Διεθνή
Διευρύνεται και εμπεδώνεται η αμυντική συνεργασία με Ισραήλ
Νέο κεφάλαιο στις στρατιωτικές σχέσεις Λευκωσίας – Τελ Αβίβ
Την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στις διμερείς σχέσεις Κύπρου-Ισραήλ στους τομείς της Άμυνας και της στρατιωτικής συνεργασίας, εγκαινίασαν την Παρασκευή ο Υπουργός Άμυνας της Κύπρου Μιχάλης Γιωργάλλας και ο Ισραηλινός ομόλογός του Γιόαβ Γκαλάντ, ο οποίος πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στην Κύπρο.
Σε δηλώσεις του μετά από συνάντηση που είχαν και συνομιλίες στο Υπουργείο Αμυνας στη Λευκωσία, ο κ. Γιωργάλλας απηύθυνε θερμό καλωσόρισμα στον ομόλογό του και στην αντιπροσωπεία του Ισραήλ. «Η Κύπρος και το Ισραήλ έχουν μια καλά εδραιωμένη στρατηγική αμυντική συνεργασία. Οι δεσμοί των λαών μας, οι δεσμοί και οι διασυνδέσεις μας ευνοούν έναν ακλόνητο δεσμό μεταξύ των δύο χωρών μας», είπε και αναφέρθηκε στην επίσκεψή τους στο μνημείο φιλίας Κύπρου-Ισραήλ στο στρατόπεδο του ΒΜΗ στη Λευκωσία.
Ο Υπουργός τόνισε ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη για ένα ασφαλές, σταθερό και ευημερούν μέλλον της περιοχής μας. «Η σημερινή συνάντηση δεν αποτέλεσε εξαίρεση», είπε σημειώνοντας ότι επιβεβαίωσαν το εξαιρετικό επίπεδο της αμυντικής και στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ και συζήτησαν νέες ιδέες για την περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής εταιρικής σχέσης.
«Έχουμε ορίσει μια φιλόδοξη ατζέντα, που επεκτείνεται σε ασκήσεις, ανταλλαγές εκπαιδεύσεων, έρευνα και καινοτομία, τεχνολογία και άλλα σημαντικά θέματα», πρόσθεσε.
Ο Κύπριος Υπουργός συνέχισε λέγοντας ότι είχαν επίσης την ευκαιρία να συζητήσουν ένα ευρύ πεδίο θεμάτων, από τη διμερή συνεργασία έως τη δυναμική τριμερή αμυντική συνεργασία Κύπρου-Ισραήλ-Ελλάδας μέχρι ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, καθώς και τις παγκόσμιες εξελίξεις, οι οποίες τονίζουν τη στρατηγική σημασία της εταιρικής σχέσης άμυνας και ασφάλειας μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ.
Ο κ. Γιωργάλλας αναφέρθηκε στη μεγάλης κλίμακας άσκηση με το όνομα ΑΓΑΠΗΝΩΡ, σημειώνοντας ότι καταδεικνύει το τεράστιο εύρος της συνεργασίας των δύο χωρών και το υπάρχον υψηλό επίπεδο δια-λειτουργικότητας και τους ισχυρούς διαπροσωπικούς δεσμούς ανδρών και γυναικών των ενόπλων δυνάμεων.
Είπε ότι σήμερα είχε την ευκαιρία να αναλύσει τον στόχο για περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής συνεργασίας Κύπρου-Ισραήλ και ενημέρωσε τον ομόλογό του για την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας και τις απειλές κατά της ασφάλειας στην Κύπρο. Ανέφερε ότι Κύπρος και Ισραήλ έχουν εκτεταμένη κυβερνητική συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών. «Εκτιμούμε ιδιαίτερα την ισραηλινή αμυντική βιομηχανία ως έμπιστους εταίρους στην προσπάθειά μας να εκσυγχρονίσουμε τις ένοπλες δυνάμεις μας και να αναβαθμίσουμε τις αμυντικές και αποτρεπτικές μας ικανότητες», είπε.
Ο κ. Γιωργάλλας είπε ακόμη πως τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες εκτόξευσης ρουκετών από τη Γάζα, με αποτέλεσμα τραυματισμούς αμάχων και ζημιές «για τις οποίες φυσικά λυπούμαστε», και πρόσθεσε ότι ενημέρωσε τον Ισραηλινό Υπουργό για την τρέχουσα κατάσταση στην Κύπρο. Ο κ. Γιωργάλλας καταδίκασε το «αδιάκριτο κύμα επιθέσεων με ρουκέτες από τρομοκράτες» και επανέλαβε την υποστήριξη της Κύπρου στο δικαίωμα του Ισραήλ να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να υπερασπιστεί τον λαό του.
Από την πλευρά του, ο Υπουργός Γιόαβ Γκαλάντ τόνισε ότι «ξεκινάμε να γράφουμε ένα νέο κεφάλαιο της μεγάλης σχέσης Ισραήλ-Κύπρου», ενώ ευχαρίστησε την έντονη δήλωση του Υπουργού Γιωργάλλα «κατά της τρομοκρατίας».
«Το πρόσφατο κύμα ρουκετών από τη Γάζα στοχεύει σπίτια, σχολεία και μη στρατιωτικές υποδομές. Σήμερα επαναλαμβάνω το μήνυμά μου στους Παλαιστίνιους τρομοκράτες και σε όλες τις ομάδες σε όλη την περιοχή που οδηγούνται και υποστηρίζονται από το Ιράν: Μην κάνετε λάθος υπολογισμούς, μην κρίνετε λάθος τη δύναμή μας και την ενότητά μας. Δεν θα ανεχτούμε καμία απειλή για τους πολίτες του Ισραήλ», είπε.
Ο Υπουργός συνέχισε λέγοντας ότι οι δεσμοί μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ βασίζονται σε κοινές αξίες και σε κοινό όραμα για το μέλλον. Τα έθνη μας, πρόσθεσε, μοιράστηκαν επίσης ιστορικούς δεσμούς και αναφέρθηκαν στην επίσκεψή τους στο μνημείο φιλίας Κύπρου-Ισραήλ στο στρατόπεδο BMH. Τόνισε ότι πρόκειται για μια πολύ ουσιαστική επίσκεψη και ευχαρίστησε τον λαό της Κύπρου για τις ενέργειές του.
Τέλος, είπε ότι η συνεργασία μεταξύ των βιομηχανιών των δύο χωρών στον στρατιωτικό και αμυντικό τομέα, μας φέρνει μεγάλη υπερηφάνεια. «Δίνω μεγάλη σημασία στη δύναμη των διμερών και τριμερών μας δεσμών με την Ελλάδα και στον διάλογο με τον κοινό μας σύμμαχο, τις ΗΠΑ», είπε και επεσήμανε ότι σήμερα εγκαινίασαν μια μεγάλη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Διαμαρτύρονται στα κατεχόμενα για την επίσκεψη
Η επίσκεψη του υπουργού Άμυνας του Ισραήλ στην Κύπρο προκάλεσε την αντίδραση του κατοχικού καθεστώτος (πηγή Κίπρις Πόστασι/ΓΤΠ). Το λεγόμενος «υπουργείο εξωτερικών» του κατοχικού καθεστώτος για να διαμαρτυρηθεί για την επίσκεψη καθώς θεωρεί ότι είναι πράξη στήριξης προς την Κυπριακή Δημοκρατία, κάτι που έχει «αρνητικές επιπτώσεις στο περβάλλον ειρήνης και ηρεμίας κα οδηγεί σε κούρσα εξοπλισμών. Η ανακοίνωση του λεγόμενου «υπεξ) αναφέρει πως «έχει επανειλημμένα θέσει υπόψη της διεθνούς κοινότητας, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου αυξάνει τις εξοπλιστικές της δραστηριότητες και ότι αυτή η ελληνοκυπριακή πολιτική οδηγεί σε κούρσα εξοπλισμών». Επίσης σημειώνει πως «ορισμένα κράτη, εν γνώσει ή εν αγνοία τους, ενθαρρύνουν αυτή την επιθετική πολιτική της ελληνοκυπριακής διοίκησης της νότιας Κύπρου, η οποία δηλητηριάζει το περιβάλλον ειρήνης και σταθερότητας. Θεωρούμε ότι η επίσημη επίσκεψη του Ισραηλινού Υπουργού Άμυνας εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στις ισραηλινές αρχές ότι η ελληνοκυπριακή διοίκηση της νότιας Κύπρου δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλά ή να ενεργεί εκ μέρους της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου και του τουρκικού λαού της Κύπρου».
Το κατοχικό καθεστώς αναμένει «από το Ισραήλ, ως μία από τις χώρες της περιοχής μας, να απέχει από τη λήψη μέτρων που να υποστηρίζουν τις προκλητικές πολιτικές της ελληνοκυπριακής διοίκησης της νότιας Κύπρου, οι οποίες μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον ειρήνης και ηρεμίας και επιπρόσθετα θα οδηγήσουν σε μια κούρσα εξοπλισμών».
Στην ανακοίνωση αναφέρεται τέλος πως αναμένει «από το Ισραήλ να εξετάσει με ανοιχτό μυαλό την πρόταση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου για λύση δύο κρατών, η οποία είναι ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι ο τουρκικός λαός της Κύπρου μπορεί να ζήσει με ασφάλεια στο δικό του κυρίαρχο κράτος. Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου θα χαρεί επίσης να δημιουργήσει καλές σχέσεις με το Ισραήλ».
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

