Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τζέιμς Σταυρίδης στην «Κ»: Αν η Ελλάδα ήταν μετοχή, η αξία της θα ανέβαινε

Δημοσιεύτηκε στις

Την ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της Ελλάδας διαπιστώνει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο ελληνικής καταγωγής, πρώην ανώτατος διοικητής των δυνάμεων του ΝΑΤΟ (2009-2013), ναύαρχος Τζέιμς Σταυρίδης, ο οποίος αναδεικνύει όχι μόνο τη σημασία της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας αλλά και του ρόλου της ελληνοαμερικανικής κοινότητας, ενώ σημειώνει ότι θα εξυπηρετούσε τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ εάν αμερικανικά αντιτορπιλικά Aegis, τα οποία σήμερα βρίσκονται στην Ισπανία, στάθμευαν σε ελληνικά λιμάνια.

Εκτιμά ότι μετά την επανεκλογή του ο Ερντογάν ίσως να εξελιχθεί σε πιο συνεργάσιμο εταίρο και υπό αυτό το πρίσμα ίσως να δημιουργείται μια ευκαιρία εάν, έχοντας πλέον αυξημένη αυτοπεποίθηση και χωρίς την ανάγκη να επηρεάσει τόσο έντονα την κοινή γνώμη, ο Τούρκος πρόεδρος αποφασίσει να μετριάσει κάποιες θέσεις του.

Σημειώνει πάντως ότι οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πιέζουν την Τουρκία να σταματήσει τις επιθετικές ενέργειες στο Αιγαίο, επισημαίνοντας ότι η στάση της Αγκυρας έναντι της Αθήνας είναι μέρος της συνολικής αξιολόγησης της Ουάσιγκτον σχετικά με την προμήθεια προς την Τουρκία νέων F-16 και την αναβάθμιση αυτών που ήδη διαθέτει η γειτονική χώρα.

Τέλος, ο κ. Σταυρίδης, ο οποίος μετά την ολοκλήρωση της θητείας του στο αμερικανικό ναυτικό διετέλεσε κοσμήτορας της Σχολής Νομικής και Διπλωματίας Fletcher (2013-2018) και είναι σήμερα αντιπρόεδρος για τις παγκόσμιες υποθέσεις του ομίλου Carlyle, μιλάει και για τον πόλεμο στην Ουκρανία επισημαίνοντας ότι αυξάνεται η πιθανότητα μιας διευθέτησης, καθώς η υπομονή της Δύσης μπορεί να αρχίσει να κάμπτεται λόγω του κόστους τόσο σε κεφάλαια όσο και σε εξοπλισμό.

– Πώς αξιολογείται η στρατηγική σημασία της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον – στον Λευκό Οίκο, στα υπουργεία Εξωτερικών και Αμυνας, στο Κογκρέσο;

– Αν η Ελλάδα ήταν μετοχή, η αξία της θα σημείωνε άνοδο. Καθώς η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο περιπλέκεται όλο και περισσότερο, η σημασία της Ελλάδας ως εταίρου ενισχύεται λόγω της μοναδικής γεωγραφικής θέσης της, της διαχρονικής αξίας της ως συμμάχου και της πολιτιστικής σύνδεσής της μέσω της ισχυρής ελληνοαμερικανικής κοινότητας.

– Σούδα, Αλεξανδρούπολη και άλλες βάσεις – παρακολουθούμε τη μακροπρόθεσμη αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στον τομέα της ασφάλειας στην ασταθή περιοχή της Αν. Μεσογείου και των Βαλκανίων;

– Πράγματι συμβαίνει αυτό, με έμφαση στο Αιγαίο ως ελληνική / νατοϊκή θάλασσα που γειτνιάζει με τη Μαύρη Θάλασσα και με αξιόλογα παράλια στη Μεσόγειο. Στην πορεία θα ήθελα πολύ να δω αμερικανικά αντιτορπιλικά Aegis να σταθμεύουν στην Ελλάδα αντί της Ισπανίας, η οποία βρίσκεται τόσο μακριά στα δυτικά. Το αμερικανικό ναυτικό είχε πλοία σταθμευμένα στον Πειραιά τη δεκαετία του 1970, και ήταν ένας πολύ δημοφιλής λιμένας βάσης για όλα τα στελέχη, ακόμη και τους απλούς ναύτες, όπως και μια πολύτιμη «προωθημένη παρουσία» στον Ψυχρό Πόλεμο από την οπτική ενός ναυάρχου.

– Τι σημαίνει η επανεκλογή του Ερντογάν για τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη;

– Σημαίνει «κορύφωση Ερντογάν». Το αν αυτό μεταφράζεται σε μια πιο μετριοπαθή πολιτική απέναντι στη Συμμαχία και στην Ουκρανία, αφού δεν θα χρειάζεται να απευθυνθεί στην εκλογική του βάση, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, αλλά σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι θα τον δούμε πιο συνεργάσιμο εταίρο στο μέλλον. Ο χρόνος θα δείξει.

– Δεδομένων των οικονομικών της αδυναμιών, θα χρειαστεί η Αγκυρα να απευθυνθεί στο ΔΝΤ; Θα μπορέσει να βασιστεί σε αραβικές επενδύσεις;

– Τα οικονομικά είναι αυτά που θα κατευθύνουν ένα μεγάλο μέρος της τοποθέτησης του Ερντογάν στο μέλλον, οπότε θα πρέπει να περιμένουμε ότι θα αναζητήσει βοήθεια όπου μπορεί να τη βρει σε οικονομικό επίπεδο.

Η σημασία της Ελλάδας ως εταίρου ενισχύεται λόγω της γεω- γραφικής θέσης της, της διαχρονικής αξίας της ως συμμάχου και της πολιτιστικής σύνδεσής της μέσω της ελληνοαμερικανικής κοινότητας.

– Από γεωπολιτικής σκοπιάς, θα φέρει την Τουρκία πιο κοντά στη Ρωσία ή ακόμη και στην Κίνα;

– Κανείς δεν ξέρει, αλλά θα έλεγα ότι θα συνεχίσει να προσπαθεί να ακολουθήσει τη μέση οδό. Μια καλή ένδειξη θα είναι αν θα δεχθεί τη Σουηδία στο ΝΑΤΟ. Αν δεν το κάνει, θα ακουστούν φωνές που θα λένε ότι η απώλεια της Τουρκίας μπορεί να είναι ένα καλό αντάλλαγμα για τη Σουηδία. Αμφιβάλλω αν θα φθάσει τόσο μακριά, και έτσι θα στοιχημάτιζα ότι θα δεχθεί τη Σουηδία μέσα στους επόμενους μήνες.

– Θα πάρει η Τουρκία νέα F-16 και θα αναβαθμίσει τα παλαιότερα που διαθέτει; Εκτός από το μπλοκάρισμα της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ και την αγορά ρωσικών S-400, η επιθετική συμπεριφορά προς την Ελλάδα αποτελεί επίσης εμπόδιο;

– Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να πιέζουν την Τουρκία να σταματήσει τις επιθετικές ενέργειες στο Αιγαίο, οι οποίες στρέφονται κατά της ελληνικής κυριαρχίας. Αυτό θα είναι μέρος του σκεπτικού για τα F-16. Μην ξεχνάτε ότι η Τουρκία έχει ήδη αποσυρθεί από το πρόγραμμα των F-35 και οι αναβαθμίσεις των F-16 είναι στην καλύτερη περίπτωση ένα είδος παρηγοριάς. Οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να διαπραγματεύονται, και οι ελληνικές ανησυχίες θα είναι σίγουρα μέρος του σκεπτικού, όπως πρέπει να είναι.

– Υπάρχει περίπτωση ο Ερντογάν να γίνει πιο συνεργάσιμος στην Ανατολική Μεσόγειο;

– Είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε, αλλά εμφανίζεται πιο διαλλακτικός ιδίως προς το Ισραήλ, κάτι που θα μπορούσε να είναι επωφελές για την Ελλάδα.

– Με δεδομένο το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», υπάρχει πιθανότητα πραγματικής προόδου στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με υποχώρηση της επιθετικής ρητορικής και των επιθετικών ενεργειών;

– Δημιουργείται ίσως μια ευκαιρία, καθώς ένας Ερντογάν με αυτοπεποίθηση, που δεν χρειάζεται να επηρεάσει τόσο έντονα τη βάση του, θα μετριάσει κάποιες θέσεις. Ας το ελπίσουμε. Θα έλεγα ότι η καλύτερη πολιτική για την Ελλάδα είναι απλώς να παρακολουθεί τις τουρκικές ενέργειες τους επόμενους μήνες.

– Πού βρισκόμαστε με τον πόλεμο στην Ουκρανία; Υπάρχει πιθανότητα ειρήνης;

– Στη διάρκεια της επόμενης χρονιάς η πίεση τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία για την εξεύρεση λύσης θα αυξηθεί. Για τον Πούτιν, η «ταχύτητα καύσης» είναι πολύ υψηλή – χάνει εκατοντάδες χιλιάδες νέους Ρώσους, τόσο σε νεκρούς και τραυματίες στη μάχη όσο και σε όσους φεύγουν από τη Ρωσία για να αποφύγουν τη στράτευση, και έχει απολέσει περίπου τη μισή χερσαία μαχητική του δύναμη – άρματα μάχης και τεθωρακισμένα μεταγωγικά οχήματα.

Οσον αφορά την Ουκρανία, η υπομονή της Δύσης μπορεί να αρχίσει να κάμπτεται δεδομένων των δαπανών τόσο σε κεφάλαια όσο και σε εξοπλισμό. Λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο αυτές πιέσεις, είναι πιθανή μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων στα τέλη του τρέχοντος έτους.

– Εχουν υπάρξει σφάλματα στη δυτική στρατηγική; Εχει ωθηθεί η Ρωσία πιο κοντά στην Κίνα;

– Η Ρωσία θα ευθυγραμμιζόταν ούτως ή άλλως με την Κίνα. Στην Αμερική λέμε «οι πάπιες αγαπούν τις πάπιες», και σε αυτό το πλαίσιο τα αυταρχικά καθεστώτα αγαπούν άλλα αυταρχικά καθεστώτα. Δεν απομακρύναμε εμείς τη Ρωσία – αυτά είναι ευσεβείς πόθοι. Ο Πούτιν επέλεξε να εισβάλει στην Ουκρανία, όχι μία αλλά δύο φορές, το 2014 και το 2022, και ήταν συνειδητή επιλογή του. Το σκεπτικό ότι το ΝΑΤΟ τον απειλούσε με κάθε τρόπο είναι εντελώς ανόητο. Ως πρώην ανώτατος διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ έχω δει όλα τα πολεμικά σχέδια και δεν υπάρχουν επιθετικές επιλογές προς τη Ρωσία: μόνο αμυντικά σχέδια. Και δεδομένου του εγωισμού και των ενεργειών του Πούτιν, χαίρομαι που είμαστε προετοιμασμένοι ως Συμμαχία να ανατρέψουμε τις φιλοδοξίες του.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις5 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή