Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Σπύρος Κατσούλας: Στόχος της Ουάσινγκτον ο έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου

Δημοσιεύτηκε στις

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και ο αμερικανικός παράγοντας

Ξένια Τούρκη   

Οι γεωπολιτικές αλλαγές που βλέπουμε να καταγράφονται είναι ραγδαίες. Οι τεκτονικές πλάκες, στις οποίες είχε βασιστεί για δεκαετίες η διπλωματία και οι διακρατικές σχέσεις μετακινούνται με αποτέλεσμα να βλέπουμε να καταγράφονται ραγδαίες αλλαγές. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η ένταση των οποίων υπήρξε καθοριστική για την εξωτερική πολιτική των δύο χωρών. 

Τα ελληνοτουρκικά, όμως, δεν μπορούν να μελετηθούν σωστά αν την ίδια στιγμή, δεν δοθεί και ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο της Ουάσιγκτον, ανέφερε στη συνέντευξή του στον «Φιλελεύθερο», ο Σπύρος Κατσούλας, διεθνολόγος με ειδίκευση στη στρατηγική ιστορία και τη γεωπολιτική. Στην προσπάθειά τους οι ΗΠΑ να διατηρήσουν τον έλεγχο της ευρύτατης περιοχής έπρεπε να κρατούν ισορροπίες ανάμεσα σε δύο στρατηγικούς τους συμμάχους, οι οποίοι βρίσκονται στα μαχαίρια, χωρίς, όμως, ταυτόχρονα να διακινδυνεύσουν τις σχέσεις τους με κανέναν από τους δύο. 

Με τα χρόνια αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στις τρεις χώρες που φτάνει από την ένθερμη συνεργασία μέχρι την δυσπιστία και την καχυποψία. Σήμερα, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο ζενίθ και οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις στο ναδίρ, όμως η φύση της τριγωνικής σχέσης παραμένει επί της ουσίας η ίδια. Αυτό σημαίνει ότι η ΗΠΑ εξακολουθούν να χρειάζονται τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία, ενώ την ίδια στιγμή η γεωπολιτική αναγκαιότητα τις αναγκάζει να κρατήσουν το βλέμμα τους πάνω από την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. 

Η Κύπρος λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των στενών σχέσεων που διατηρεί με την Ελλάδα επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το τρίγωνο Αθήνα -Άγκυρα – Ουάσιγκτον. Στο βιβλίο του «Διλήμματα στο τρίγωνο. Οι ΗΠΑ και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις» (εκδόσεις Διόπτρα) ο Σπύρος Κατσούλας εξηγεί πως η Λευκωσία έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αρκετές από τις ελληνοτουρκικές κρίσεις, οι οποίες σε κάποιες φάσεις έφτασαν ένα βήμα πριν ολοκληρωτική σύγκρουση. Αυτό δεν φαίνεται πως θα αλλάξει. «Η Ανατολική Μεσόγειος διατηρεί στο ακέραιο τη γεωπολιτική της αξία. Προς στιγμήν αυτή φάνηκε να μειώνεται μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά η δυναμική και απειλητική επάνοδος της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν επαναφέρει στο προσκήνιο την αξία της περιοχής», εξήγησε ο Έλληνας ειδικός τονίζοντας πως το άγρυπνο μάτι των ΗΠΑ θα παραμείνει πάνω από την περιοχή.

-Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ερευνήσετε τις σχέσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας δίνοντας έμφαση στον ρόλο των ΗΠΑ; Τι διαφορετικό αποτυπώνει η θεωρία του φύλακα όπως την παρουσιάζετε στο βιβλίο σας «Διλήμματα στο τρίγωνο. Οι ΗΠΑ και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις» (Eκδόσεις Διόπτρα);

-Κατ’ αρχάς, δεν μπορούν να μελετηθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χωρίς να ληφθεί υπόψη ο αμερικανικός παράγοντας. Ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων ανέκαθεν ήταν καθοριστικός σε αυτή τη γωνιά του κόσμου. Η βιβλιογραφία είναι διάσπαρτη με αναφορές στον ρόλο των ΗΠΑ, αλλά δεν υπήρχε μια συστηματική μελέτη της τριγωνικής σχέσης. Προσπάθησα να καλύψω αυτό το κενό εστιάζοντας στη στάση των ΗΠΑ απέναντι στις ελληνοτουρκικές κρίσεις. Επιπλέον, η «πολιτική των ίσων αποστάσεων» των ΗΠΑ απέναντι σε Ελλάδα και Τουρκία παρουσιάζει ιδιαίτερο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Παρ’ ότι σε αυτές τις δύο χώρες έχουμε μάθει να ζούμε με αυτή την ιδιάζουσα κατάσταση, στον υπόλοιπο κόσμο και στη θεωρία των διεθνών σχέσεων η συνύπαρξη δύο αντιπάλων στην ίδια συμμαχία αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα. 

Η συνεισφορά της θεωρίας του φύλακα έγκειται, αφενός, στο ότι παρουσιάζει την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων από τη σκοπιά των ΗΠΑ και, αφετέρου, στο ότι χρησιμοποιεί ως γνώμονα τη γεωπολιτική προσέγγιση. Για να κατανοήσουμε τους λόγους της «πολιτικής των ίσων αποστάσεων» πρέπει να αντιληφθούμε τη γεωπολιτική πραγματικότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Οι ΗΠΑ έβλεπαν την Ελλάδα και την Τουρκία ως τους φρουρούς της Μεσογείου. Το πρόβλημα ήταν ότι, αντί οι δύο φρουροί να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη Σοβιετική Ένωση, αντιμάχονταν ο ένας τον άλλο. Η φύση αυτού του προβλήματος παρέμεινε απαράλλαχτη καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

-Πώς μπορούν οι ΗΠΑ να διαδραματίσουν έναν εποικοδομητικό ρόλο στην αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο;

-Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να αναλάβουν κάποιον ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση των προκλήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Αφενός, δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να δυσαρεστήσουν ή να αποξενώσουν με τη στάση τους κάποια από τις δύο πλευρές και ως εκ τούτου να την απομακρύνουν από τη Δύση. Αφετέρου, δεν θέλουν να χρεωθούν κάποια αποτυχία. Το έχουν δοκιμάσει αρκετές φορές στο παρελθόν χωρίς επιτυχία και δεν προτίθενται να το επαναλάβουν. Πρόθεση των ΗΠΑ είναι να αναλάβει κάποιο τρίτο μέρος τον ρόλο του διαμεσολαβητή, σε περίπτωση που παραστεί μια τέτοια ευκαιρία. Πιο ρεαλιστικό πάντως είναι να περιμένουμε να ευνοούν τις διμερείς και τριμερείς συνεργασίες που προάγουν τη σταθερότητα.

-Επομένως, πώς αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση των ΗΠΑ την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ; 

-Η τριμερής σχέση Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη στις ΗΠΑ. Ο οπορτουνισμός του Ταγίπ Ερντογάν ανησύχησε σημαντικά τις ΗΠΑ, οι οποίες χρειάζονταν ένα ισχυρό αντίβαρο στην Τουρκία καθώς και έναν αξιόπιστο σχηματισμό στη περιοχή. Αυτή η σύγκλιση συμφερόντων αποτέλεσε τον καταλυτικό παράγοντα της τριμερούς σχέσης. Καθώς όμως βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο, όπου θα δούμε πολλές ανατροπές, καλό είναι αυτή η τριμερής σχέση να εμπεδωθεί και να σφυρηλατηθεί με ισχυρούς δεσμούς το νωρίτερο δυνατό. Ο Τούρκος πρόεδρος δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια για πολύ καιρό, αν διαπιστώσει ότι δεν αποδίδει η πολιτική του. Έχουμε ήδη δει δείγματα επαναπροσέγγισης της Τουρκίας με χώρες της Μέσης Ανατολής, καθώς και τις γέφυρες που ρίχνει η τουρκική κυβέρνηση στη Δύση.

– Μήπως δημιουργείται ένα νέο πλέγμα που μπορεί να διαδραματίσει έναν πιο ισχυρό γεωπολιτικό ρόλο και γιατί όχι σε συνεννόηση με την Ουάσιγκτον να οδηγήσει σε υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας;

-Το νέο πλέγμα που δημιουργείται, στο οποίο θα πρέπει να συνυπολογίζονται και κάποιες αραβικές χώρες, θα αποτελέσει έναν ισχυρό πόλο που θα συμβάλει μεν στην εξισορρόπηση αλλά όχι στην υποβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας. Η γεωπολιτική αναγκαιότητα επιτάσσει τη διατήρηση της Τουρκίας στη δυτική σφαίρα επιρροής. Κάθε πλευρά θα επιδιώξει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς όφελός της. Η Κύπρος και η Ελλάδα πρέπει μέσα σε αυτά τα στενά περιθώρια να κάνουν το καλύτερο δυνατό για την προάσπιση της εθνικής τους ακεραιότητας κινούμενες με ρεαλισμό, αποφασιστικότητα και ευελιξία. Αυτές είναι οι λεπτές ισορροπίες που θα χαρακτηρίζουν τη διεθνή διπλωματία το προσεχές διάστημα. Για αυτό τον λόγο τα διλήμματα στο τρίγωνο παραμένουν στο ακέραιο.

-Πώς αξιολογείτε τη σημερινή πορεία της τριγωνικής σχέσης ανάμεσα σε Αθήνα, Άγκυρα και Ουάσιγκτον; Πώς μπορεί να εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον;

-Η τριγωνική σχέση σήμερα παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες αλλά και κρίσιμες διαφορές με το παρελθόν. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι δεν βρισκόμαστε πλέον στα γνώριμα και προβλέψιμα νερά του διπολισμού του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα, βρισκόμαστε στο απρόβλεπτο περιβάλλον μιας μεταβατικής περιόδου από ένα μονοπολικό προς ένα πολυπολικό ή διπολικό διεθνές σύστημα. Δηλαδή από τη μονοπολική στιγμή της ιστορίας όπου κυριαρχούσαν οι ΗΠΑ προς μια περίοδο όπου η ισχύς διαχέεται προς άλλες δυνάμεις, όπως είναι η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία. Το κύριο χαρακτηριστικό των μεταβατικών περιόδων είναι η αστάθεια και η ρευστότητα. Οι μεγάλες δυνάμεις που είναι ευχαριστημένες με την καθεστηκυία τάξη συγκρούονται με τις αναθεωρητικές δυνάμεις. Άρα υπάρχουν μεγάλα περιθώρια συνεργασιών, συνασπισμών, καθώς και λυκοφιλιών. 

Η σημαντική ομοιότητα όμως είναι ότι η Ανατολική Μεσόγειος διατηρεί στο ακέραιο τη γεωπολιτική της αξία. Προς στιγμήν αυτή φάνηκε να μειώνεται μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αλλά η δυναμική και απειλητική επάνοδος της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν επαναφέρει στο προσκήνιο την αξία της Ανατολικής Μεσογείου. Επιπλέον, η Κίνα έχει δηλώσει την παρουσία της στην περιοχή, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε οικονομικό επίπεδο. Το ενδιαφέρον μπορεί αυτή τη στιγμή να είναι επικεντρωμένο στην Ανατολική Ευρώπη και στη Βαλτική, αλλά η αρχιτεκτονική ασφαλείας μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία θα αναδείξει εκ νέου τη σημασία της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επομένως, η ουσία της τριγωνικής σχέσης δεν αλλάζει. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να βλέπουν την Ελλάδα και την Τουρκία ως φρουρούς της Ανατολικής Μεσογείου. Η αθροιστική γεωπολιτική τους αξία παραμένει τεράστια. 

Άρα, παρότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διανύουν την καλύτερή τους περίοδο ενώ οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό, για τις ΗΠΑ η γεωπολιτική λογική επιτάσσει τη διατήρηση του ελέγχου της Ανατολικής Μεσογείου. Μπορεί να μη θέλουν τον Ταγίπ Ερντογάν, αλλά δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να χάσουν την Τουρκία. Αυτό είναι κάτι που ο Τούρκος πρόεδρος γνωρίζει και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί, αν και όχι με ιδιαίτερη επιτυχία.

Θα παραμείνει η κληρονομιά του αναθεωρητισμού

-Τον ερχόμενο μήνα στην Τουρκία θα διεξαχθούν εκλογές. Θα αλλάξει κάτι στην εξωτερική πολιτική της χώρας σε σχέση με την Ελλάδα και την Κύπρο αν κερδίσει ο Κεμάλ Κιλιντσάρογλου;

-Όχι, δεν θα πρέπει να αναμένουμε θεαματικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας για δύο κυρίως λόγους. 

  Πρώτον, πέρα από τις προθέσεις της εκάστοτε τουρκικής ηγεσίας, υπάρχουν και οι ποσοτικοί δείκτες ισχύος, όπως είναι το μέγεθος (όχι η κατάσταση) της οικονομίας, το δημογραφικό και οι ένοπλες δυνάμεις. Στην Τουρκία είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι υφιστάμενες συνθήκες δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική ισορροπία ισχύος. Αυτό θρέφει τον αναθεωρητισμό. 

  Δεύτερον, ακόμα και αν αποχωρήσει από το πολιτικό προσκήνιο, κάτι που δεν θα γίνει απλά και εύκολα, ο Ταγίπ Ερντογάν αφήνει μια κληρονομιά αναθεωρητισμού από την οποία δεν θα είναι εύκολο να υποχωρήσουν οι διάδοχες κυβερνήσεις. Το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα ρίχνει βαριά τη σκιά του για αρκετό καιρό. Θεωρώ ότι η μετά-Ερντογάν εποχή, όποτε έρθει αυτή, θα πρέπει να μας βρει διπλά προσεκτικούς. Η Δύση θα το θεωρήσει μια χρυσή ευκαιρία αποκατάστασης των σχέσεων με την Τουρκία. 

Θα πρέπει τότε να είμαστε έτοιμοι να υποδεχτούμε τη νέα κατάσταση και να έχουμε λάβει τα απαραίτητα εξισορροπητικά μέτρα για να μη βρεθούμε προ εκπλήξεων. 

H Αθήνα ακύρωσε το εθνικό αφήγημα Ερντογάν

-Πρόσφατα, ενώ οι σχέσεις Αθηνών και Άγκυρας ήταν εξαιρετικά τεταμένες, μετά τους σεισμούς είδαμε μία θετική αλλαγή. Με αφορμή το συγκεκριμένο γεγονός μπορούν να διορθωθούν οι σχέσεις των δύο χωρών ή τα πράγματα θα επιστρέψουν στο τεταμένο σημείο που ήταν και πριν;

-Βρισκόμαστε σε μια ιδιαίτερη συγκυρία, η οποία ξεκίνησε με μια φυσική καταστροφή ασύλληπτων διαστάσεων στην Τουρκία. Σε ανθρώπινο επίπεδο ο πόνος και η συμπόνια δεν γνωρίζουν σύνορα. Είναι κοινά σε όλους τους λαούς. Και συνήθως τέτοιες στιγμές φέρνουν τους λαούς πιο κοντά. Δυστυχώς όμως η στρατηγική ιστορία είκοσι πέντε αιώνων μάς υπενθυμίζει ότι στην ανθρώπινη φύση ελλοχεύει ακόμα η καχυποψία, η απληστία και η αλαζονεία. Αυτό δεν αφορά μόνο Ελλάδα και Τουρκία, αλλά όλες τις χώρες που έχουν αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα. 

Επιπλέον, οι δύο χώρες διανύουν ταυτόχρονα μια προεκλογική περίοδο, χωρίς να υπάρχει ακλόνητο φαβορί σε καμία από τις δύο. Αντιθέτως, παραμονεύει ο κίνδυνος παρατεταμένης κυβερνητικής αστάθειας. Υπό άλλες συνθήκες η υποδαύλιση του εθνικισμού μέσω των ελληνοτουρκικών θεμάτων ίσως αποτελούσε ένα προεκλογικό τέχνασμα συσπείρωσης της εκλογικής βάσης. Ωστόσο το γεγονός ότι η Ελλάδα έσπευσε σε βοήθεια της Τουρκίας, καθώς και η συνέχιση εκδήλωσης του ενδιαφέροντος με την πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας στις πληγείσες περιοχές, ακύρωσε το εθνικό αφήγημα του Ταγίπ Ερντογάν και του στέρησε το λαϊκό έρεισμα μιας επιθετικής ρητορικής. 

-Παρά την ηρεμία, όμως η ένταση μπορεί να επιστρέψει, έτσι δεν είναι;

-Το αναμενόμενο είναι να δούμε να επικρατεί εσωστρέφεια στις δύο χώρες, καθώς και ένα μορατόριουμ σε ό,τι αφορά τα διμερή θέματα κατά την προσεχή περίοδο. Οι διαφορές που χωρίζουν όμως τις δύο πλευρές δεν έχουν επιλυθεί ούτε είναι εύκολο να παραμεριστούν. Η κανονικότητα της υψηλής έντασης σε διμερές επίπεδο αναμένεται να επιστρέψει. Για να κάνουμε όμως οποιαδήποτε ασφαλή εκτίμηση, θα πρέπει πέρα από το ελληνοτουρκικό δίπολο να λάβουμε υπόψη την περιφερειακή και διεθνή διάσταση. Και αυτό διότι η Ανατολική Μεσόγειος είναι ένα κρίσιμο κομμάτι όχι απλώς στην περιφερειακή, αλλά στην παγκόσμια σκακιέρα ισχύος. Επομένως, έχει τεράστια σημασία ο ρόλος της Ρωσίας στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια, καθώς και ο ρόλος της Κίνας στη Μέση Ανατολή – θυμίζω την πρόσφατη μεσολάβηση της Κίνας στον ανταγωνισμό Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Ο αγώνας για την Ευρασία θα είναι το κύριο γεωπολιτικό παίγνιο του 21ου αιώνα. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να θεωρούν την Ελλάδα και την Τουρκία ως πολύτιμο κομμάτι της συνολικής αποτρεπτικής τους πολιτικής στην Ευρασία.

Οι ΗΠΑ δεν ξεφεύγουν από τη λογική των ίσων αποστάσεων

-Για χρόνια ακούμε για τον φόβο ενός θερμού επεισοδίου ή και πολέμου ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Είναι ορατός αυτός ο φόβος ή απλώς είναι ένα θέμα για εσωτερική κατανάλωση και στις δύο χώρες;

-Ο φόβος ενός θερμού επεισοδίου είναι πάντα ορατός και απομακρύνεται μόνο εφόσον είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο. Αυτή είναι η λογική της αποτροπής. Αντίθετα, η λογική του επιχειρήματος της εσωτερικής κατανάλωσης δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Όχι μόνο επειδή λειτουργεί εφησυχαστικά, αλλά και επειδή παραγνωρίζει μια σημαντική διάσταση της υψηλής στρατηγικής: την εσωτερική νομιμοποίηση. Η μελέτη των προηγούμενων κρίσεων, αλλά και η διεθνής εμπειρία δείχνουν ότι η λαϊκή στήριξη ή αντίθετα η λαϊκή αμφιθυμία έχει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Επομένως, δεν θα πρέπει να υποτιμούμε την εσωτερική πολιτική σκηνή. 

-Θεωρείτε ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει όπως πρέπει την επιθετική, επεκτατική πολιτική της Τουρκίας σε βάρος της; Γιατί δεν αξιοποίησε στον βαθμό που έπρεπε το γεγονός πως παραδοσιακά στόχος της Ουάσιγκτον ήταν να αποτρέψει τη σύγκρουση μεταξύ των συμμάχων της;

-Σε σχέση με περασμένες εποχές την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα έχει κάνει πολλές κινήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση, εκμεταλλευόμενη τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουν υπάρξει και αστοχίες. Σε μια δύσκολη συγκυρία όμως κατάφερε να ενισχυθεί τόσο στον τομέα των εξοπλισμών όσο και με τη σύναψη συμμαχιών και συνεργασιών σε περιφερειακό επίπεδο. Η στρατηγική επένδυση της Αλεξανδρούπολης αποτελεί την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των στόχων των ΗΠΑ για σταθερότητα στην περιοχή. Με αυτό τον τρόπο υποστηρίζει έμπρακτα το εθνικό αφήγημα ότι αποτελεί πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή και αντιμετωπίζει ουσιαστικά την επιθετική πολιτική της Τουρκίας. Η συγκράτηση της τυχοδιωκτικής πολιτικής του Ερντογάν δεν είναι απλή υπόθεση, ειδικά από τη στιγμή που η επιρροή των ΗΠΑ στην Άγκυρα έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ δεν θα ξεφύγουν ποτέ από τη λογική των ίσων αποστάσεων λόγω της γεωπολιτικής πραγματικότητας της Ανατολικής Μεσογείου.

Πηγή: Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή