, κάτι που το Ισραήλ θα μπορούσε να επικαλεστεί ως δικαιολογία για να χτυπήσει τη Γάζα και να τιμωρήσει τη Χαμάς. Σ’ ένα τέτοιο σενάριο, τα ακροδεξιά γεράκια της νέας κυβέρνησης του Ισραήλ ίσως προκρίνουν την επιλογή των άμεσων και ισχυρότερων αντιποίνων, εκτιμώντας  ότι η συνεχιζόμενη αναταραχή στην Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη θα συνεχίσει να παρέχει στη Χαμάς ευκαιρίες για να επιτίθεται στο Ισραήλ σε εκδίκηση για την καταστολή εναντίον των Παλαιστινίων.

Εάν το Ισραήλ προχωρήσει πέρα από τα συμβολικά αντίποινα, πιθανότατα θα πυροδοτήσει μια στρατιωτική κλιμάκωση είτε στη Γάζα είτε/και στον Λίβανο, που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση ημερών που θα θυμίζει τον πόλεμο της Γάζας τον Μάιο του 2021. Μια τέτοια σύγκρουση θα αύξανε τους παράπλευρους κινδύνους ασφαλείας για όσους επισκέπτονται το Ισραήλ και θα προκαλούσε πιθανές εκτεταμένες διακοπές στα ταξίδια.

euro2day.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις16 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή