Διεθνή
ΗΠΑ: Έξι βουλευτές ζητούν από Μπλίνκεν μηχανισμό για να μην παραβιάζουν τα τουρκικά F-16 το Αιγαίο
Τη δημιουργία ενός εποπτικού μηχανισμού που θα είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι η Τουρκία δεν θα χρησιμοποιήσει τα νέα μαχητικά F-16 για την παραβίαση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο προτείνουν έξι Αμερικανοί βουλευτές εν όψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βίλνιους.
Σε επιστολή που στάλθηκε στον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν, οι βουλευτές της ομάδας ελληνικών θεμάτων στη Βουλή των Αντιπροσώπων επιχειρηματολογούν υπέρ ενός τέτοιου μηχανισμού που θα είναι σε θέση να παγώσει, να καθυστερήσει ή ακόμα και να ακυρώσει τη μεταφορά των μαχητικών αναλόγως με τη συμπεριφορά της Τουρκίας. Όπως μάλιστα εξηγούν, ένας τέτοιος μηχανισμός θα είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι η Άγκυρα δεν θα προβεί σε ενέργειες που υπονομεύουν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και την ενότητα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.
Οι Αμερικανοί νομοθέτες υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούν να συμπεριληφθούν στην Επιστολή Προσφοράς και Αποδοχής (LOA) την οποία θα στείλει η αμερικανική κυβέρνηση στην Τουρκία στην περίπτωση που εγκριθεί η σύμβαση για τα F-16. Σε αυτή την επιστολή μπορούν να αναφερθούν λεπτομερώς οι όροι, οι προϋποθέσεις, και οι μηχανισμοί εποπτείας που καθορίζουν τη χρήση όλου του εξοπλισμού που θα συμπεριλαμβάνεται στην αμυντική σύμβαση. Οι Αμερικανοί βουλευτές υποστηρίζουν ότι μια τέτοια κίνηση είναι εφικτή γιατί χαίρει πολιτικής νομιμοποίησης λόγω των πρόσφατων ψηφισμάτων στο Κογκρέσο.
“Δεν υπάρχει μόνο προηγούμενο για την επιβολή όρων για την πώληση αμυντικών όπλων, αλλά το Κογκρέσο έχει ήδη εκφράσει την υποστήριξή του για την επιβολή όρων σε μια τέτοια πώληση. Στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό (NDAA) για το έτος 2023, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε μια τροπολογία που θα έθετε λογικούς περιορισμούς στην ικανότητα της κυβέρνησης να μεταφέρει αεροσκάφη F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού στην Τουρκία. Η διάταξη αυτή πέρασε από τη Βουλή σε δικομματική βάση με το 73% των βουλευτών να ψηφίζουν υπέρ”, σημειώνουν χαρακτηριστικά.
Τέλος, οι νομοθέτες καλούν τον κ. Μπλίνκεν να δει τη μεγάλη εικόνα όπως αυτή αντικατοπτρίζεται από την ευρύτερα συμφέροντα της δυτικής συμμαχίας. Για αυτό τον λόγο, υποστηρίζουν ότι οι προσπάθειες δεν πρέπει να περιοριστούν αποκλειστικά στην ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, καθώς υπενθυμίζουν ότι τόσο ο πρόεδρος Μπάιντεν όσο και ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Λευκού Οίκου Τζέικ Σάλιβαν έχουν τονίσει πρόσφατα τη σημασία της σταθερότητας στο Αιγαίο. Εάν και χαιρετίζουν την αποκλιμάκωση που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα, οι Αμερικανοί βουλευτές υπενθυμίζουν ότι το δόγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει αμετάβλητο, με δεδομένο ότι η ‘Αγκυρα συνεχίζει να διατηρεί το casus belli εναντίον της Αθήνας και να κατέχει το ρωσικό σύστημα S-400.
Την επιστολή υπογράφουν οι βουλευτές Κρις Πάπας, Γκας Μπιλιράκης, Φρανκ Παλόνε, Τζον Σαρμπάνης, Ντίνα Τάιτους, και Νικόλ Μαλλιωτάκη.
Ακολουθεί η Επιστολή των Αμερικανών βουλευτών στον Άντονι Μπλίνκεν
Γράφουμε σχετικά με τις αναφερόμενες συζητήσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας σχετικά με την πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού σε σχέση με την ένταξη της Σουηδίας στον ΝΑΤΟ. Εάν εξετάζεται μια συμφωνία για την πώληση F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού στην Τουρκία, προτρέπουμε σθεναρά οποιαδήποτε τελική συμφωνία να περιλαμβάνει μηχανισμούς που να προβλέπουν την παύση, την καθυστέρηση ή την απόσυρση της μεταφοράς τέτοιων όπλων εάν η Τουρκία εμπλακεί σε ενέργειες που απειλούν ή υπονομεύουν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και την ενότητα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.
Ενώ η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει αναδείξει τη σημασία της ενότητας του ΝΑΤΟ, η Τουρκία συνέχισε να κρατά όμηρο την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ προκειμένου να αποκτήσει F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά ταύτα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ συναντήθηκαν πρόσφατα με ηγετικά στελέχη του Κογκρέσου, τα οποία έχουν την ευθύνη για την έγκριση των πωλήσεων όπλων, για να διασφαλίσουν ότι το Κογκρέσο “δεν θα τους παρακάμψει εάν επιδιώξουν μια συμφωνία με την Τουρκία που θα συνδέει την πώληση F-16 με την έγκριση της Άγκυρας για την ένταξη της Σουηδία (στο ΝΑΤΟ)”.
Ανησυχούμε για αυτά τα δημοσιεύματα δεδομένων των σταθερών δηλώσεων της κυβέρνησης ότι οι πωλήσεις των F-16 δεν συνδέονται με την ένταξη της Σουηδίας. Καθώς γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί κάθε εργαλείο που έχει στη διάθεσή της για να πιέσει το Κογκρέσο και τους σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς να εγκρίνουν την πώληση των F-16 και του κιτ εκσυγχρονισμού στην Τουρκία, είναι επιτακτική ανάγκη οποιαδήποτε συμφωνία να προστατεύει τα ευρύτερα συμφέροντα ασφαλείας του ΝΑΤΟ και όχι απλώς την ένταξη της Σουηδίας.
Η επιθετικότητα της Τουρκίας στην περιοχή -η οποία απειλεί την ίδια τη “σταθερότητα στο Αιγαίο”, η αξία της οποίας αναγνωρίζεται τόσο από τον πρόεδρο Μπάιντεν όσο και από τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Σάλιβαν σε πρόσφατες ανακοινώσεις – πρέπει να σταματήσει προκειμένου οι ΗΠΑ να μεταφέρουν με υπεύθυνο τρόπο νέα όπλα στην ‘Αγκυρα. Πρέπει να υπάρχουν εγγυήσεις που να αποκλείουν τη χρήση αμερικανικών όπλων για την πρόκληση σύγκρουσης εντός του ΝΑΤΟ. Δεδομένου του ιστορικού της Τουρκίας που χρησιμοποιεί αμερικανικά F-16 για υπερπτήσεις στο Αιγαίο και για την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, ζητάμε μηχανισμούς που προβλέπουν την παύση, την καθυστέρηση ή την απόσυρση της μεταφοράς αμερικανικών όπλων στην Τουρκία εάν συνεχίσει τις αποσταθεροποιητικές της ενέργειες στην Ανατολική Μεσογείου που απειλούν ή υπονομεύουν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ ή την αρχιτεκτονική ασφάλειας του ΝΑΤΟ.
Όπως γνωρίζετε, μετά την ειδοποίηση του Κογκρέσο για την πρόθεσή της να προχωρήσει στην πώληση αμυντικών συστημάτων, η αμερικανική κυβέρνηση θα απαντήσει στην Επιστολή Αίτησης της χώρας (Τουρκίας) με Επιστολή Προσφοράς και Αποδοχής (LOA), η οποία θα αναφέρει λεπτομερώς τους όρους, τις προϋποθέσεις, και τους μηχανισμούς εποπτείας που διέπουν τα είδη (του αμυντικού εξοπλισμού) που θα καλύπτονται από την πώληση.
