Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ναυτική Βάση εν όψει με φόντο… τον «εφιάλτη» του παρελθόντος

Δημοσιεύτηκε στις

Νέες σκέψεις και προθέσεις σε συνεννόηση με Γάλλους και η προσδοκία εμπλοκής Ισραηλινών και Αιγυπτίων – Γιατί δεν κατασκευάστηκε επί Κληρίδη, γιατί μπλόκαρε προ διετίας, ποιες οι νέες προοπτικές, η διαφορά του Δόγματος με τις περιφερειακές συνεργασίες και οι ενστάσεις των Βρετανών

Επανέρχεται στο προσκήνιο η δημιουργία Ναυτικής Βάσης στο Μαρί. Οι σκέψεις αυτές γίνονται από τη νέα Κυβέρνηση, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, να είναι επί τούτου θετικός. Το θέμα είχε εγερθεί και επί Κυβέρνησης Αναστασιάδη, όμως σκόνταψε πάνω στα οικονομικά προβλήματα που είχε προκαλέσει ο κορωνοϊός, αλλά και σε άλλες πολιτικές σκοπιμότητες, που σχετίζονται με τις εξευμενιστικές αντιλήψεις ημετέρων, καθώς και με τους Βρετανούς και τα δικά τους συμφέροντα.

Ήδη έχουν γίνει πρώτες συζητήσεις με τους Γάλλους, οι οποίοι θα ήθελαν μια τέτοια Βάση για τον ελλιμενισμό δικών τους πλοίων στην περιοχή μας, αλλά, όπως υποστηρίζουν, το κόστος κατασκευής θα πρέπει να ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το ερώτημα είναι εάν μια τέτοια Βάση θα είναι χαμένα χρήματα υπό την έννοια ότι η Κύπρος δεν διαθέτει, εκτός των άλλων, ναυτικό, ή εάν θα είναι γεωπολιτική ή ακόμη και οικονομική επένδυση, που θα δημιουργήσει συνθήκες ασφαλείας.

Άξιον απορίας είναι και το τι θα πράξει ο Πρόεδρος εάν οι Τούρκοι πουν ότι δεν θα επιστρέψουν στις συνομιλίες και σε νέο Κραν Μοντανά, εάν αρχίσει η κατασκευή Ναυτικής Βάσης. Υπενθυμίζεται πως υπάρχει κακό προηγούμενο και δη το 1998 με τους S-300, το Δόγμα και ξανά τη Ναυτική Βάση. Εκ των πραγμάτων, ο Πρόεδρος μπορεί μεν να έχει πρόθεση για την κατασκευή της Ναυτικής Βάσης στο Μαρί, αλλά θα πρέπει να αποφύγει τις συνταγές των προκατόχων του. Για να μην έχουμε ακόμη ένα «déjà vu» και να ξυπνήσουν εφιάλτες από το παρελθόν.

Το άρθρο του Γιάννου Χαραλαμπίδη στη Σημερινή

Ναυτική Βάση εν όψει με φόντο… τον «εφιάλτη» του παρελθόντος

Επανέρχεται στο προσκήνιο η δημιουργία Ναυτικής Βάσης στο Μαρί. Οι σκέψεις αυτές γίνονται από τη νέα Κυβέρνηση, με τον Πρόεδρο να είναι επί τούτου θετικός. Το θέμα είχε εγερθεί και επί Κυβέρνησης Αναστασιάδη, όμως σκόνταψε πάνω στα οικονομικά προβλήματα που είχε προκαλέσει ο κορωνοϊός, αλλά και σε άλλες πολιτικές σκοπιμότητες, που σχετίζονται με τις εξευμενιστικές αντιλήψεις ημετέρων, καθώς και με τους Βρετανούς και τα δικά τους συμφέροντα. Και αυτό παρότι η Κύπρος, με βάση την ΑΟΖ της, είναι έντεκα φορές μεγαλύτερη στη θάλασσα απ’ ό,τι στην ξηρά. Εκεί, δηλαδή στη θάλασσα, βρίσκεται ο πλούτος της, όπως είναι το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, καθώς και το υδρογόνο, που συνιστά καθαρή μορφή ενέργειας.

Μπορεί η Ναυτική Βάση να ενταχθεί στην πρακτική της Στρατηγικής Πυξίδας;

Αναβαθμίζεται ο γεωστρατηγικός ρόλος της Κύπρου και γιατί;

Το άλλοθι των Αθηνών, το κόστος και η επένδυση

Τα πλεονεκτήματα

Ήδη έχουν γίνει πρώτες συζητήσεις με τους Γάλλους, οι οποίοι θα ήθελαν μια τέτοια Βάση για τον ελλιμενισμό δικών τους πλοίων στην περιοχή μας, αλλά, όπως υποστηρίζουν, το κόστος κατασκευής θα πρέπει να ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το ερώτημα είναι εάν μια τέτοια Βάση θα είναι χαμένα χρήματα υπό την έννοια ότι η Κύπρος δεν διαθέτει, εκτός των άλλων, ναυτικό, ή εάν θα είναι γεωπολιτική ή ακόμη και οικονομική επένδυση, που θα δημιουργήσει συνθήκες ασφαλείας. Η κατασκευή μιας τέτοιας Ναυτικής Βάσης στο Μαρί θα έχει μεν αρχικό οικονομικό κόστος, αλλά θα προσφέρει στην Κύπρο μια σειρά πλεονεκτημάτων, όπως τα εξής:

  1. Αναβάθμιση του γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού ρόλου της Κύπρου στην περιοχή και στην ΕΕ, υπό την έννοια ότι η απόφαση αυτή θα είναι ενταγμένη στην εξής στρατηγική: Α) Ελλιμενισμό πλοίων της Γαλλίας, η οποία θέλει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην περιοχή, και άλλων χωρών της ΕΕ, καθώς και του Ισραήλ και της Αιγύπτου ή και πλοίων άλλων κρατών που θα πλέουν στην περιοχή. Β) Την προβολή συγκροτημένης πολιτικής για την ένταξη της Ναυτικής Βάσης στο Μαρί στη πρακτική εφαρμογή της Στρατηγικής Πυξίδας της ΕΕ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, που μπορεί να εμπλέξει και κράτη μέλη της ΕΕ, όπως είναι η Ελλάδα, η Γαλλία και η Ιταλία, καθώς και άλλα τρίτα κράτη, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ. Η Ναυτική Βάση της Κύπρου μπορεί να αποτελέσει το μακρύ χέρι των χωρών αυτών και δη της ΕΕ στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
  2. Αναβάθμιση της αποτροπής και ενίσχυση των συνθηκών για διμερείς ή πολυμερείς συνεργασίες, που θα ήταν δυνατό να εξελιχθούν σε συμμαχίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, δημιουργούνται προϋποθέσεις για την ανάσχεση της θαλάσσιας επικράτησης της Γαλάζιας Πατρίδας και του ελέγχου από μέρους της Άγκυρας των θαλάσσιων οδών και της μετατροπής της Κύπρου σε δικό της προτεκτοράτο.
  3. Απόκτηση εμπειριών και ναυτοσύνης, στην οποία η Κύπρος μειονεκτεί, εφόσον δεν διαθέτει Πολεμικό Στόλο.

Υποδομές και το άλλοθι…

Επί τη βάσει μιας τέτοιας στρατηγικής προσέγγισης, θα ήταν δυνατή η δημιουργία μιας Κεντρικής Διοίκησης Ανατολικής Μεσογείου με Κέντρο την Κύπρο, ανήκουσας στην ΕΕ και στις συμμαχικές στην περιοχή δυνάμεις. Διότι, με την κατασκευή μιας Ναυτικής Βάσης στο Μαρί δημιουργούνται:

