Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γιατί η Ταϊβάν φοβάται εισβολή της Κίνας το 2027

Δημοσιεύτηκε στις

Το 2027  πιθανώς το καθεστώς του Σι Τζινπίνγκ θα εξαπολύσει επίθεση 

Ευαγγελία Μπίφη

«Τείχος» δυτικής διπλωματικής και στρατιωτικής υποστήριξης έναντι της αυξανόμενης κινεζικής απειλής επιχειρεί να χτίσει η Ταϊβάν, «δείχνοντας» το 2027 ως το έτος κατά το οποίο πιθανώς το καθεστώς του Σι Τζινπίνγκ θα εξαπολύσει επίθεση επιδιώκοντας να υποτάξει και να προσαρτήσει τη δημοκρατικά διοικούμενη νήσο του Ινδο-Ειρηνικού.

Σε έναν παραλληλισμό της επιθετικότητας Πεκίνου και Μόσχας λίγο μετά τις νέες κινεζικές «πρόβες πολέμου» στα Στενά της Ταϊβάν, η κυβέρνηση της νήσου στρέφει το βλέμμα στη Δύση «υπενθυμίζοντας» ότι η διεθνής κοινότητα δεν είχε επαρκώς «ζυγίσει» τις ρωσικές κινήσεις που προηγήθηκαν της εντολής του Βλαντιμίρ Πούτιν για εισβολή πλήρους κλίμακας στο έδαφος της Ουκρανίας.

«Δεν εμποδίσαμε τη Ρωσία να καταλάβει την Κριμαία. Και οι Ρώσοι ενθαρρύνθηκαν να προχωρήσουν και να εξαπολύσουν έναν πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Δεν εμποδίσαμε την Κίνα να επιβάλει το νόμο για την εθνική ασφάλεια στο Χονγκ Κονγκ. Και οι πολίτες ρωτούσαν: Η Ταϊβάν θα είναι επόμενη; Τώρα, η Ταϊβάν τελεί υπό όλη αυτή την πίεση», σημειώνει ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Τζόζεφ Γου, επαναφέροντας σε συνέντευξή του σε βρετανικά μέσα το 2027 ως τη χρονιά κατά την οποία η νήσος μπορεί να βρεθεί σε σύρραξη με την Κίνα.

Το χρονοδιάγραμμα που οδηγεί στο 2027 δεν έρχεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο, ούτε «ανήκει» στην Ταϊβάν. Αμερικανοί στρατηγοί και αξιωματούχοι, καθώς και ο διευθυντής της CIA, Ουίλιαμ Μπερνς, έχουν δηλώσει δημόσια ότι η κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ θεωρεί πως ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, έχει δώσει εντολή στο στρατό του «να είναι έτοιμος» έως το 2027 για να εισβάλει στην Ταϊβάν, την οποία η Κίνα θεωρεί «ιερή» επαρχία της προορισμένη προς επανένωση, ακόμη και διά της βίας.

Άλλοι στρατηγοί θεωρούν ότι μία σύγκρουση μπορεί να έλθει νωρίτερα, με τον τετράστερο Μάικ Μίνιχαν, τέως αναπληρωτή αρχηγό της αμερικανικής Διοίκησης Ινδο-Ειρηνικού, να κάνει προβλέψεις περί κινεζικής εισβολής το 2025. Η διαρροή εσωτερικού υπομνήματος, στο οποίο ο στρατηγός έγραφε «ελπίζω να κάνω λάθος, αλλά το ένστικτό μου λέει ότι λέει ότι θα δώσουμε μάχη το 2025» πυροδότησε αναταραχή τον Ιανουάριο και επικρίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είχαν προηγηθεί εκτιμήσεις του αρχηγού Ναυτικών Επιχειρήσεων του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, ναυάρχου Μάικλ Γκιλντάι, περί πιθανής εισβολής ακόμη και το 2024.

Η όλη φημολογία προκάλεσε την αντίδραση της ηγεσίας του Πενταγώνου, το οποίο και διεμήνυσε πως στρατηγοί και αξιωματούχοι δεν μπορούν να ομιλούν για χρονοδιαγράμματα εισβολής, ενώ ο επικεφαλής της Διοίκησης των ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό, ναύαρχος Τζον Ακουιλίνο, πήρε αποστάσεις από εικασίες και προβλέψεις λέγοντας την περασμένη Τρίτη ενώπιον επιτροπής του Κογκρέσου ότι «όλοι πιθανολογούν», και ο ίδιος σήμερα «είναι υπεύθυνος για να αποτρέψει αυτή τη σύγκρουση και αν αποτύχει η αποτροπή για να μπορέσουμε να πολεμήσουμε και να κερδίσουμε».

H Γιουν Σαν, επικεφαλής του προγράμματος για την Κίνα στη «δεξαμενή σκέψης» Stimson Center των ΗΠΑ, δηλώνει: «Οι στρατιωτικές δυνατότητες είναι απαραίτητη αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για την Κίνα προκειμένου να εξαπολύσει επίθεση. Η στρατιωτική ετοιμότητα δεν υποδηλώνει ότι η Κίνα θα κάνει την κίνηση». Επισημαίνοντας πως οι κινεζικές αρχές δεν έχουν ποτέ θέσει δημοσίως ως στόχο το 2027, αναφέρει: «Δεν νομίζω ότι ο Σι σχεδιάζει να εισβάλει στην Ταϊβάν το 2027, εκτός εάν η Ταϊβάν ανακηρύξει την ανεξαρτησία της μέχρι εκείνη τη στιγμή».

Το κύμα προβλέψεων στους κόλπους των ανώτατων κλιμακίων των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων είναι, ωστόσο, σαφώς ενδεικτικό της ανησυχίας για την αυξανόμενη επιθετικότητα της Κίνας έναντι της Ταϊβάν, τη στιγμή ακριβώς που τη σχέση Ουάσινγκτον-Πεκίνου βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο από το 1979 και τη διπλωματική αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας επί διακυβέρνησης Τζίμι Κάρτερ. «Εκείνοι που παίζουν με τη φωτιά, θα καταλήξουν να καούν» προειδοποίησε ξανά την Παρασκευή ο επικεφαλής της κινεζικής διπλωματίας, Τσιν Γκανγκ, στη σκιά του τριήμερου αποκλεισμού που επιβλήθηκε στην Ταϊβάν ως «απάντηση» στη συνάντηση της προέδρου της, Τσάι Ινγκ-γουέν, με τον επικεφαλής της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων Κέβιν Μακάρθι.

Και στο βάθος εκλογές

Η ίδια η Ταϊβάν προετοιμάζεται για το χειρότερο, και επιχειρεί όλο και περισσότερο να αποκωδικοποιήσει την πραγματική φύση και το εύρος της αμερικανικής δέσμευσης απέναντί της, και μέχρι που θα μπορούσε να φθάσει εν τέλει η στρατιωτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μεταξύ των απόρρητων εγγράφων του αμερικανικού Πενταγώνου που διέρρευσαν προσφάτως περιλαμβάνονται υπομνήματα, που δημοσιοποίησε η Washington Post, στα οποία στρατιωτικοί αξιωματούχοι των ΗΠΑ εκφράζουν αμφιβολίες για την ικανότητα της Ταϊβάν να αποκρούσει αεροπορική επίθεση από τον κινεζικό στρατό, ενώ αναγνωρίζεται ότι και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να έχουν περιορισμένη ικανότητα να «ανιχνεύουν» μια επικείμενη επίθεση στην Ταϊβάν.

Η νήσος προσπαθεί να βελτιώσει το βαθμό ετοιμότητάς της έναντι ενδεχόμενης κινεζικής εισβολής, έχοντας μεταξύ άλλων αυξήσει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για τους άνδρες από τέσσερις μήνες σε ένα έτος. Όμως, ανησυχεί για τον αργό ρυθμό των παραδόσεων στρατιωτικού εξοπλισμού (όπως αντιαεροπορικών πυραύλων Stinger, αεροσκαφών F-16 και αντιπλοϊκών πυραύλων) από τις ΗΠΑ, γεγονός το οποίο Ταϊβανέζοι αξιωματούχοι έχουν μεταφέρει στη διακυβέρνηση Μπάιντεν εδώ και καιρό.

Αρκετά μέλη του Κογκρέσου έχουν επιβεβαιώσει την πρόθεσή τους να πιέσουν την κυβέρνηση Μπάιντεν να επιταχύνει τις παραδόσεις, αλλά οι περιορισμοί στην κατασκευή, οι διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και, σε μικρότερο βαθμό, η ζήτηση που δημιουργήθηκε από τις αποστολές όπλων προς υποστήριξη της εμπόλεμης Ουκρανίας, συνέβαλαν στην επιβράδυνση -εξ ου και η Ταϊπέι δεν σταματά να υπενθυμίζει στις ΗΠΑ και διεθνώς πως ο κίνδυνος εισβολής είναι υπαρκτός και η ίδια θα πρέπει να είναι σε θέση να την αποκρούσει.

Σε άρθρο γνώμης στο CNN, ο Λανχί Τζ.Τσεν, ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Hoover, αναφέρει -στον απόηχο επίσκεψης που πραγματοποίησε στην Ταϊπέι στα τέλη Μαρτίου ως μέλος αμερικανικής αντιπροσωπείας- ότι οι πολιτικοί της Ταϊβάν κατανοούν καλά το ρόλο που θα διαδραματίσουν στα όσα επακολουθήσουν οι εκλογές που επίκεινται τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και στην ίδια την Ταϊβάν.

Ο τέως πρόεδρος και επικρατέστερος για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα, Ντόναλντ Τραμπ, επαινείται στην Ταϊβάν για την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ Ουάσινγκτον και Ταϊπέι και την έναρξη διπλωματικών επισκέψεων υψηλού επιπέδου μεταξύ ανώτατων αξιωματούχων της αμερικανικής κυβέρνησης και Ταϊβανέζων ομολόγων τους, με την ίδια την πρόεδρο Τσάι να έχει δεχθεί συγχαρητήριο τηλεφώνημα από εκείνον αφότου εξελέγη το 2016, γεγονός που θεωρήθηκε τότε ως παραβίαση του διπλωματικού πρωτοκόλλου. Ο Τζο Μπάιντεν αντιμετωπίζεται επίσης ευνοϊκά στην Ταϊβάν, ειδικά μετά τη δήλωση της 23ης Μαΐου 2022 ότι οι ΗΠΑ θα υπερασπίζονταν στρατιωτικά τη νήσο εάν δεχόταν κινεζική επίθεση, απομακρυνόμενος από τη μακρόχρονη πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας» που άφηνε ανοιχτό το ερώτημα εάν και σε ποιο βαθμό οι ΗΠΑ θα παρέμβουν σε περίπτωση επίθεσης -αν και αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι, παρά τις αναφορές Μπάιντεν, η πολιτική της «Μίας Κίνας» παραμένει ακέραια.

Στην Ταϊβάν, οι επόμενες προεδρικές εκλογές θα διεξαχθούν τον Ιανουάριο του 2024 και τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα (το κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα [DPP] και το Εθνικιστικό Κόμμα ή Κουομιτάνγκ) λαμβάνουν ήδη θέσεις «μάχης». Ενώ διαφέρουν οι πολιτικές τους σε οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, η κύρια διάσπαση μεταξύ τους είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ταϊβάν θα προσεγγίσει την Κίνα και τα ευρύτερα γεωπολιτικά ζητήματα της περιοχής.

Το Κουομιτάνγκ, το οποίο έχει υποσχεθεί κάποιο βαθμό προσέγγισης με το Πεκίνο, ουσιαστικά υποστηρίζει ότι η ψήφος για το DPP είναι ψήφος για σύγκρουση (και ίσως ακόμη και πόλεμο) με την Κίνα. Στο αντίποδα, το DPP υποστηρίζει ότι μόνο οι ηγέτες του θα συνεχίσουν να ενθαρρύνουν την εγγύτητα με τις ΗΠΑ και άλλους περιφερειακούς συμμάχους. Οι αξιωματούχοι της Ταϊβάν βρίσκονται ενώπιον της πραγματικότητας ότι κάθε μέρα που περνά, μια επίθεση από την Κίνα μπορεί να πλησιάζει. Η εστίασή τους στη στρατιωτική ετοιμότητα, αλλά και στην πολιτική τόσο στο εσωτερικό, όσο και στις ΗΠΑ, «κουβαλά» αυτό το φόβο -είτε αυτό συμβεί το 2027, είτε νωρίτερα, είτε ποτέ.

Πηγή: liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις16 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα1 ώρα πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Δημοφιλή