Επιπλέον, όλα τα αμερικανικά αμυντικά συστήματα που πωλούνται, μισθώνονται ή εξάγονται βάσει του Νόμου περί Ελέγχου Εξαγωγών Όπλων (AECA) υπόκεινται σε παρακολούθηση της τελικής τους χρήσης για να διασφαλιστεί ότι ο παραλήπτης συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που επιβάλλονται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ όσον αφορά τη χρήση, τις μεταφορές και την ασφάλεια των συστημάτων. (Αυτές οι απαιτήσεις) διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους κανόνες και τις πολιτικές εξαγωγής όπλων των ΗΠΑ. Μετά την οριστικοποίηση της συμφωνίας, εναπόκειται στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να εφαρμόσει την παρακολούθηση τελικής χρήσης, όπως απαιτείται από την αμερικανική νομοθεσία και προσδιορίζεται στους όρους του LOA.
Δεν υπάρχει μόνο προηγούμενο για την επιβολή όρων για την πώληση αμυντικών όπλων, αλλά το Κογκρέσο έχει ήδη εκφράσει την υποστήριξή του για την επιβολή όρων σε μια τέτοια πώληση. Στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό (NDAA) για το έτος 2023, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε μια τροπολογία που θα έθετε λογικούς περιορισμούς στην ικανότητα της κυβέρνησης να μεταφέρει αεροσκάφη F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού στην Τουρκία. Η διάταξη αυτή πέρασε από τη Βουλή σε δικομματική βάση με το 73% των βουλευτών να ψηφίζουν υπέρ.
Αν και χαιρετίζουμε την παρούσα παύση των αποσταθεροποιητικών ενεργειών της Τουρκίας στην περιοχή, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η κυβέρνηση Ερντογάν δεν έχει αλλάξει πολιτική. Η εντύπωση ότι η Τουρκία έχει βελτιώσει τις σχέσεις με τη νατοϊκή σύμμαχο Ελλάδα, διαψεύδεται από το γεγονός ότι η ‘Αγκυρα διατηρεί το casus belli εναντίον της Αθήνας.
Η Τουρκία συνεχίζει επίσης να κατέχει το ρωσικό πυραυλικά συστήματα S-400, η αγορά του οποίου αποτέλεσε τη βάση για την αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 το 2019. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως σε επιστολή που σας εστάλη τον Νοέμβριο του 2021, οι ειδικοί έχουν σημειώσει ότι η παροχή κιτ εκσυγχρονισμού της Τουρκίας εγκυμονεί παρόμοιους κινδύνους συνεγκατάστασης, εφόσον η Τουρκία διαθέτει τους ρωσικούς S-400. Η πολεμική συμπεριφορά της Τουρκίας έναντιον της Ελλάδας – ενός πραγματικά αξιόπιστου και δημοκρατικού συμμάχου στο ΝΑΤΟ – και η απειλή από τη συνεχιζόμενη κατοχή των S-400 στην αρχιτεκτονική ασφαλείας του ΝΑΤΟ δεν μπορούν να παραμείνουν απαρατήρητες καθώς η κυβέρνηση εξετάζει μια συμφωνία με την τουρκική κυβέρνηση.
Η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να διασφαλίσει ότι τα F-16 που παρέχονται από τις ΗΠΑ δεν χρησιμοποιούνται για να υπονομεύσουν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη συμμαχία του ΝΑΤΟ. Ως εκ τούτου, εάν εξετάζεται μια συμφωνία για την πώληση F-16 και κιτ εκσυγχρονισμού στην Τουρκία, οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει σαφείς και ουσιαστικούς μηχανισμούς που να προβλέπουν παύση, καθυστέρηση ή απόσυρση της μεταφοράς τέτοιων όπλων εάν η Τουρκία εμπλακεί σε ενέργειες που απειλούν ή υπονομεύουν τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και την ενότητα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

