Διεθνή
Πολιτικό θρίλερ στην Τουρκία! Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις για Ερντογάν και Κιλιτσντάρογλου
Αυξάνεται η πολιτική ένταση στην Τουρκία με την αντιπολίτευση να εκφράζει φόβους για περαιτέρω όξυνση του κλίματος και την κυβέρνηση να ανεβάζει τους τόνους, καθώς τα προγνωστικά μιλούν για επικράτηση του Κεμάλ Κιλτισντάρογλου.
Ομάδα 30 ατόμων, στην οποία πρωτοστατούσε γνωστό μέλος του AKP, επιτέθηκε σε καφενείο στη Σμύρνη και προσπάθησε να σκίσει τις αφίσες του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κομματος. Σε συνέντευξη του σε τηλεοπτικό δίκτυο, ο ηγέτης της αντιπολίτευσης προειδοποίησε για μία ακόμη φορά για τον κίνδυνο να σημειωθούν έκτροπα τη βραδιά των εκλογών. Όπως είπε ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου: «ακούμε ότι κάποια στοιχεία θα βγουν στους δρόμους το βράδυ των εκλογών και θα κάνουν έκτροπα. Δεν είμαι μόνο εγώ (που δέχομαι αυτές τις πληροφορίες), αλλά και άλλοι αρχηγοί. Θέλω όλοι να είναι ήρεμοι».

Κι ενώ η φιλοκυβερνητική εφημερίδα «Γενί Σαφάκ» κατηγορεί τους Γκιουλενιστές ότι κρύβονται πίσω την επίθεση κατά του Εκρέμ Ιμάμογλου στο Ερζερούμ, προπύργιο του ΑKP, υποδεικνύοντας ως υπεύθυνο έναν εν ενεργεία στρατιωτικό που ανήκει στις υπηρεσίες πληροφοριών των ενόπλων δυνάμεων, ο Ερντογάν εμμένει στην εκδοχή της προβοκάτσιας από την πλευρά της αντιπολίτευσης. « ( Η αντιπολίτευση) προσπαθεί ξεδιάντροπα να δυσφημίσει τις πόλεις μας με επεισόδια τα οποία η ίδια προκαλεί» τόνισε ο Τούρκος πρόεδρος.
Από την πλευρά του ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, μιλώντας στο Ικόνιο, ένα ακόμη προπύργιο του ΑKP, δήλωσε ότι οι πέτρες που δέχθηκε είχαν στόχο τον λαό και τη δημοκρατία ενώ απηύθυνε έκκληση για αυτοσυγκράτηση.
«Μπορεί να μας πετούν πέτρες, αλλά θα τους απαντήσουμε με τριαντάφυλλα. Ο καθένας κάνει αυτό που του ταιριάζει», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τις τουρκικές Αρχές, οι 15 συλληφθέντες για τα σοβαρά επεισόδια στο Ερζερούμ αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις
Τα τελευταία μέτρα της πλέον αμφίρροπης, αλλά και συνάμα πιο κρίσιμης εκλογικής αναμέτρησης των τελευταίων 20 ετών, κατά τον διεθνή Τύπο, διανύει η Τουρκία, καθώς τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων προδιαγράφουν μια κούρσα με χαρακτηριστικά πολιτικού θρίλερ και παγκόσμιες προεκτάσεις. Για πρώτη φορά μετά το 2003, οπότε εξελέγη πρωθυπουργός, ο σημερινός πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αισθάνεται βαριά την ανάσα του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, τον οποίο οι αναλυτές φέρνουν με οριακή διαφορά πρώτο στις κάλπες της 14ης Μαΐου, οπότε θα διεξαχθούν οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές για την εκλογή του νέου προέδρου και των 600 μελών της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης στην Τουρκία.
Με τη διαφορά των δύο μονομάχων να κυμαίνεται στα όρια του στατιστικού λάθους -στο 3,4% στην τελευταία μέτρηση της εταιρείας ORC Research, με τον Κιλιτσντάρογλου να λαμβάνει 48% έναντι 44,6% του Ερντογάν-, ο ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) προπορεύεται σταθερά στις 12 από τις 15 δημοσκοπήσεις που δημοσιεύτηκαν τον περασμένο μήνα, εντείνοντας τους κλυδωνισμούς της παντοκρατορίας Ερντογάν.
Πολύ περισσότερο όταν οι πιθανότητες δεν φαίνεται να είναι με το μέρος του σημερινού Τούρκου προέδρου, αν κανείς εκ των δύο διεκδικητών του προεδρικού θώκου δεν καταφέρει να συγκεντρώσει περισσότερο από το 50% των ψήφων που απαιτείται, για να επικρατήσει από τον πρώτο γύρο, οδηγώντας την προεδρική εκλογή στον δεύτερο και αποφασιστικό γύρο στις 28 Μαΐου, ενδεχόμενο που αναμένεται να εκτοξεύσει την πόλωση στη γειτονική χώρα, αλλά και να οδηγήσει στο τέλος της διεθνούς εικόνας του Ερντογάν ως του διαχρονικά ανίκητου.
Σε αυτή την προοπτική, η αλλαγή σκυτάλης στην Αγκυρα θα σηματοδοτήσει την πρώτη νίκη της Δημοκρατίας απέναντι στους σύγχρονους αναθεωρητές ηγέτες, όπως επεσήμανε το πρωτοσέλιδο του περιοδικού «Economist», προκαλώντας την οργή του «Σουλτάνου» και της αυλής του, που κραδαίνουν το άλλοθι της παρέμβασης του ξένου παράγοντα μπροστά στην περίπτωση εκλογικής συντριβής τους.
Ο επιφαινόμενος πολιτικός σεισμός, απότοκο της σοβαρής πιθανότητας ο Ερντογάν να ηττηθεί μετά από 20 χρόνια στην εξουσία, πυροδοτεί ποικίλα σενάρια, αλλά και βαθύ προβληματισμό στα κέντρα λήψης αποφάσεων, καθώς Ουάσινγκτον, Βρυξέλλες, Μόσχα και Πεκίνο παρακολουθούν πολύ στενά τα εκλογικά τεκταινόμενα στη χώρα.
Το ζωτικό ενδιαφέρον της Δύσης, αλλά και των υπόλοιπων υπερδυνάμεων, αποτυπώνεται όχι μόνο στο τελευταίο εξώφυλλο του περιοδικού «Economist», το οποίο περιγράφει τις τουρκικές εκλογές ως «τις πιο σημαντικές εκλογές του 2023», αλλά και στις περισσότερες αναλύσεις παγκόσμιων ειδησεογραφικών δικτύων, όπως το Bloomberg, καθώς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, οι πολύπλευρες συνέπειες που θα παράγουν οι επιλογές των 60,7 εκατομμυρίων Τούρκων ψηφοφόρων στις κάλπες εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν άμεσα -αν όχι καθοριστικά- το διεθνές σύστημα, τις ευρωατλαντικές σχέσεις, την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τη διαχείριση του Προσφυγικού-Μεταναστευτικού, αλλά και τις λεπτές ισορροπίες στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Αυταρχισμός και χειραγώγηση
Στη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, η Αγκυρα ρέπει ολοένα περισσότερο προς τον αυταρχισμό, όπως παρατηρούν οι περισσότεροι διεθνείς οργανισμοί, χωρίς, ωστόσο, ο υπερσυγκεντρωτισμός εξουσιών, πόρων και εργαλείων χειραγώγησης στα χέρια του Ερντογάν να εγγυάται την άνετη επικράτησή του. Με δεδομένο ότι ο ηγέτης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπυξης (ΑΚΡ) πρωταγωνιστεί αδιάλειπτα στην πολιτική σκηνή της χώρας επί 20 χρόνια αναπαράγοντας την εξουσία του ενίοτε μέσα από ιδεολογήματα και μαξιμαλιστικές αφηγήσεις, οι οποίες συνθέτουν το αφήγημα του νεο-οθωμανισμού, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί ο απόλυτος πολιτικός survivor, καίτοι η αδιαμφισβήτητη ισχύς του τα προηγούμενα χρόνια περνά μέσα από τις μυλόπετρες της καθημερινότητας, αβίωτης για εκατομμύρια Τούρκους πολίτες.
Εστω όμως και με πριονισμένα τα φτερά του από το ράλι του πληθωρισμού, που σκαρφάλωσε στο 85,51% τον περασμένο Οκτώβριο και άγγιξε το 43,68% τον περασμένο μήνα, αλλά και εξαιτίας της εκτίναξης του κόστους ζωής (π.χ. το κρεμμύδι αγγίζει το 1,41 ευρώ ή τις 30 λίρες), ο Τούρκος πρόεδρος δεν αποκλείεται να εξασφαλίσει μια τρίτη θητεία, για την οποία, άλλωστε, τροποποίησε τα συνταγματικώς προβλεπόμενα της χώρας.
Με έντονη την παραφιλολογία περί νοθείας και με το κακό προηγούμενο των δημοτικών εκλογών το 2019, οπότε οι σχετικοί ψίθυροι κατέστησαν σχεδόν εκκωφαντικοί μετά τα αποτελέσματα (για τα οποία το πρακτορείο Anadolu κατηγορήθηκε για παραποίηση στοιχείων), αρκετοί αναλυτές δεν παραβλέπουν τη μοναδική επιδεξιότητα του Ερντογάν να διατηρείται κάθε φορά στην εξουσία, πιστώνοντάς του ένα μοναδικό ταλέντο, αυτό του να εξουδετερώνει εν κινήσει τους πολιτικούς αντιπάλους του, ακόμη κι αν αυτοί έστεκαν για χρόνια στο πλάι του, όπως οι Αχμέτ Νταβούτογλου και Φετουλάχ Γκιουλέν.
«Η ολοένα πιο εμφανής επιστροφή του σε ένα κλειστό και αποκλειστικό πολιτικό Ισλάμ, οι εκκεντρικές στροφές του, η καταστολή διανοουμένων, προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης, των μέσων ενημέρωσης και όλων εκείνων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να τον επισκιάσουν τα τελευταία χρόνια δεν έχουν ζημιώσει τη μεγάλη δημοτικότητά του», επισημαίνει με νόημα η «Le Temps», περιγράφοντας πως ο Τούρκος πρόεδρος είναι ακόμη ζωντανός στο πολιτικό παιχνίδι.
ΠΗΓΗ: Newpost.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

