Διεθνή
Κύπρος: Τουρκικό μαστίγιο με περιουσίες, ΑΟΖ, έποικους και Αμμόχωστο
Στο ευρύτερο τουρκικό σχεδιασμό, στους βασικούς άξονες πολιτικής, που καθορίζονται με κινήσεις τακτικής εντάσσεται η κινητικότητα στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου.
Οι πρόσφατες εξελίξεις με την αγοραπωλησία τριών ξενοδοχείων στα Βαρώσια, έχουν κτυπήσει καμπανάκι, είτε πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, που δημιουργεί προηγούμενο και δυναμική είτε εντάσσεται στην εκστρατεία ξεπουλήματος ελληνοκυπριακών περιουσιών. Ο στόχος είναι η επιβολή τετελεσμένων και η διαμόρφωση ενός ασφυκτικού κλοιού γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία για να αποδεχθεί τους τουρκικούς όρους.
Στην περίπτωση της Αμμοχώστου ενόψει και των ενεργειών, που ξεκίνησαν για εποικισμό της κατεχόμενης περιοχής, υπάρχουν διάφοροι παράγοντες, οι οποίοι κινούνται με στόχο τις ελληνοκυπριακές περιουσίες.
-Τουρκικές και τουρκοκυπριακές εταιρείες προσεγγίζουν Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες και τους δελεάζουν για να πωλήσουν τις περιουσίες τους.
-Ξένα ιδρύματα, που θέλουν να επενδύσουν μετά που προσεγγίστηκαν από την τουρκική πλευρά, αναζητούν ιδιοκτήτες.
Στο πάζλ εντοπίζονται και Ελληνοκύπριοι μεσάζοντες. Υπάρχουν περιπτώσεις γραφείων, που ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη γης στις ελεύθερες περιοχές, που βολιδοσκοπούν ιδιοκτήτες για να πωλήσουν τις περιουσίες τους. Γραφεία έχουν παρουσιάσει και ενδιαφερόμενους αγοραστές από το Ισραήλ και τη Ρωσία.
Η κατοχική πλευρά στοχεύει να περάσει τις περιουσίες σε τουρκικά χέρια και ενόψει τούτου αναζητεί κράχτες. Δηλαδή, ανθρώπους που θα ερευνήσουν, θα βρουν τους ιδιοκτήτες και θα διαφημίσουν τους αγοραστές. Μερικές φορές οι αγοραστές είναι βιτρίνα και πίσω από αυτούς είναι το τουρκικό κράτος.
Οι πληροφορίες αναφέρουν πως στην “επιτροπή αποζημιώσεων”, έχουν υποβληθεί πέραν των 300 αιτήσεων, από ιδιοκτήτες με περιουσίες στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου. Σημειώνεται συναφώς ότι τον Ιούλιο του 2021 είχε ανακοινωθεί το άνοιγμα μικρής περιοχής, που υπολογίζεται ότι καλύπτει το 3% της περίκλειστης και η οποία γειτνιάζει με τις ήδη εποικισμένες περιοχές. Την ίδια ώρα, όπως είναι γνωστό, έχει ανοίξει μεγάλο τμήμα του παραλιακού μετώπου και έχουν επιδιορθωθεί δρόμοι και κτίρια της περιοχής. Το κατοχικό καθεστώς θέλει να παρουσιάσει μια πόλη, που να μπορεί να λειτουργήσει και πέραν των έργων υποδομής, την επιδιόρθωση κτιρίων. Τι άλλο χρειάζεται; Ανθρώπους να διαμένουν.
Με την πρόσφατη υπόθεση αγοραπωλησίας των τριών ξενοδοχείων, το ζήτημα το οποίο προκύπτει είναι το γεγονός ότι τα κτίρια βρίσκονται στη στρατιωτική ζώνη. Δεν βρίσκονται στο 3%, στο οποίο έγινε άρση της στρατιωτικής ζώνης. Είναι προφανώς γι αυτό, μεταξύ άλλων ζητημάτων, που η λεγόμενη επιτροπή, ανέφερε ότι η αίτηση επιστράφηκε λόγω ελλιπών εγγράφων. Επειδή δε τούτο έχει συζητηθεί και στο παρελθόν, δεν αποκλείεται για προφανείς λόγους η περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου να αφαιρεθεί από το καθεστώς της στρατιωτικής περιοχής, “επιτρέποντας” έτσι να αρχίσουν να γίνονται πράξεις αγοραπωλησίας. Την ίδια ώρα στην εξίσωση μπαίνει και το ΕΒΚΑΦ (μουσουλμανικό ίδρυμα στην Κύπρο, που ιδρύθηκε το 1750 και χειρίζεται τις δωρεές κτημάτων, τα γνωστά βακούφια), το οποίο ισχυρίζεται ότι όλες οι περιουσίες ανήκουν στο Ίδρυμα. Σύμφωνα με τον Τουρκοκύπριο δημοσιογράφο, Σενέρ Λεβέντ, το ΕΒΚΑΦ έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα βιβλιάριο με τίτλο “Κλειστό Βαρώσι/ Άγνωστες Αλήθειες” με στόχο να αποδείξει ότι η περίκλειστη είναι περιουσία των οθωμανικών ιδρυμάτων. Διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι “μελετήθηκαν όλες οι πράξεις όλων των περιουσιών που αποκτήθηκαν στην περίκλειστη από το 1571 μέχρι το 1974 και έτσι αποκαλύφθηκαν με έγγραφα όλες οι παράνομες πράξεις που έγιναν μέσα στα χρόνια”. Εάν ισχύει τούτο, διερωτάται ο δημοσιογράφος, γιατί κρατούσαν τόσα χρόνια κλειστή την περιοχή;
Εν πάση περιπτώσει, όπως φαίνεται από την εν γένει συμπεριφορά του, το ΕΒΚΑΦ σε κάθε υπόθεση που θα παρουσιάζεται στην λεγόμενη επιτροπή αποζημιώσεων και θα αφορά την συγκεκριμένη περιοχή, θα δηλώνει “ενδιαφερόμενο μέρος”.
Η πολιτική διάσταση
Είναι σαφές πως το θέμα της Αμμοχώστου εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό επιβολής, που προωθεί η κατοχική Τουρκία. Ο σχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει μια σειρά από άξονες πολιτικής, που συνθέτουν την μεγάλη εικόνα των τουρκικών επιδιώξεων.
Πρώτο, οι προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και η διενέργεια παράνομων ερευνών και γεωτρήσεων στη θαλάσσια περιοχή της χώρας μας. Στόχος το “γκριζάρισμα” περιοχών και η λεηλασία του φυσικού πλούτου. Η Άγκυρα θέλει να έχει ρόλο, λόγο και μερίδιο από το φυσικό αέριο.
Δεύτερο, με τις κινήσεις στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου, στοχεύει στην επιβολή τετελεσμένων επί του εδάφους και την εξουδετέρωση της οποιασδήποτε προοπτικής συνεννόησης. Το εδαφικό- αυτός είναι ο στόχος- τελειώνει οριστικά εάν εποικιστεί η περίκλειστη και τουρκοποιηθούν περιουσίες.
Τρίτο, συστηματικά και μεθοδικά αυξάνεται η τουρκική παρουσία στο νησί. Το δημογραφικό αποτελούσε πάντα σημαντικό εργαλείο της πολιτικής της κατοχικής δύναμης. Κάθε μήνα παραχωρείται σε 500 Τούρκους έποικους “υπηκοότητα” του ψευδοκράτους. Οι Τούρκοι ψηφοφόροι στα κατεχόμενα υπολογίζονται σε 140.000, αριθμός που αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες τουρκικές εκλογές. Το θέμα του πληθυσμού καθορίζει σημαντικά τις εξελίξεις και επιβάλλει όρους και στο εσωτερικό των κατεχομένων αλλά πρωτίστως επηρεάζει και τη διαχείριση του Κυπριακού.
Τέταρτο, προβάλλεται συστηματικά και πιεστικά το αφήγημα για την αναγνώριση της κυριαρχικής ισότητας της αποσχιστικής οντότητας πριν από κάθε συζήτηση, από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό.
Είναι προφανές ότι το αφήγημα αυτό στηρίζεται στην προώθηση και την υλοποίηση των τριών πρώτων επιδιώξεων, μεθοδεύσεων. Για την κατοχική Τουρκία το ζητούμενο είναι να κερδίσει έδαφος, θάλασσα και κυριαρχία, αναγνώριση και για πετύχει τούτο έχει διαμορφώσει διάφορα εργαλεία πίεσης. Και να μην επιτύχει σε όλα, θα κερδίσει κάποια.
Το παράδειγμα του Acapulco θα… ταιριάξει και στο Βαρώσι!
Δεν είναι η πρώτη φορά, κατά την οποία κτυπά συναγερμός για αγοραπωλησίες ελληνοκυπριακών περιουσιών στα κατεχόμενα. Το Νοέμβριο του 2012, Τουρκοκύπριος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού, ο Ουνάλ Τσιαγινέρ, ο οποίος ενοικίαζε το ξενοδοχείο Acapulco από το 1983, συνήψε ιδιωτικό συμφωνητικό με εταιρεία Ακίνητων, ελληνοκυπριακών συμφερόντων, το οποίο αφορούσε την πώληση σ’ αυτόν 35 εκ των 100 στρεμμάτων του ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις του εν λόγω ξενοδοχείου, προς 3,4 εκ. στερλίνες. Τότε γινόταν λόγος για πώληση και της υπόλοιπης έκτασης γης, αλλά τούτο δεν έγινε γνωστό. Ούτε εάν πωλήθηκε, ούτε εάν τελικά δεν προχώρησαν στην αγοραπωλησία. Η συμφωνία εγκρίθηκε ακολούθως από την “επιτροπή αποζημιώσεων” και στη συνέχεια από το “υπουργικό συμβούλιο” στις 16 Νοεμβρίου 2012. Σημειώνεται ότι οι εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου Acapulco, 5 αστέρων, βρίσκεται στον κατεχόμενο Άγιο Επίκτητο στην Κερύνεια. Ο Τσιαγινέρ είχε δηλώσει τότε πως ήταν περήφανος, που τουρκοποίησε μια ελληνοκυπριακή περιουσία και πρόσθεσε ότι στο ποσό που κατέβαλε στον Ε/κ ιδιοκτήτη περιλαμβάνεται και η απώλεια χρήσης. Αυτό το μοντέλο είναι το πιο… κοντινό σε ό,τι μπορεί να γίνει με τις τωρινές περιπτώσεις, στην περίκλειστη περιοχή της κατεχόμενης Αμμοχώστου. Δηλαδή, χωρίς να δοθούν λεφτά από το ταμείο της λεγόμενης επιτροπής, να γίνει πράξη μεταξύ ιδιωτών και να “αναγνωριστεί”. Τότε, το 2012, για να μπορέσει η πράξη να… νομιμοποιηθεί υιοθετήθηκε “νόμος”, που έμεινε στην ιστορία και ως “νόμος Acapulco”. Ο υπό αναφορά “νόμος” επέτρεπε από της υιοθετήσεως του τις ιδιωτικές συναλλαγές και συμφωνίες.
Δυο συσκέψεις τη Δευτέρα ΥΠΕΞ- Νομικής Υπηρεσίας και ΠΑΣΥΞΕ με ιδιοκτήτες
Αύριο Δευτέρα, θα πραγματοποιηθούν δυο συσκέψεις για το θέμα της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις. Η πρώτη με τη συμμετοχή του υπουργού Εξωτερικών, του Γενικού Εισαγγελέα και τεχνοκρατών από τις δυο πλευρές. Σε αυτή θα συζητηθούν τρόποι αντίδρασης και αποτροπής των τουρκικών ενεργειών στο θέμα των περιουσιών στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου. Η δεύτερη σύσκεψη θα γίνει από τον ΠΑΣΥΞΕ ( Παγκύπριος Σύνδεσμος Ξενοδόχων). Ο Πρόεδρος και η επιτροπή του Συνδέσμου έχουν προσκαλέσει στη σύσκεψη και ιδιοκτήτες ξενοδοχείων της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου για συζήτηση του θέματος. Ο ΠΑΣΥΞΕ βρίσκεται σε ανοικτή γραμμή με την κυβέρνηση και συγκεκριμένα με το υπουργείο Εξωτερικών για αντιμετώπιση του θέματος, αλλά και για την όλη διαχείριση.
Πηγή: philenews.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

