Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Explainer: Η Κίνα «πολιορκεί» την Ταϊβάν και τα μισά μικροτσίπ του πλανήτη

Δημοσιεύτηκε στις

Τι μπορεί να συνεπάγεται ενδεχόμενη προσάρτηση της αυτόνομης Ταϊβάν από την Κίνα σε οικονομικό, στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο.

Εδώ και ημέρες η Ταϊβάν, ένα νησί περίπου στο μέγεθος της Ολλανδίας, στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, παραμένει υπό κινεζικό κλοιό.

Η Κίνα πραγματοποίησε ευρείας κλίμακας στρατιωτικά γυμνάσια στο στενό της Ταϊβάν, με τη συμμετοχή δεκάδων μαχητικών, βομβαρδιστικών αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων – ακόμη κι αεροπλανοφόρου – και προχώρησε ακόμα και σε αποκλεισμό της νήσου.

Το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν κατέγραψε 91 πτήσεις κινεζικών αεροσκαφών γύρω από το νησί χθες Δευτέρα, αριθμό που κατά το Central News Agency αποτέλεσε ρεκόρ, αν και το ίδιο το υπουργείο απέφυγε να το επιβεβαιώσει.

Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μια επαρχία που δεν έχει καταφέρει ακόμη να επανενώσει με την υπόλοιπη επικράτειά της, μετά το τέλος του κινεζικού εμφυλίου πολέμου το 1949. Ο πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ διαμηνύει πως «η επανένωση με τη Ταϊβάν πρέπει να πραγματοποιηθεί», χωρίς μάλιστα να αποκλείει τη χρήση βίας για την επίτευξη του στόχου.

Από την άλλη, η Ταϊβάν αυτό-αναγνωρίζεται ως έδαφος διακριτό από την ηπειρωτική Κίνα, με δικό της Σύνταγμα και δική της δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.

Τι οδήγησε στην κλιμάκωση

Το σημείο καμπής στις σχέσεις Ταϊβάν και Κίνας τοποθετείται χρονικά στον Αύγουστο του 2022, όταν στο νησί πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη η τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι.

Το Πεκίνο καταδίκασε με σφοδρότητα εκείνη την επίσκεψη ως «εξαιρετικά επικίνδυνη», με τη χώρα να προχωρά σε μπαράζ στρατιωτικών ασκήσεων με τη χρήση βαλλιστικών πυραύλων.

Η Ταϊβάν αντέτεινε πως οι ενέργειες αυτές, που ανάγκασαν τη διεθνή εμπορική αεροπλοΐα και ναυσιπλοΐα να βρουν εναλλακτικές διαδρομές στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, παραβίαζαν την εθνική κυριαρχία της.

Έκτοτε, η ένταση μεταξύ των δύο βαίνει διαρκώς κλιμακούμενη.

Explainer: Η Κίνα «πολιορκεί» την Ταϊβάν και τα μισά μικροτσίπ του πλανήτη-1
H Ταϊβάν, ένα νησί περίπου στο μέγεθος της Ολλανδίας, στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, παραμένει παραδοσιακά στο στόχαστρο του Πεκίνου για επανένωση, με ή χωρίς χρήση στρατιωτικής βίας – Πηγή: Shutterstock

Στρατιωτική ισχύς Κίνας και Ταϊβάν

Η Κίνα θα επιχειρήσει να επαναφέρει το θέμα της «επανένωσης» μέσω μη στρατιωτικών μέσων – όπως η ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Κίνας επισκιάζουν μακράν εκείνες της Ταϊβάν. Οι αμυντικές δαπάνες τη Κίνας είναι οι μεγαλύτερες από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, πλην των ΗΠΑ, ενώ το φάσμα στρατιωτικών δυνατοτήτων είναι τεράστιο, από τη ναυτική ηγεμονία έως την πυραυλική τεχνολογία αιχμής και τις κυβερνοεπιθέσεις.

Η Ταϊβάν και οι… άλλοι

Η Κίνα προφανώς και δε βλέπει θετικά την προσέγγιση Ταϊπέι – Ουάσινγκον – η οποία, αν και απουσία επίσημων σχέσεων, παρέχει στο νησί ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη.

Πρέπει οι ΗΠΑ να υπερασπιστούν την Ταϊβάν; Διερωτάται ο Γκίντεον Ράχμαν των Financial Times , σημειώνοντας πως δεν πρόκειται για μια αφηρημένη δημόσια συζήτηση.

Σε απάντηση στην κλιμάκωση των στρατιωτικών γυμνασίων, ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν δεσμεύτηκε –τέσσερις φορές – για το ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε ενδεχόμενη επίθεση από την Κίνα.

Για ορισμένους οι δεσμεύσεις Μπάιντεν συνιστούν σχεδόν τρέλα. «Οι περισσότεροι Αμερικανοί σε θέσεις χάραξης πολιτικής είναι έτοιμοι να διακινδυνεύσουν μια εθνική αυτοκτονία προκειμένου να προστατεύσουν την Ταϊβάν» σημειώνει ο Νταγκ Μπάντοου του think tank Cato Institute.