Α) Υποδομές Υποστήριξης τεχνικού και εφοδιαστικού χαρακτήρα με αποθήκες και συνεργεία για αποκατάσταση βλαβών και συντήρησης. Β) Εγκαταστάσεις για υποδοχή ξένων πλοίων και των πληρωμάτων τους για ξεκούραση. Γ) Υποδομές Υποδοχής πλοίων ώς του επιπέδου της φρεγάδας. Υπό αυτές, δε, τις συνθήκες: Πρώτο, αυξάνονται οι δυνατότητες ναυτικών ασκήσεων πέριξ της Κύπρου με την αποστολή των ανάλογων μηνυμάτων εκεί που πρέπει. Δεύτερο, στρατηγική σύνδεση της Κύπρου με το «chokepoint» του Σουέζ. Τρίτο, η Ελλάδα δεν θα έχει, πλέον, το όποιο άλλοθι ότι τα πολεμικά της πλοία δεν μπορούν να φτάσουν στην Κύπρο λόγω έλλειψης στρατιωτικών ναυτικών εγκαταστάσεων. Βεβαίως, ορθώς μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι και η Βάση Ανδρέας Παπανδρέου υπάρχει, αλλά η Αθήνα είναι απούσα. Γι’ αυτό, επισημαίνουμε ότι είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης και λήψης στρατηγικών αποφάσεων, που αφορούν εκτός των άλλων και το Δόγμα, το οποίο επί του παρόντος δεν εφαρμόζεται. Γιατί; Διότι υιοθετείται η πολιτική του εξευμενισμού αντί η στρατηγική της αποτροπής. Άρα, όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά κυρίως ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης θα πρέπει να αποφασίσει ποια στρατηγική θα υιοθετήσει. Και ποιοι θα είναι οι σύμμαχοί του και σε ποιο βαθμό; Εάν θα συνεχίσει την πολιτική του εξευμενισμού ή της αποτροπής και του όποιου κόστους στον εισβολέα.

Δόγμα και casus belli

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί το εξής: Είναι άλλο πράγμα το στρατηγικό Δόγμα με την Ελλάδα, που στηρίζεται στο casus belli, και άλλο οι περιφερειακές στρατιωτικές συνεργασίες. Χωρίς το casus belli, που σημαίνει ότι εάν η Τουρκία επιτεθεί στην Κύπρο αυτόματα είναι ως να κηρύττει και πόλεμο κατά της Ελλάδας, δεν υπάρχει Δόγμα. Άρα: 1) Η Ναυτική όπως και η Αεροπορική Βάση Ανδρέας Παπανδρέου είναι απαραίτητες στρατηγικές υποδομές για την εφαρμογή του Δόγματος στην πράξη, το οποίο, όμως, δεν υπάρχει επί του παρόντος. 2) Είναι άλλο πράγμα το Δόγμα και άλλο οι περιφερειακές συνεργασίες, που μπορούν να αναπτυχθούν μέσω μιας Ναυτικής Βάσης και δεν είναι ενταγμένες στην πρακτική εφαρμογή του Δόγματος. Για να προκύψει Δόγμα θα πρέπει να υπογραφούν αμυντικές συμμαχίες που να υιοθετούν την αρχή ότι: Η επίθεση σε βάρος του ενός σημαίνει και επίθεση σε βάρος των υπόλοιπων συμβαλλομένων μερών. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει επί του παρόντος.

Το οικονομικό κόστος και η επένδυση

Ως προς το οικονομικό κόστος, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Κάθε κυρίαρχο κράτος, για να μπορεί να είναι τέτοιο, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσφέρει εσωτερική ασφάλεια, καθώς και εξωτερική, δηλαδή να μπορεί να υπερασπίζεται τον αέρα, την ξηρά και τη θάλασσα. Έτσι προστατεύει τους πολίτες του. Είτε μόνο του είτε μέσω συμμαχιών. Συνεπώς, η ασφάλεια και η δημιουργία συνθηκών για συμμαχίες δεν αποτελεί χάσιμο χρημάτων, αλλά επένδυση. Προσφέρει ασφάλεια, αξιοπιστία και κύρος σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Και επειδή περί επένδυσης ο λόγος, θα πρέπει η Ναυτική Βάση να ιδωθεί: Α) Ως ένας αναπτυξιακός σχεδιασμός εσόδων για αυτοσυντήρηση από τα όποια ξένα πλοία για οποιαδήποτε λόγο θα ναυλοχούνται εκεί, αλλά και από τα χρήματα που θα αφήνουν στη γύρω περιοχή τα πληρώματά τους. Αυτό μπορεί να ισχύσει εάν η Βάση θα είναι ενταγμένη σε συγκεκριμένο στρατηγικό σχεδιασμό και δεν θα συνιστά άλλο ένα δαπανηρό, από κάθε άποψη, πυροτέχνημα. Β) Ως ενίσχυση του συστήματος ασφάλειας μιας περιοχής, δηλαδή του Βασιλικού, που συνιστά εν δυνάμει ενεργειακό κέντρο.

Βεβαίως, υπάρχει και η αντίληψη ότι το λιμάνι της Λεμεσού μπορεί να δεχθεί πολεμικά πλοία, ακόμη και αεροπλανοφόρο, ή ότι θα μπορούσε με λιγότερο κόστος να αναβαθμιστεί το λιμάνι της Λάρνακας, οπότε γιατί να διευρυνθεί και να αναβαθμιστεί η Ναυτική Βάση στο Μαρί; Αληθές είναι ότι είναι άλλο πράγμα οι εγκαταστάσεις και ο τρόπος λειτουργίας στα συστήματα ασφαλείας μιας Βάσης και άλλο ενός εμπορικού λιμανιού. Αυτά είναι ζητήματα τεχνοκρατικού επιπέδου. Το ζήτημα είναι η πολιτική και στρατηγική απόφαση. Εάν, δηλαδή, η Κύπρος θέλει να έχει ή όχι Ναυτική Βάση που θα εξυπηρετεί συγκεκριμένους σκοπούς.

Οι αποφάσεις του Προέδρου και η ιστορία της Βάσης

Ο Πρόεδρος θα πρέπει να σκεφτεί τι θέλει. Να αποφασίσει, δηλαδή, εάν η Ναυτική Βάση θα είναι ενταγμένη σε έναν σχεδιασμό που δεν θα προσφέρει μόνο εμπειρία μερικής έστω ναυτοσύνης, αλλά, ταυτοχρόνως, θα δημιουργεί έναν αξιοπρεπή στολίσκο ή στόλο που θα επιτρέπει, μαζί με τους νέους πυραύλους «Έξοσετ», την αύξηση του κύρους και των δυνατοτήτων για συμμαχίες με γειτονικές χώρες και δη εντός της Στρατηγικής Πυξίδας της ΕΕ, η οποία, εκ των πραγμάτων, συνδέεται και με το ΝΑΤΟ.

Η ιστορία της Ναυτικής Βάσης ξεκινά από την εποχή της Προεδρίας του Γλαύκου Κληρίδη και του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, που λειτούργησε όσο ήταν εν ζωή, από το ’93 ώς το ’97. Έλαβε, δε, άδοξο τέλος το 1998, με την εξορία των S-300 στην Κρήτη. Όπως και τότε, έτσι και πριν από δυο χρόνια, ενστάσεις στην κατασκευή της Ναυτικής Βάσης έθεσαν οι Βρετανοί, διότι δεν θα ήθελαν να δουν, λόγω των δικών τους Βάσεων, τη γεωστρατηγική αναβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ειδικά με την εμπλοκή της Γαλλίας και άλλων γειτονικών χωρών. Συμμάχους προς αυτήν την κατεύθυνση είχαν βρει κυρίως στελέχη του ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, που είναι της αντίληψης ότι τέτοιες στρατηγικές επιλογές είναι δαπανηρές και αχρείαστες και ότι θα δημιουργήσουν προβλήματα στις προσπάθειες για την επανέναρξη των συνομιλιών λόγω της τουρκικής αντίδρασης. Επί τούτου είναι που θα πρέπει να σκεφτεί ο Πρόεδρος τι θα πράξει και ποια είναι τα δικά του επιχειρήματα και δη σύμμαχοι, όπως για παράδειγμα οι Γάλλοι και πολύ περισσότερο οι Ισραηλινοί ένεκα της αξιοπιστίας τους στην αποτροπή. Ερώτημα λοιπόν: Τι θα πράξει ο Πρόεδρος εάν οι Τούρκοι πουν ότι δεν θα επιστρέψουν στις συνομιλίες και σε νέο Κραν Μοντανά εάν αρχίσει κατασκευή Ναυτικής Βάσης;

Τραγικό «déjà vu»

Τονίζονται αυτά, διότι υπάρχει κακό προηγούμενο και δη το 1998 με τους S-300, το Δόγμα και τη Ναυτική Βάση. Ο ενταφιασμός τους ήταν προϋποθέσεις, οι οποίες τέθηκαν και από την Τουρκία και από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, για την επανέναρξη των συνομιλιών, που οδήγησαν στο διχοτομικό σχέδιο Ανάν. Η ζημιά ήταν διπλή. Διότι και η Κύπρος έμεινε αθωράκιστη και η πρόταση λύσης ήταν απαράδεκτη. Το αρνητικό αποτέλεσμα δεν ήταν τυχαίο αφού με βάση τις θεωρίες των συγκρούσεων και τη ρεαλιστική σχολής σκέψης των Διεθνών Σχέσεων, η συνταγματική διευθέτηση ενός προβλήματος είναι ο καθρέφτης των ανισοζυγίων δυνάμεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. Εκ των πραγμάτων, ο Πρόεδρος μπορεί μεν να έχει πρόθεση για την κατασκευή της Ναυτικής Βάσης στο Μαρί, αλλά θα πρέπει να αποφύγει τις συνταγές των προκατόχων του. Για να μην έχουμε ακόμη ένα «déjà vu». Κάτι σαν τον εφιάλτη από το παρελθόν…

 

 

23.4 χαρτης image001.jpg

 

Ο χάρτης αποτυπώνει τις δυνατότητες των ραντάρ της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και τις Ναυτικές Βάσεις της ίδιας και γειτονικών κρατών, όπως και εκείνων της Τουρκίας στα κατεχόμενα και εντός του εδάφους της. Ο κόκκινος μεγάλος διακεκομμένος κύκλος δείχνει την ακτίνα του Ραντάρ στο Τρόοδος, με το οποίο εντοπίζονται τα αεροπλάνα στην περιοχή μας. Ο πράσινος κύκλος αφορά στην ακτίνα δράσης, δηλαδή στο βεληνεκές των γαλλικών πυραύλων “Exocet Block 3” (97 ν.μ.), που αναμένεται να αναπτυχθούν εάν όλα κυλήσουν ομαλά κατά το τρέχον έτος. Ο λευκός με μαύρο χρώμα διακεκομμένος κύκλος καταγράφει την ακτίνα των ραντάρ του κυπριακού ναυτικού (96 ν.μ.), που εντοπίζει την κίνηση των πλοίων. Με τα κόκκινα τόξα, που έχουν ως βάση το Σουέζ, απεικονίζονται οι βασικές πορείες των πλοίων στην περιοχή μας και καταδεικνύουν πόσο σημαντική θα είναι για την Κύπρο η κατασκευή μιας Ναυτικής Βάσης, που θα μας προσδώσει σημαντικά γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά πλεονεκτήματα, ειδικώς για τις συνεργασίες με γειτονικά κράτη, καθώς και σε επίπεδο ΕΕ στην πρακτική εφαρμογή της Στρατηγικής Πυξίδας.

 

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups). Οι μονάδες αυτές προσδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία στην αεράμυνα και επιτρέπουν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ελαφρών εναέριων στόχων. Η μαχητική τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εξοπλισμό και τον οπλισμό που διαθέτουν.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τα τελευταία χρόνια, τα μικρά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) έχουν μεταβάλει τον τρόπο λειτουργίας της στρατιωτικής αεράμυνας περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία εναέριου στόχου. Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups). Οι μονάδες αυτές προσδίδουν μεγαλύτερη ευελιξία στην αεράμυνα και επιτρέπουν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ελαφρών εναέριων στόχων. Η μαχητική τους αποτελεσματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον εξοπλισμό και τον οπλισμό που διαθέτουν.

Οι σύγχρονες απειλές

Στις εμπόλεμες ζώνες, ο αντίπαλος χρησιμοποιεί εκτεταμένα μικρά UAV. Τα ελαφρά τετρακόπτερα αξιοποιούνται για αναγνώριση, ως φορείς βομβών ή ως αναλώσιμα drones καμικάζι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αποτελούν απειλή τόσο για τις στρατιωτικές δυνάμεις όσο και για αμάχους και κρίσιμες εγκαταστάσεις.

Για τα παραδοσιακά συστήματα αεράμυνας, ένα μικρό UAV αποτελεί δύσκολο στόχο. Συχνά είναι δύσκολο να εντοπιστεί από τα ραντάρ, ενώ η χρήση αντιαεροπορικού πυροβολικού ή κατευθυνόμενων πυραύλων δεν είναι πάντοτε πρακτική, είτε λόγω τεχνικών χαρακτηριστικών είτε λόγω κόστους. Για τον λόγο αυτό, τα τελευταία χρόνια αναζητήθηκαν εναλλακτικές λύσεις με βέλτιστη ισορροπία επιδόσεων και οικονομίας.

Παράλληλα, η ουκρανική πλευρά, σε συνεργασία με ξένους εταίρους, ανέπτυξε την παραγωγή βαρέων επιθετικών UAV και προχώρησε σε μαζικές επιδρομές βαθιά εντός της ρωσικής επικράτειας. Αν και η αντιμετώπιση τέτοιων UAV είναι θεωρητικά εφικτή για την αεράμυνα, η δυσκολία βρίσκεται στην κλίμακα και στον συντονισμό των επιθέσεων. Οι μαζικές επιδρομές δεσμεύουν τα παραδοσιακά μέσα αεράμυνας, με αποτέλεσμα οι κινητές ομάδες πυρός να αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος της άμυνας σε μικρές αποστάσεις.

Οι Ουκρανοί λαμβάνουν επίσης υπόψη του τις δυνατότητες της ρωσικής αεράμυνας. Κατά τον σχεδιασμό αεροπορικών επιθέσεων επιδιώκεται ο εντοπισμός θέσεων ραντάρ και αντιαεροπορικών μονάδων, λαμβάνοντας υπόψη και τα χαρακτηριστικά του εδάφους. Με βάση αυτά τα δεδομένα, χαράσσονται ασφαλέστερες διαδρομές ώστε τα UAV να φθάνουν στους στόχους τους με ελάχιστες απώλειες.

Η φιλοσοφία της κινητικότητας

Η απάντηση στις μαζικές επιθέσεις ελαφρών drones ήταν η δημιουργία των κινητών ομάδων πυρός αεράμυνας. Η κύρια αποστολή τους είναι η αντιμετώπιση μικρών και πολυάριθμων UAV. Η εμπλοκή μεγαλύτερων εναέριων στόχων είναι δυνατή, αλλά δεν αποτελεί πρωταρχικό τους ρόλο.

Οι πρώτες ρωσικές μονάδες αυτού του τύπου εμφανίστηκαν το 2023, ενώ ορισμένες συγκροτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος BARS (Combat Army Reserve of the Country). Παρόμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και από την ουκρανική πλευρά ήδη από το 2022, σύμφωνα με ανοικτές πηγές. Σήμερα, οι κινητές ομάδες πυρός έχουν αποκτήσει ευρεία διάδοση στις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις και κατέχουν σημαντική θέση στη συνολική αμυντική διάταξη.

Οι ομάδες αυτές λειτουργούν σε διάφορους φορείς ασφαλείας, κυρίως στον Στρατό Ξηράς, όπου ενισχύουν την οργανική αεράμυνα των σχηματισμών, αλλά και σε άλλους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων και στη Ρωσική Εθνοφρουρά. Ένα μεγάλο μέρος τους επιχειρεί στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων, ενώ άλλες αναπτύσσονται στα μετόπισθεν για την προστασία πόλεων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, βιομηχανικών μονάδων και κρίσιμων υποδομών.

Η βασική ιδέα είναι απλή: πρόκειται για μικρές μονάδες που διαθέτουν δικά τους οχήματα, μέσα επικοινωνίας, αισθητήρες και οπλισμό. Μπορούν να παραμένουν σε επιφυλακή σε προκαθορισμένες θέσεις ή να μετακινούνται ταχύτατα σε περιοχές όπου απαιτείται ενίσχυση της αεράμυνας.

Το κύριο πλεονέκτημά τους έναντι άλλων στοιχείων αεράμυνας είναι η υψηλή κινητικότητα και η ταχύτητα αντίδρασης. Έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν γρήγορα θέση, να καλύπτουν κενά στην αμυντική διάταξη και να παρεμβαίνουν σε νέες διαδρομές διείσδυσης UAV.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα από το πεδίο της μάχης, οι κινητές ομάδες πυρός έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης UAV, ιδιαίτερα όταν είναι ενταγμένες στο συνολικό δίκτυο διοίκησης και ελέγχου της αεράμυνας.

Εξοπλισμός και οπλισμός

Οι κινητές ομάδες πυρός πρέπει να διαθέτουν υψηλή κινητικότητα, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας κίνησης εκτός δρόμου, καθώς και τη δυνατότητα αυτόνομης ανίχνευσης και προσβολής στόχων. Για τον σκοπό αυτό εξοπλίζονται με διάφορα μέσα, από οχήματα έως εξειδικευμένα ηλεκτρονικά συστήματα.

Καθώς οι μονάδες αυτές δημιουργήθηκαν υπό την πίεση των επιχειρησιακών αναγκών, δεν υπάρχει απόλυτη τυποποίηση στον εξοπλισμό τους. Κάθε ομάδα μπορεί να διαθέτει διαφορετικά μέσα, χωρίς αυτό να επηρεάζει ουσιαστικά την αποστολή της.

Η κινητικότητα εξασφαλίζεται κυρίως από ημιφορτηγά (pick-up), οχήματα τύπου buggy και ελαφρά φορτηγά ρωσικής παραγωγής. Χρησιμοποιούνται επίσης τροποποιημένα οχήματα UAZ-452/3741 («Bukhanka»). Στο πίσω μέρος των οχημάτων εγκαθίστανται τα οπλικά συστήματα, αποθηκεύονται πυρομαχικά και τοποθετείται ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός.

Ορισμένες ομάδες διαθέτουν δικά τους μέσα επιτήρησης του εναέριου χώρου, όπως μικρά ραντάρ και σταθμούς ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Επιπλέον, χρησιμοποιούν ασυρμάτους για την ανταλλαγή δεδομένων με γειτονικές μονάδες και τα κέντρα διοίκησης. Η επικοινωνία και ο συντονισμός αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την αποτελεσματικότητά τους.

Τα μέσα εμπλοκής

Οι κινητές ομάδες πυρός χρησιμοποιούν διαφορετικά μέσα για διαφορετικές αποστάσεις και κατηγορίες στόχων:

  • Τα πυροβόλα όπλα αντιμετωπίζουν UAV σε μικρές αποστάσεις.
  • Τα αναχαιτιστικά drones αναλαμβάνουν πιο απομακρυσμένους ή ταχύτερους στόχους.
  • Τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου παρεμβάλλουν τα κανάλια επικοινωνίας των εχθρικών UAV.

Ο κύριος οπλισμός αποτελείται από πολυβόλα διαφόρων τύπων, όπως τα PKM/PKT, DShK, NSV και Kord. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και πιο σπάνια όπλα, όπως το αεροπορικό πολυβόλο GShG-7.62. Τα πολυβόλα είναι συνήθως εγκατεστημένα σε βάσεις επί των οχημάτων, συχνά σε διπλές ή πολλαπλές διατάξεις για αυξημένη ισχύ πυρός.

Τα πολυβόλα διαμετρήματος 7,62 χιλιοστών χρησιμοποιούνται σε αποστάσεις έως περίπου 1 χλμ., ενώ τα βαρέα πολυβόλα μπορούν να ανοίγουν πυρ έως 1,5 χλμ. Ωστόσο, οι αποστάσεις αυτές αφορούν την έναρξη εμπλοκής και όχι την εγγυημένη κατάρριψη στόχου.

Παράλληλα χρησιμοποιούνται τυφέκια εφόδου και ημιαυτόματα λειόκανα όπλα. Τα φυσίγγια με σκάγια, συμπεριλαμβανομένων ειδικών αντιαεροπορικών διαμορφώσεων, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά, αν και η εμβέλειά τους παραμένει περιορισμένη.

Αναχαιτιστικά drones

Μια ξεχωριστή κατηγορία μέσων αποτελούν τα UAV αναχαίτισης. Το ρωσικό Yolka αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Σύμφωνα με τον κατασκευαστή του, το βάρος απογείωσής του κυμαίνεται από 1,3 έως 2 κιλά, ενώ η ακτίνα εμπλοκής φθάνει τα 3 χιλιόμετρα. Η καθοδήγηση πραγματοποιείται είτε από χειριστή είτε αυτόνομα μέσω ηλεκτροοπτικών αισθητήρων και ενσωματωμένου υπολογιστή. Το drone μπορεί να καταστρέψει τον στόχο είτε μέσω πρόσκρουσης είτε με χρήση μικρής πολεμικής κεφαλής.

Παρόμοια συστήματα βρίσκονται επίσης σε υπηρεσία, με διαφορετικά μεγέθη, βάρη και επιδόσεις πτήσης.

Ηλεκτρονικός πόλεμος

Οι κινητές ομάδες πυρός δεν περιορίζονται μόνο στην κατάρριψη των UAV. Διαθέτουν επίσης συστήματα παρεμβολών τοποθετημένα επί των οχημάτων τους. Σύμφωνα με ανοικτές πηγές, τα συστήματα αυτά μπορούν να διαταράσσουν τη λειτουργία εχθρικών drones σε ακτίνα αρκετών εκατοντάδων μέτρων.

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες. Η ομίχλη, η βροχή και η νυχτερινή δράση δυσχεραίνουν τόσο την οπτική ανίχνευση όσο και την ηλεκτροοπτική καθοδήγηση των αναχαιτιστικών drones. Παράλληλα, υπάρχει ο κίνδυνος για πολιτικά αεροσκάφη κατά τις βολές εναντίον στόχων χαμηλής πτήσης.

Επιπλέον, οι Ουκρανοί αυξάνουν συνεχώς τον αριθμό των αεροπορικών επιθέσεων και βελτιώνουν τις δυνατότητές του στον ηλεκτρονικό πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων μέσων αντιμετώπισης των ίδιων των αναχαιτιστικών UAV.

Έγκαιρη προσαρμογή

Πριν από λίγα χρόνια, οι ρωσικέςένοπλες δυνάμεις και οι κρίσιμες υποδομές βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια νέα απειλή. Η απάντηση ήταν η ταχεία συγκρότηση κινητών ομάδων πυρός, παράλληλα με την ανάπτυξη των παραδοσιακών συστημάτων αεράμυνας.

Η πραγματική αξία των μονάδων αυτών αναδεικνύεται μόνο όταν ενσωματώνονται στο συνολικό δίκτυο διοίκησης, ελέγχου και αεράμυνας. Πρόκειται για ένα συμπληρωματικό εργαλείο που καλύπτει κυρίως τις πολύ μικρές αποστάσεις και τις απειλές χαμηλού κόστους.

Καθώς ο εναέριος χώρος γίνεται ολοένα πιο κορεσμένος από drones και τα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου εξελίσσονται, η περαιτέρω ανάπτυξη των κινητών ομάδων πυρός δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της βιωσιμότητας και της αποτελεσματικότητας της σύγχρονης αεράμυνας.

Οι Τούρκοι έχουν αναπτύξει σημαντικές δυνατότητες στον τομέα των “one way combat drones” και έχουν παρουσιάσει ανάλογα συστήματα του ιρανικού Shahed όπως τα STM Kuzgun, τα Baykar K2 και τα YIHA-III (Sivrisinek).

Η απειλή που θέτουν τέτοια συστήματα για τον ελληνικό μηχανισμό άμυνας φρονούμε πως είναι υποτιμημένη και τα όποια μέτρα ενεργητικής προστασίας που λαμβάνονται απλά ανεπαρκή.

Επείγει, εκτός των άλλων μέτρων, η δημιουργία εφεδρικών “κινητών μονάδων πυρός αεράμυνας”, επανδρωμένες με εφέδρους, ενώ και η Εθνοφυλακή θα μπρορούσε να συγκροτήσει αντίστοιχα στοιχεία, τμήματα και υπομονάδες. Οχήματα μπορούν να διατεθούν τα MS-240/290 του 1/4 και 1 1/4 τόνου, ημι-φορτηγά αγροτικού τύπου και οχήματα buggies σαν τα “ΘΟΥΡΙΟΣ-3/7” καθώς και βαρύτερα Steyr Marathon.

Σαν οπλισμός θα μπορούσαν να χορηγηθούν αρχικά οπλοπολυβόλα HK-11 και πολυβόλα MG-3 των 7.62 χλστ, οπλοπολυβόλα M1918 BAR και πολυβόλα Browning M1919 των 0.30′ (αν υπάρχουν ακόμα στις αποθήκες) και βαρέα πολυβόλα Browning M2 των 12.7 χλστ. Επίσης τυφέκια μάχης και λειόκαννα με ειδικά φυσίγγια αντιμετώπισης δρόνων είναι απαραίτητος οπλισμός τόσο για το έργο της αναχαίτησης δρόνων όσο και για αυτοάμυνα των ανδρών. Τα βαρέα όπλα θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε ειδικές διατάξεις (δίδυμες-τρίδυμες-τετράδυμες) που θα αύξαναν την ισχύ πυρός των συγκεκριμένων ομάδων. Επίσης σε δεύτερο χρόνο με αναχαιτιστικά drones, συστήματα radar όπως το “ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ” και συστήματα “soft-kill” όπως το “ΥΠΕΡΙΩΝ” της ΕΑΒ θα μπορούσαν να εφοδιάσουν τις συγκεκριμένες ομάδες, κάτι που, εκτός των άλλων, θα έδινε έργο στην εγχώρια πολεμική βιομηχανία.

hellenicdefence.info

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις17 λεπτά πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός46 λεπτά πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός19 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις19 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

Δημοφιλή