Αναλύσεις
Ήταν ελληνικής καταγωγής ο Ναπολέων Βοναπάρτης;
- Μια κατάσταση ή, αν θέλουμε, μια περίπτωση ανάλογη με εκείνη που, mutatis mutandis, αφορά την εθνικότητα του Άγγλου ποιητή και μέγιστο δραματουργό Ουίλιαμ Σαίξπηρ, μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα, σχετικά με την φημολογούμενη, βάσει ωστόσο ακριβών, ισχυρών και αδιαμφισβήτητων μαρτυριών, πραγματικότητα περί ιταλικής εθνικότητας του, θα μπορούσε να αναγνωριστεί και στη περίπτωση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που εξελίχθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα στη Κορσική.
Εντωμεταξύ ας ξεκινήσουμε από την ρεαλιστική θεώρηση ενός γεγονότος και μιας κατάστασης πραγμάτων υπάρχουσας τον 17ο αιώνα, ακριβώς στη Κορσική όπου, ακόμη και σήμερα, στη πόλη Cargese ζει μια ελληνική μειονότητα πλήρως αναγνωρισμένη και προστατευμένη.
Γνωρίζουμε ότι στη κλασική εποχή ελληνικοί πληθυσμοί είχαν ιδρύσει στη Κορσική την πόλη-αποικία Αλάλια, η σημερινή Αλέρια. Οι Έλληνες της Καρτζέζε όμως δεν προέρχονται από τους αρχαίους, αλλά είναι επίγονοι μιας σημαντικής ομάδας 730 Ελλήνων που είχαν γεννηθεί στη περιοχή της Μάνης (ή Màina στα ιταλικά και Magne στα γαλλικά), οι οποίοι στις 3 Οκτωβρίου 1675 εγκατέλειψαν την πατρώα γη καταγωγής τους την οποία οι Τούρκοι είχαν καταλάβει και λεηλατήσει με αρχηγό τον Αμουράτ.
Θα πρέπει εντούτοις να διευκρινιστεί πως αυτής της αναχώρησης του 1675 είχε προηγηθεί μια μακροχρόνια έρευνα για μια νέα πατρίδα κιόλας από το 1663, όταν ο επίσκοπος Παρθένιος Καλκανδής είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Δημοκρατία της Γένοβας, στην οποία τότε ανήκε και η Κορσική, με σκοπό να του δοθεί μια περιοχή για αποίκηση.
Οι διαπραγματεύσεις διήρκησαν ούτε λίγο ούτε πολύ 12 χρόνια έως ότου οι Γενοβέζοι πεισθούν και χορηγήσουν στους Έλληνες της Μάνης την έγκριση να εγκατασταθούν σε μια μικρή έκταση στη Κορσική, στη περιοχή της Παομίας, όχι μακριά από το Αγιάτσιο, πρωτεύουσα του νησιού, υπό τον όρο να ασπασθούν τον Καθολικισμό συνεχίζοντας όμως να διατηρούν την ορθόδοξη τελετουργία.
Ο Ιωάννης Στεφανόπουλος Κομνηνός ήταν ο Έλληνας επικεφαλής που οδήγησε τις διαπραγματεύσεις με την Γένοβα.
Επ’ αυτού διευκρινίζεται πως δύο υπήρξαν οι βασικές αιτίες της ελληνικής μετανάστευσης στη Κορσική: οι ανυπόφορες πλέον οθωμανικές καταπιέσεις και βιαιότητες, απ’ τη μια μεριά, κι απ’ την άλλη η προχωρημένη κατάσταση βεντέτας μεταξύ των δύο οικογενειών, των Γιατράδων και των Στεφανόπουλων. Τελικά η gens των τελευταίων αυτών ήταν εκείνη που αποφάσισε να εγκαταλείψει τη γη της.
Από το λιμάνι του Οιτύλου, με το γαλλικό πλοίο Sauveur (στα ελληνικά: Σωτήρας) οι Έλληνες πρόσφυγες αναχώρησαν για την Μεσίνη στη Σικελία, όπου έμειναν σε καραντίνα. Τη 1η Ιανουαρίου 1675 έφτασαν στη Γένοβα απ’ όπου, μετά από δύο μήνες εκεί παραμονής, έφτασαν στη Παομία, στις 14 Μαρτίου 1675, ενώ μετά από λίγο ενώθηκε μαζί τους και ο επίσκοπος Περθένιος Καλκανδής μαζί με μια άλλη ομάδα Ελλήνων εποίκων.
Όπως και να΄ ναι, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Γένοβα είχε αρχίσει και η ιταλοποίηση των ελληνικών ονομάτων με την προοπτική της μελλοντικής διαβίωσης μέσα σε ένα περιβάλλον γενικά ιταλικό. Εκείνη την εποχή η Κορσική ανήκε στην Γένοβα, ήταν δηλαδή καθ’ όλα ιταλικό, με μια δική του γλώσσα ιταλικής προέλευσης, την κορσικανή διάλεκτο.
Ακριβώς αναφορικά με την ιταλικότητα της Κορσικής και του πληθυσμού της, ας ακολουθήσουμε τον συλλογισμό του Πασκουάλε Πάολι, τον περίφημο αρχηγό της εξέγερσης ανεξαρτησίας του νησιού, ο οποίος το 1750 έτσι εκφράστηκε σε έναν σημαντικό λόγο του που είχε εκφωνήσει στη Νάπολι: «Εμείς γεννηθήκαμε και νιώθουμε Κορσικανοί, πριν απ’ όλα όμως νιώθουμε Ιταλοί ως προς τη γλώσσα, τα ήθη και τις παραδόσεις μας… Και όλοι οι Ιταλοί είναι αδέλφια και αλληλέγγυοι ενώπιον της Ιστορίας και ενώπιον του Θεού… Ως Κορσικανοί, δεν θέλουμε να είμαστε ούτε υπηρέτες (των Γενοβέζων, σ.τ.σ.), ούτε και στασιαστές (προς τους Γενοβέζους, σ.τ.σ.) και σαν Ιταλοί έχουμε το δικαίωμα να μας φέρονται με τον ίδιο τρόπο που φέρονται με τους άλλους τους Ιταλούς (.). Ο απελευθερωτικός μας πόλεμος είναι άγιος και δίκαιος… και εδώ, πάνω στα δικά μας βουνά, θα ανατείλει για την Ιταλία ο ήλιος της ελευθερίας».
Εντωμεταξύ, το 1676 ο ελληνικός εποικισμός στη Κορσική είχε συμπληρωθεί με τόση επιτυχία που, ένα χρόνο μετά από την εγκατάσταση, είχε γίνει δυνατόν να οργανωθούν ούτε λίγο ούτε πολύ πέντε συνοικίες: Rondolino, Salici, Pontone, Corona και Monte Rosso. Στο Ροντολίνο το 1678, δηλαδή μόλις δύο χρόνια μετά, κτίστηκε και η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Το 1729, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Κορσικανών εναντίον των Γενοβέζων, οι Έλληνες έχοντας μείνει πιστοί στη Δημοκρατία της Γένοβας, υπέστησαν την επίθεση των εξεγερθέντων οι οποίοι λεηλάτησαν τους οικισμούς τους. Οι Έλληνες κατέφυγαν τότε στο Αγιάτσιο όπου έμειναν ασφαλείς για πάνω από 45 χρόνια πριν πάνε να εγκατασταθούν στο Cargese, Καρτζέζε, σε απόσταση 21 χιλιομέτρων από το Αγιάτσιο.