Όμως, γιατί οι ΗΠΑ, μια επιβαρυμένη από πολέμους χώρα, απειλεί να σταθεί απέναντι σε μια άλλη πυρηνική δύναμη, για χάρη ενός νησιού «24 εκατομμυρίων ψυχών» που βρίσκεται 160 χιλιόμετρα ανοιχτά των κινεζικών ακτών;

Ο σκεπτικισμός απέναντι στο ερώτημα αυτό κυριαρχεί όχι μόνο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά και στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας από επίσκεψή του στην Κίνα την περασμένη εβδομάδα, ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν υπαινίχθηκε πως η Γαλλία δε θα κάνει την παραμικρή προσπάθεια για την υπεράσπιση του νησιού. «Ο μεγάλος κίνδυνος για την Ευρώπη είναι να εμπλακεί σε κρίσεις που δεν είναι δικές της» είπε στο Politico.

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ανέμενε από ευρωπαϊκούς στρατούς να εμπλακούν απευθείας σε μια σύγκρουση για την Ταϊβάν. Όμως, εκπεφρασμένες απόψεις όπως του Μακρόν και δημόσιες τοποθετήσεις Ευρωπαίων ηγετών για τη στάση τους δίνουν την ευχέρεια στο Πεκίνο να «ζυγίσει» το διπλωματικό και οικονομικό ρίσκο μιας ενδεχόμενης επίθεσης.

Γιατί η Ταϊβάν έχει σημασία

Η οικονομία της Ταϊβάν είναι εξαιρετικά σημαντική και οποιαδήποτε διατάραξη της ομαλότητας αναμένεται να έχει επιπτώσεις στον πλανήτη.

Μεγάλο μέρος του ηλεκτρονικού εξοπλισμού που χρησιμοποιούν καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο  -από κινητά τηλέφωνα, λάπτοπ και κονσόλες παιχνιδιών έως εξαρτήματα αυτοκινήτων και βαρέως βιομηχανικού εξοπλισμού- τροφοδοτείται από τσιπ που κατασκευάζονται στην Ταϊβάν. Συγκεκριμένα, το νησί παράγει πάνω από το 60% των τσιπ του κόσμου – και περί το 90% των πιο εξελιγμένων από αυτά.

Μόνο μία ταϊβανέζικη εταιρεία, η TSMC (Taiwan Semiconductor Manufacturing Company), μια εταιρεία που κατασκευάζει τσιπ για εμπορικές συσκευές αλλά και στρατούς, κατέχει πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας αγοράς, με την αξία της να ξεπερνά τα 100 δις. δολ. το 2021.

Σε περίπτωση εισβολής, τα εργοστάσια παραγωγής ημιαγωγών ενδέχεται να καταστραφούν ή να περιέλθουν σε κινεζικό έλεγχο, κάτι που επίσης θα είχε τεράστιες οικονομικές συνέπειες, καθώς ο έλεγχος της τεράστιας βιομηχανίας των πιο προηγμένων ημιαγωγών στον κόσμο θα έδινε στο Πεκίνο τεράστιο και παγκόσμιο οικονομικό πλεονέκτημα.

Πλην, όμως, των οικονομικών συνεπειών, ενδεχόμενη κινεζική κυριαρχία επί της Ταϊβάν, με ή χωρίς χρήση στρατιωτικής βίας, θα είχε ευρύτερες συνέπειες, πολιτικές και γεωστρατηγικές, που θα αφορούσαν αφενός το μέλλον της πολιτικής ελευθερίας στον κόσμο και αφετέρου τη διεθνή ισορροπία δυνάμεων.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας υποστηρίζει πως η εξουσία του ενός κόμματος είναι το ιδανικό πολιτικό σύστημα για την Κίνα. Ωστόσο, το Χονγκ Κονγκ όπως και η Ταϊβάν ακολουθούν ένα πρότυπο φιλελεύθερης πολιτικής ζωής .

Ο Ράχμαν τονίζει στο άρθρο του πώς αν η Κίνα καταλύσει την αυτονομία της Ταϊβάν, τότε η αμερικανική επιρροή στην περιοχή θα δεχτεί ισχυρό πλήγμα. Αντιμέτωπες με την προοπτική μιας νέας ηγεμονικής δύναμης στον Ινδο-Ειρηνικό, οι χώρες της περιοχής, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Αυστραλία (μεταξύ άλλων που σε κάποιο βαθμό βασίζονται στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας) θα αντιδρούσαν, επιλέγοντας ίσως να αλλάξουν πολιτική στάση απέναντι στον αιχμηρό, πανίσχυρο πλέον γείτονά τους και ακόμα και άρμα πρόσδεσης.

«Η ιδέα πως η Ευρώπη δε θα επηρεαστεί από την αλλαγή αυτή ισορροπιών, είναι εξωφρενική (…) Κάποιοι θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι αφηρημένες έννοιες όπως η “ηγεμονία”, ελάχιστη σημασία έχουν για τους πολίτες. Ωστόσο, η ιδιορρυθμία αυτή της οικονομικής ανάπτυξης και της τεχνολογικής επιρροής της Ταϊβάν σημαίνει πως πιθανός κινεζικός έλεγχος του νησιού θα είχε γρήγορα σημαντικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των απλών πολιτών σε όλο τον κόσμο» προσθέτει ο Ράχμαν.

Πηγή: Financial Times/BBC

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις9 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις39 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή