Διεθνή
Τζ. Πάιατ: Η πρωτοβουλία “3+1” Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, ΗΠΑ ισχυρή προτεραιότητα Μπάιντεν
Τη διαβεβαίωση ότι η πρωτοβουλία “3+1”, μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει ισχυρή προτεραιότητα για τη διοίκηση Μπάιντεν, στο πεδίο της περιφερειακής συνεργασίας, έδωσε μιλώντας διαδικτυακά στο 8ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζέφρι Πάιατ, αρμόδιος για θέματα Ενεργειακών Πόρων.
“Ολόκληρος ο ενεργειακός χάρτης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ανασχεδιάζεται και θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε μαζί με όλους τους Ευρωπαίους εταίρους μας, αλλά και με άλλους σημαντικούς παίκτες, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, για την προώθηση της περιφερειακής ενεργειακής ασφάλειας. Με μεγάλη χαρά είδα την έμφαση που έδωσε ο Γερουσιαστής Μενέντεζ στο όχημα “3+1″ κατά την ομιλία του στο Φόρουμ των Δελφών και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αυτό παραμένει ισχυρή προτεραιότητα για τη διοίκηση Μπάιντεν” σημείωσε ο κ.Πάιατ.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία-όχημα, σημείωσε, παραμένει ισχυρή προτεραιότητα, ως προς το πώς η αμερικανική διοίκηση επεξεργάζεται την περιφερειακή συνεργασία, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα των ΗΠΑ ως παρατηρήτριας στο Φόρουμ για το Φυσικό Aέριο της Ανατολικής Μεσογείου (EMGF) και “αξιοποιώντας έναν πολύ ισχυρό διάλογο με την ΕΕ τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια, όσο και για την ενεργειακή μετάβαση”.
“Από την αμερικανική οπτική, βλέπουμε την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ως μια περιοχή εξαιρετικής ευκαιρίας” σημείωσε και αναφέρθηκε και στη συνεργασία ΕΕ-ΗΠΑ στο πεδίο της ενεργειακής μετάβασης της περιοχής, κάνοντας παράλληλα ιδιαίτερη μνεία στο εξαιρετικό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Αίγυπτο και άλλες χώρες, αλλά και στις ευκαιρίες για ακόμα μεγαλύτερη διασυνδεσιμότητα του ηλεκτρικού δικτύου μεταξύ Ευρώπης και Βόρειας Αφρικής.
Αναφερόμενος ειδικά στην Ελλάδα, είπε ότι η χώρα και η κυβέρνηση Μητσοτάκη “ήταν μπροστά” σε πολλά από τα ζητήματα της περιφερειακής διασύνδεσης, μέσα από σημαντικά πρότζεκτ όπως η Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Αεριοποίησης (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη, ο διασυνδετήριος αγωγός Ελλάδας-Βουλγαρίας (IGB) και ο αγωγός φυσικού αερίου με τη Βόρεια Μακεδονία.
Η ΕΕ είναι καλύτερα προετοιμασμένη για τον ερχόμενο χειμώνα
Στην “αυξανόμενα στενή συνεργασία” των χωρών της ανατολικής Μεσογείου στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας, αλλά και στον “πολύ κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας”, αναφέρθηκε η επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ντίτε Γιούουλ Γιόργκενσεν (Ditte Juul Joergensen).
“Η Ελλάδα έχει έναν πολύ κρίσιμο ρόλο ως σημείο εισόδου (ενέργειας) και ως κόμβος συνεργασίας, που σχετίζεται με όλη την Ευρώπη” είπε, αναφέροντας ενδεικτικά έργα όπως ο αγωγός ΙGB και οι ελληνικές επενδύσεις σε υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), που μπορούν να βοηθήσουν το σύνολο της περιοχής να παραμείνει ενεργειακά ασφαλής. Ιδιαίτερη μνεία έκανε η κυρία Γιόργκενσεν και στον ρόλο της Ελλάδας ως ηγέτιδας και ως καλού παραδείγματος στην πράσινη ενεργειακή μετάβαση, μέσω της σημαντικής επένδυσης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Πρόσθεσε δε, πως είναι ξεκάθαρο ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει τις ίδιες προκλήσεις και έχει τους ίδιους στόχους με τις χώρες της ανατολικής Μεσογείου στο πεδίο της ενέργειας, όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης μέσω της απανθρακοποίησης των ενεργειακών συστημάτων και η διασφάλιση προσιτής και αειφόρου ενέργειας.
Ερωτηθείσα για το τι θα πρέπει να περιμένουμε στην Ευρώπη στο πεδίο της ενεργειακής ασφάλειας για τον ερχόμενο χειμώνα, η κυρία Γιόργκενσεν απάντησε πως η ΕΕ έχει δημιουργήσει τα εργαλεία και τις υποδομές, για να είναι καλύτερα προετοιμασμένη για μια συνεχιζόμενη κρίση. Ενδεικτικά ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές αποθήκες αερίου είναι γεμάτες κατά περίπου 58%, ποσοστό- ρεκόρ για τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, ότι η κατανάλωση ενέργειας μειώθηκε και περισσότερες ΑΠΕ μπήκαν στο σύστημα. Ωστόσο, ξεκαθάρισε, χρειάζεται να συνεχιστούν οι προσπάθειες για τη διαφοροποίηση της ενεργειακής τροφοδοσίας, την επιτάχυνση της αξιοποίησης των ΑΠΕ και την εξοικονόμηση ενέργειας, δεδομένου ιδίως ότι οι περισσότεροι αναλυτές της αγοράς αναμένουν συνέχιση της κρίσης, καθώς δεν υπάρχουν σημαντικές πρόσθετες προμήθειες ενέργειας, που να μπαίνουν στο σύστημα παγκοσμίως.
“Κοιτάζοντας λοιπόν τον επόμενο χειμώνα περιμένουμε ότι η κρίση και οι προκλήσεις θα συνεχιστούν και ότι θα υπάρχουν κίνδυνοι που σχετίζονται με την ασφάλεια των προμηθειών, δεδομένου ότι υπάρχει ένας αριθμός παραγόντων, που είναι έξω από τον έλεγχό μας” πρόσθεσε.
Αναφερόμενη δε στην πλατφόρμα “AggregateEU”, που τέθηκε σε λειτουργία στις 25 Απριλίου, επισήμανε ότι αυτή αποτελεί σημαντικό εργαλείο, που προσφέρει καλύτερη πρόσβαση στην αγορά σε μικρούς αγοραστές και που εκτιμάται ότι στο πέρασμα του χρόνου μπορεί να σταθεροποιήσει τις τιμές της ενέργειας. Διευκρίνισε ωστόσο ότι είναι ακόμα πολύ νωρίς, για να αξιολογηθεί ο ακριβής αντίκτυπός της.
Ο Οσάμα Μομπάρεζ για το τριμερές μνημόνιο ΕΕ- Αιγύπτου- Ισραήλ
Την εκτίμηση ότι οι στόχοι του τριμερούς μνημονίου ΕΕ- Αιγύπτου και Ισραήλ για την ενίσχυση των εισαγωγών φυσικού αερίου από την ανατολική Μεσόγειο μπορούν να επιτευχθούν διατύπωσε ο γενικός γραμματέας του EMGF, Οσάμα Μομπάρεζ (Osama Mobarez). “Πέρυσι, σε μια από τις υπουργικές συναντήσεις μας, υπεγράφη το περίφημο τριμερές MoU, με δύο βασικούς στόχους: Την επιτάχυνση των προμηθειών αερίου από την περιοχή μας για τη διαφοροποίηση της ενεργειακής τροφοδοσίας και την πραγματοποίηση αυτού του στόχου με υπεύθυνο τρόπο, που δεν θα θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή μετάβαση. Πιστεύω ότι μπορούμε να το πετύχουμε: Η τεχνολογία είναι εδώ, η υποδομή είναι εδώ, αυτό που χρειάζεται είναι να συνεργαστούμε, για να πράξουμε (όσα συμφωνήθηκαν) με τον σωστό τρόπο” είπε.
Εκτίμησε ότι υπάρχει ακόμα πολλή προοπτική για την εξεύρεση αερίου στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Οπως είπε, με βάση αρκετές έρευνες, στην περιοχή θα μπορούσαν ίσως να ανευρεθούν άλλα 300 bcm (δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα). Η Κύπρος, σημείωσε, έχει ήδη κάνει περισσότερες ανακαλύψεις, η Ελλάδα είναι αρκετά δραστήρια (στην έρευνα) και υπάρχει η ελπίδα ότι θα υπάρξουν περισσότεροι πόροι και από άλλες χώρες της περιοχής. Βραχυπρόθεσμα, είπε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ήδη υφιστάμενη υποδομή LNG της Αιγύπτου, δυναμικότητας περίπου 17-18 bcm ετησίως, η οποία δεν αξιοποιείται ακόμα πλήρως και θα μπορούσε να επεκταθεί στα 50 bcm, προσφέροντας λύσεις μεσοπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, μπορούν να συζητηθούν και άλλες επιλογές, αλλά καθεμία από αυτές έχει και προκλήσεις, καθώς “δεν αρκεί να είναι οικονομικά βιώσιμη, πρέπει να είναι και πολιτικά βιώσιμη”. Ο κ.Μομπάρεζ επισήμανε και τα οφέλη που θα υπάρξουν αν μπει στην εξίσωση το υδρογόνο.
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