Σε αυτό στο σημείο και πριν να αντιμετωπίσουμε το κομβικό θέμα της σχέσης του Ναπολέοντα Βοναπάρτη με την ελληνική περιοχή της Μάνης, όχι μακριά από τη Σπάρτη, πρέπει να υπενθυμίσουμε πως, εκτός από την μετανάστευση στη Κορσική, αρκετοί άλλοι κάτοικοι της Μάνης για να αποφύγουν οριστικά την βλοσυρή πίεση και κατοχή των Τούρκων, είχαν εγκαταλείψει την γη των προγόνων τους μετακομίζοντας στη Κέρκυρα και προπαντός στη Τοσκάνη (Volterra, Bibbiena, San Giminiano).
Δυστυχώς στη Τοσκάνη οι 1500 περίπου Μανιάτες δεν είχαν καθόλου καλή τύχη. Μη έχοντας δεχθεί να λατινοποιηθούν, μεταφέρθηκαν σε ελώδεις περιοχές όπου η μαλάρια και άλλες αρρώστιες τους αποδεκάτισαν και τελικά τους εξαφάνισαν όλους.
Στη Κορσική, όμως, το Αγιάτσιο, οι Έλληνες ευημέρησαν και αντιπροσώπευσαν μια από τις πιο ανθηρές εθνικές μειονότητες, ειδικά η οικογένεια των Στεφανόπουλων Κομνηνών απόγονοι του αυτοκρατορικού οίκου των Κομνηνών που είχαν καταφύγει στη Πελοπόννησο μετά τη πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453.
Απόγονοι του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου Κομνηνού, πρόγονου, υπήρξαν οι Θεόδωρος Στεφανόπουλος Κομνηνός και ο Καλομέρης Στεφανόπουλος Κομνηνός.
Πιο πάνω αναφερθήκαμε στη διαδικασία ιταλοποίησης των ελληνικών ονομάτων που είχε αρχίσει ήδη από το 1676 στη Γένοβα και συνέχισε στη Κορσική την εποχή που αυτή ανήκε στους Γενοβέζους. Μέσα σε εκείνο το πλαίσιο και πιο ειδικά θα πρέπει να μνημονεύσουμε και την ιταλοποίηση του ονόματος Καλόμερος Στεφανόπουλος Κομνηνός, γιος του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου Κομνηνού, όπου από το «καλός» = buono στα ιταλικά και «μέρος» = parte στα ιταλικά, προέκυψε το όνομα Buonaparte, μια κατάληξη όσο γίνεται πιο φυσική από γλωσσική άποψη.
Ο Κύπριος ερευνητής και ιστορικός Λάμπης Κωνσταντινίδης σε μια διάλεξη το Μορφωτικό Κέντρο της Τράπεζας της Κύπρου στις 7 Μαΐου 2014 ανέπτυξε, μέσα από ληξιαρχικά και ιστορικά ντοκουμέντα, την πεποίθησή του βάση της οποίας ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε καταγωγή από την οικογένεια των βυζαντινών Κομνηνών και του Καλομέρου της Μάνης.
Στο γενεαλογικό δέντρο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη οι πρόγονοι εμφανίζονται να είναι κατά σειρά: ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος Κομνηνός, οι δύο γιοί του Θεόδωρος Στεφανόπουλος Κομνηνός και Καλομέρος (=Buonaparte) Στεφανόπουλος Κομνηνός, και μετά ο Carlo ή Charles Καλομέρος που είχε γίνει Buonaparte, Charles Buonaparte, σύζυγος της Maria Letizia από την οποία απέκτησε 8 παιδιά: ο Joseph, o Napoléon, o Lucien, η Marianne, o Louis, η Marie-Paulette, η Caroline και o Jerôme.
Από όλα αυτά εξάγεται ότι ο Napoleone Buonaparte, αργότερα Bonaparte, ήταν ο δεύτερος γιος του Καλομέρου/Buonaparte Comneno, γεννηθείς στο Αγιάτσιο στις 15 Αυγούστου 1769.
Ο Καλομέρος λοιπόν εξιταλίστηκε και έγινε Buonaparte και μετά Bonaparte.
Κλείνοντας την διάλεξη ο Λάμπης Κωνσταντινίδης υπογράμμισε τη σημαντικότητα του να αναγνωρίσει η Γαλλική Δημοκρατία στην ελληνική καταγωγή του Ναπολέοντα το ελληνικό στοιχείο που είχε μεταναστεύσει στη Κορσική σχεδόν έναν αιώνα πριν, ένα ελληνικό στοιχείο ευγενέστατης, αυτοκρατορικής βυζαντινής καταγωγής, έτσι ώστε να αποδώσει όχι μόνο άλλες και μεγαλύτερες περγαμηνές στην Γαλλική Δημοκρατία, αλλά κι στο ίδιο το γαλλικό έθνος, τότε και σημερα.
- Τώρα, συμπληρώνοντας τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, νομίζουμε πως δεν θα ήταν πλήρεις εάν δεν παραθέταμε στη συνέχεια μερικές πληροφορίες αναφορικά με τον ίδιο τον Ναπολέοντα και την οικογένεια του.
Κατά τα έτη 1729-1775 ζουν στο Αγιάτσιο οι Μανιάτες προερχόμενοι από την Παόμια. Εκεί λοιπόν το 1769 γεννιέται και ο Ναπολέων Βοναπάρτης, γιος, όπως είπαμε, του Κάρλο-Μαρία Μπουοναπάρτε Καλομέρου. Στο Αγιάτσιο ζουν επίσης και πολλά άλλα μέλη της οικίας των Στεφανόπουλων ή Stefanopoli στα ιταλικά. Ακριβώς με την οικογένεια της Πανώριας Στεφανοπούλου (ή Stefanopoli) ο Κάρλο-Μαρία Μπουοναπάρτε διατηρεί εκτεταμένες σχέσεις, ούτε λίγο ούτε πολύ πεθαίνει σχεδόν μέσα στα χέρια της ίδιας της Πανώριας.
Η κόρη της Πανώριας, Λάουρα Στεφανόπολι-Janot, δούκισσα του Abrantès και σύζυγος του αξιωματικού-ορντινάντσα του Ναπολέοντα, δημοσιεύει στη Γαλλία, αρχές του 1800, τις Αναμνήσεις της, ένα κείμενο που, όπως προκύπτει, ο Ναπολέων στη συνέχεια ουδέποτε έχει αμφισβητήσει ή διαψεύσει, και το οποίο εξηγούσε την ελληνική καταγωγή και του ίδιου του Ναπολέοντα.
Γράφει, μεταξύ άλλων: «Στην Οικία Μποναπάρτε μιλούσαμε ελληνικά με τον πατέρα του Ναπολεόνε. Ένας πρόγονος του Μποναπάρτε ανήκε στη γενιά των Στεφανόπουλων και είχε όνομα Καλομέρος».
Επίσης: «Οι Στεφανόπουλοι-Κομνηνοί όταν μιλούν για τους Μποναπάρτε χρησιμοποιούν πάντα το ελληνικό τους όνομα και τους φωνάζουν Καλομέροι, Καλόμεροι ή Καλομεριανοί. Η οικογένεια του Κάρλο Μποναπάρτε ήταν δεμένη με στενά δεσμά φιλίας και με άλλες οικογένειες Μανιατών στο Αγιάτσιο».
Όταν ο Ναπολέων 15 χρονών ορφάνεψε με τον θάνατο του πατέρα του και για πρώτη φορά πήγε στο Παρίσι, έγινε δεκτός και φιλοξενήθηκε από τον Demetrio Stefanopoli Comneno, τότε αξιωματικός του γαλλικού στρατού, αδελφός της Πανώριας Στεφανόπολι και παλιός καρδιακός φίλος του Carlo-Maria Bonaparte, πατέρα του Ναπολέοντα.
Ο ίδιος ο Δημήτριος Stefanopoli Comeno, ο οποίος το 1782, με διάταγμα του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ θα αναγνωριστεί ως απόγονος και κληρονόμος του Δαυίδ Β’ Κομνηνού, τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα της Τραπεζούντας (ένας γιος του οποίου, ο Νικηφόρος, μοναδικός επιζήσας, είχε διαφύγει τη σφαγή απ’ τους Οθωμανούς και εγκαταστάθηκε στη Μάνη), υπήρξε και κηδεμόνας του Ναπολέοντα τα χρόνια που αυτός ήταν φοιτητής εύελπις στη Στρατιωτική Σχολή της Brienne-le-Château, στην οποία είχε εγγραφεί κιόλας από το 10 του χρόνια, το 1779 και φοίτησε έως το 1784.
Η Στρατιωτική Σχολή της Μπριέν-λε-Σατώ ήταν ένα παράρτημα της κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής στο Παρίσι.
Τις ελληνικές ρίζες του Ναπολέοντα πιστοποιεί και ο καθηγητής Hanin, Γάλλος πρέσβης στο Μόναχο της Γερμανίας, μέσα σε μια έρευνα πάνω στην οικογένεια Μπουοναπάρτε που είχε συντάξει πριν από την Γαλλική Επανάσταση, δηλαδή πριν από το 1789.
Επ’ αυτού, πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι η «παράδοση» της ελληνικής καταγωγής του Ναπολέοντα «γεννήθηκε» ακριβώς στη Γαλλία, στη Κορσική, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ελλάδα όπου όχι και λίγοι, πρωτίστως λογοτέχνες, ήλπισαν σε μια δική του επέμβαση υπέρ του ελληνικού λαού υποταγμένου στους Τούρκους τα χρόνια της προετοιμασίας της επανάστασης (1795-1815).
Ο Αδαμάντιος Κοραής, μια εκ των μεγάλων μορφών του αγώνα για την ανεξαρτησία της Ελλάδας, διέκρινε στη διαδρομή του Ναπολέοντα έναν νέο Μεγαλέξανδρο.
Επίσης, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ευεργέτες στα χρόνια που προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν την επανάσταση, ο Απόστολος Αρσάκης, ευχόταν δημόσια την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον Ναπολέοντα.
Ο Αλέξανδρος Σούτσος, πασίγνωστος σατυρικός ποιητής, αναφερόμενος στην ελληνική καταγωγή του Ναπολέοντα, δεν δίστασε να γράψει τον στίχο: Ο Κορσικανός με πατρίδα τον Ταΰγετο!
Το 1797 ο Ζανέτος Γρηγοριάδης, τσιφλικάς στη Μάνη, σε ένα γράμμα του στον Ναπολέοντα, του ζητά βοήθεια για να διώξει τους Οθωμανούς. Το 1801 ο Ναπολέων στέλνει στον Γρηγοριάδη, στο λιμάνι του Γυθείου, μια κορβέτα γεμάτη πολεμοφόδια.
Όπως και να ‘ναι, η αισθηματική έλξη που ένιωθε ο Ναπολέων για τους Μανιάτες και τους Σπαρτιάτες είναι αναμφισβήτητη και τεκμηριωμένη. Κιόλας στην εποχή που ήταν φοιτητής στη Στρατιωτική Σχολή στη Brienne-le-Château, ακόμη νεότατος, επιδεικνύει την προτίμησή του προς τους Μανιάτες/Σπαρτιάτες γράφοντας μια έκθεση με τίτλο Αναμνήσεις από την παιδεία των νέων Σπαρτιατών, μια εργασία που στη συνέχεια χάθηκε.
Φυσικά, μιλώντας για Μανιάτες, δεν μπορούμε να μη αναφερθούμε στους κοντινούς Σπαρτιάτες, έχοντας υπόψη πως αμφότεροι ανήκουν στη περιοχή της Λακωνίας και επομένως είναι Λάκωνες, δηλαδή Λακεδαίμονες.
Στην σχετική μελέτη του με τίτλο Ο Ναπολέων κι ο Ελληνισμός ο Jacques-Olivier Baudon περιγράφει αριστουργηματικά και ιστορικά την «λατρεία», θα λέγαμε, του Ναπολέοντα για την αρχαία Ελλάδα και τις πατριωτικές και ηθικές αξίες της, και ειδικά τη Σπάρτη. Κιόλας από τις πρώιμες νεανικές αναγνώσεις του «μέσα σε ένα μικρό κείμενο με τίτλο Η αγάπη για την πατρίδα, σκιαγραφεί έναν έπαινο για τη Σπάρτη». Σε εκείνο το κείμενο ο Ναπολέων υπογραμμίζει: «Κάθε χαρακτηριστικό, κάθε λέξη ενός Σπαρτιάτη εκδηλώνει μια καρδιά που καίγεται από ένα μεγαλειώδη πατριωτισμό».
Έτσι, στις διακυμάνσεις των συζητήσεων των φιλόσοφων του Διαφωτισμού που τοποθετούσαν τους «οπαδούς» της Αθήνας ενάντια σε εκείνους της Σπάρτης, ο Ναπολέων φανερά έπαιρνε το μέρος των Σπαρτιατών, σε κάθε ευκαιρία αναφερόμενος στους Μανιάτες ως τους μόνους που δεν είχαν κατακτηθεί από τους Τούρκους και ήταν άμεσοι απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών.
Κατά την αρμόδια γνώμη του Boudon, η ιδεολογική επιλογή της Σπάρτης και όχι της Αθήνας στους συλλογισμούς του Ναπολέοντα τοποθετεί τον ίδιο «στο αυλάκι του Rousseau» και, συγκυριακά, μεταφέρεται κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στις πυρωμένες κριτικές συζητήσεις που, αναφορικά, με το ως άνω ιδεολογικό υπέδαφος, αντιτάσσουν «τους Γιρονδίνους, ακολούθους της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους Βουνίσους (Montagnards), με τον Ροβεσπιέρο επικεφαλής, θαυμαστές της ισονομίας που κήρυττε το σπαρτιάτικο μοντέλο».
Ο Βοναπάρτης εκφράζει ποικιλοτρόπως τη συμμετοχή του στις ιδέες των Montagnards μέσα στην εγγενή του έλξη για τη Σπάρτη, πάντως ανέκαθεν μέσα στα αρχαία ελληνικά πολιτιστικά πλαίσια (Πλούταρχος, Θουκυδίδης, Ηρόδοτος, Πλάτωνας και οι παραδειγματικές μορφές του Αριστοτέλη και Θεμιστοκλή).
Αυτή την αυθόρμητη τάση έλξης του Ναπολέοντα προς όλα εκείνα που αντιπροσωπεύουν τη Σπάρτη και την γενική φιλοσοφική πολιτική της δεν μπορεί απλά να είναι εξαιτίας της ανακάλυψης κοινών σημείων στην ανάλυση των δικών του πολεμικών αρετών σε σχέση με εκείνων των μεγαλύτερων σπαρτιατών ηγετών («Ποιο αίσθημα κυριαρχεί στη ψυχή μας στην όψη του Λεωνίδα και των Τριακοσίων Σπαρτιατών», αναφέρει ακόμη ο Jacques-Olivier Boudon τη μελέτη του).
Δεν μπορούμε επομένως να μην υποστηρίξουμε πως κάτι το πολύ βαθύτερο, θα λέγαμε γενετικό, συμφυές με τον χαρακτήρα και έμφυτο στη πνευματική δομή, εκτός από κάθε επιρροή σπουδών, οδηγεί το νου και μορφοποιεί την νοητική ικανότητα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη στην προσανατολιστική κατεύθυνση του μη αναστρέψιμου μανιάτικο-σπαρτιάτικου εσωτερικού τοπίου, μια σπλαχνική λακωνική συμπεριφορά, χαρακτηριστική και ουσιώδης, παρούσα σε κάθε όψη/πτυχή της πολυεδρικής προσωπικότητας του.
Είναι σίγουρο ότι οι Μανιάτες που εγκαταστάθηκαν στη Κορσική και μετά πιο συγκεκριμένα στο Καρτζέζε, ήταν Έλληνες και επίσης σε ελληνικό περιβάλλον, στο Αγιάτσιο, γεννήθηκε και θράφηκε ο ίδιος ο Ναπολέων, γιος του Carlo-Maria Buonaparte/Καλομέρος.
Σαφώς το πέρασμα της Κορσικής το 1768, με τη Συνθήκη των Βερσαλλίων, από γενοβέζικη επικράτεια σε γαλλική κτήση, επομένως από ένα καθεστώς ιταλικότητας (για το οποίο δυστυχώς απέτυχε ο αγώνας του Pasquale Paoli) σε ένα γαλλικό επιβεβλημένο με πόλεμο καθεστώς δημιούργησε όλες τις αναγκαίες, ως και καταναγκαστικές προϋποθέσεις για μια ραγδαία εξάπλωση της γαλλικής εθνότητας στο νησί.
Ο ίδιος ο πατέρας του Ναπολέοντα, Κάρλο-Μαρία Μπουοναπάρτε, γραμματέας του Πασκουάλε Πάολι, ο οποίος το 1769 είχε προσπαθήσει μια έσχατη αντίσταση στην υπεροπλία των Γάλλων, στο τέλος αναγκάστηκε να υπακούσει στη γαλλική παράταξη και να δεχθεί την γαλλική εισβολή κατοχής της ιταλο-γενοβέζικης πατρίδας του.
Ίσως να μην είναι άσκοπο να θυμηθούμε μια άλλη φορά την προσκόλληση των Ελλήνων της Κορσικής στην ιταλο-γενοβέ3ζικη μητέρα-πατρίδα κατά τη διάρκεια της επαναστατικής εξέγερσης από το 1729 και μετά.
Ο Ναπολέων έγινε Γάλλος και ως Γάλλος έζησε έως το 1821, Γάλλος αυτοκράτορας και εγγυητής του κράτους και των συμφερόντων της Γαλλίας.
Ωστόσο το «ελληνικό πρόσωπο» του Ναπολέοντα δεν δυσκολεύεται καθόλου να αναδυθεί με καθαρότητα στις 15 Ιουλίου 1815, τρεις εβδομάδες μετά που ο ίδιος είχε παραιτηθεί, όταν εμπιστεύεται τη μοίρα του στον Πρίγκιπα-Αντιβασιλέα της Αγγλίας με μια επιστολή που του απευθύνει, όπου «αναφέρεται στην ανάμνηση του Αθηναίου Θεμιστοκλή, ήρωα της Σαλαμίνας, που αναγκάστηκε να εξοριστεί και έγινε δεκτός από τον Πέρση βασιλιά, χθεσινός εχθρός του» (J.-O. Boudon): «Ενάντια στις παρατάξεις που χωρίζουν την πατρίδα μου και στην εχθρότητα των περισσοτέρων μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, περαίωσα την πολιτική σταδιοδρομία μου. Όπως ο Θεμιστοκλής, έρχομαι τώρα στην εστία του βρετανικού λαού, θέτω τον εαυτό μου υπό την προστασία των νόμων του, που ζητώ από την Υψηλότητά σας, την ισχυρότερη, την σταθερότερη, την πιο γενναιόδωρη των εχθρών μου».
Αναμφισβήτητα η κλασική ελληνική κουλτούρα διαπότιζε βαθιά τον νου και την παιδεία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, πολύ πιθανόν όχι τόσο εξαιτίας των σπουδών του στο σχολείο, όσο εξαιτίας μιας συμφυούς φύσης και εκ γενετής γονιδιακής κληρονομιάς.
Πουθενά δεν μπορεί να διαπιστωθεί το αντίθετο!
Κρεσέντσιο Σαντζίλιο
Ελληνιστής
………………………………………………………………………….
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας