Από την ημέρα που ιδρύθηκε το DP, ένα από τα βασικά κίνητρα πίσω από την απόφαση αυτή, ήταν η ανάγκη για ελεύθερη έκφραση. Η ανάγκη για να ξεφύγουμε -όσοι είχαμε αυτό το βίωμα- από την αποκαλούμενη “γραμμή”. Δηλαδή, την επίσημη θέση του μέσου ενημέρωσης στο οποίο δουλεύαμε. Παρόλο που μέσα από αυτή τη δουλειά γνωρίσαμε όλοι πολύ σημαντικούς ανθρώπους, γνωρίσαμε από πρώτο χέρι, ότι “η γραμμή” συνεπαγόταν περιορισμούς σε αυτό που αντιλαμβανόμασταν ως δημοσιογραφική ελευθερία.
Κι αυτή τη μεγάλη ευκαιρία την έδινε το διαδίκτυο. Μαζί ασφαλώς με όλα τα στραβά του. Κυρίως τον ανεξέλεγκτο χαρακτήρα που έχει λάβει ο δημόσιος λόγος, σε συνδυασμό με την τοξικότητα και την αμετροέπεια των κοινωνικών δικτύων. Στη δική μας ιεράρχηση όμως, ήταν πάντα σε κορυφαία θέση η ελευθερία της έκφρασης. Αυτό βέβαια δεν θα μπορούσε να είναι ένα δικαίωμα που επιφυλάσσαμε μόνο για τον εαυτό μας.
Στο σχολείο, στις τελευταίες τάξεις, λίγο πριν τις “πανελλήνιες”, σε όσους είχαν ακολουθήσει την πάλαι ποτέ “τέταρτη δέσμη” που συμπεριλάμβανε τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες, στο μάθημα της Κοινωνιολογίας, αν δεν μας απατά η μνήμη μας, υπήρχε μια ιστορική φράση που αποδιδόταν στον Βολταίρο. Αυτό τον μεγάλο δάσκαλο του γαλλικού Διαφωτισμού, συγγραφέα, ιστορικό και φιλόσοφο, αν και έκτοτε προέκυψαν κι άλλες απόψεις για το ποιος το είπε: “Δεν συμφωνώ ούτε με μια λέξη από όσα λες, αλλά θα υπερασπίσω ακόμα και με τη ζωή μου το δικαίωμά σου να τα λες“…
Ίσως και να μην το είπε ακριβώς έτσι. Αντισταθήκαμε όμως στον πειρασμό να το “γκουγκλάρουμε” για να εντοπίσουμε την ακριβή αποτύπωση. Ο λόγος είναι ότι θα χανόταν ο αυθορμητισμός αυτού του σχόλιου. Οι συλλογισμοί των τελευταίων ωρών που μας δημιούργησαν την ανάγκη να παίξουμε “δημοσιογραφικό πιάνο” στο πληκτρολόγιο ενός φορητού υπολογιστή, μόνιμη συντροφιά ενός δημοσιογράφου ακόμα και στις διακοπές του…
Ιδιαίτερα όσων αποφάσισαν να βιοποριστούν μόνοι τους, με στόχο να απολαύσουν στον απόλυτο βαθμό την ελευθερία να μιλάς ελεύθερα. Ενδεχομένως με λιγότερα υλικά αγαθά, κάτι που αμφισβητείται βέβαια μετά τις συνέπειες της εποχής των Μνημονίων. Να λες δηλαδή ό,τι επιθυμείς, να διατυπώνεις όποια άποψη πρεσβεύεις, προσπαθώντας ασφαλώς να την τεκμηριώνεις, εκπροσωπώντας μόνο τον εαυτό σου. Να το τονιστεί παρακαλώ το τελευταίο. ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ….
Διασφαλίζοντας όμως παράλληλα και το δικαίωμα στον οποιονδήποτε να σου ασκήσει κριτική, με τις ίδιες ακριβώς προϋποθέσεις. Τηρώντας δηλαδή την ιερή υποχρέωση κάθε φιλελεύθερου ανθρώπου (σ.σ. με την έννοια του “φίλου της ελευθερίας” – προς αποφυγή ιδεολογικού χρωματισμού της συζήτησης). Τι πιο υγιές από αυτό; Προσπαθήσαμε πάντα να αποφύγουμε χαρακτηρισμούς και τοξικές εξυπνάδες. Ο λόγος είναι απλός…
Τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, γνωρίσαμε υπέροχους ανθρώπους που έγιναν φίλοι, παρότι οι απόψεις μας σε μια σειρά από ζητήματα απείχαν. Δεν βγάλαμε το “πατριδόμετρο”, δεν χαρακτηρίσαμε κανέναν ως “προδότη”… έναντι ημών των “πατριωτών”. Πάντα ακούγαμε με ενδιαφέρον όλες τις απόψεις και τις φιλοξενούσαμε, τηρώντας όλους τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Προβληματιζόμασταν διαρκώς μήπως κάτι δεν το γράφουμε σωστά, μήπως κάποιος αδικείται. Σίγουρα κάναμε και λάθη. Αυτό που δεν αμφισβήτησε κανείς όμως, είναι η καλή μας πρόθεση.
Θα αναρωτιούνται οι φίλοι μας για ποιον λόγο τα γράφουμε αυτά. Αφορούν την επιλογή της δικαστικής οδού σε δυο περιπτώσεις που πληροφορηθήκαμε, κάτι που μας εξόργισε. Σπεύδουμε λοιπόν να διευκρινίσουμε ότι όσα γράφουμε δεν αφορούν κίνηση που έγινε εναντίον του DP. Τα γράφουμε όμως, διότι μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και εν συνεχεία με τις τελευταίες εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά, η κατάσταση εκτραχύνθηκε και εντός Ελλάδος. Οπότε, η εκτροπή ήταν απλά θέμα χρόνου.
Η τοξικότητα και η διατύπωση οπαδικών απόψεων ξέφυγε από κάθε όριο. Ο κόσμος μας χωρίζεται στα δυο(;), ας μη χάσουμε την ευκαιρία να διχαστούμε κι εμείς στην Ελλάδα! Όπως συχνά πυκνά γράφουμε, δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο, όλα κινούνται σε αποχρώσεις του γκρίζου. Δυστυχώς όμως, μόνο εκπροσώπους του άσπρου και του μαύρου διαπιστώνουμε, κατά μεγάλη πλειοψηφία.
Δική μας θέση ήταν η συζήτηση να διεξάγεται με ελληνοκεντρικούς όρους. Χωρίς να διεκδικούμε αποκλειστικότητα στην εκπροσώπηση αυτής της “τάσης”, συζητούσαμε ακόμα και τις απόψεις που υπεραμύνονταν της ταύτισης με την μια ή την άλλη πλευρά του πολέμου στην Ουκρανία, ως βέλτιστη επιλογή που εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Το ίδιο και στις προσδοκίες που καλλιεργούνται για “την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών”. Τα εισαγωγικά κρίθηκαν σκόπιμα για πολλούς λόγους…
Όταν όμως πληροφορούμαστε ότι τέτοιες “διενέξεις” μπορεί να οδηγηθούν στις αίθουσες των δικαστηρίων, αυτό αποτέλεσε καμπανάκι συναγερμού. Πολλώ δε μάλλον όταν οι “θιγόμενοι” εκπροσωπούν την επικρατούσα -με βάση το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών- “πολιτική ορθότητα”. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, συνοδεύονται από κουβέντες εξόχως προβληματικές: Τόσο επειδή φέρονται να ελέχθησαν σε επαγγελματικούς χώρους και μάλιστα του δημοσίου, όσο κι επειδή συνοδεύθηκαν από τα γνωστά πεζοδρομιακά “ξέρεις ποιος είμαι εγώ και τι άκρες έχω, ακόμα και στους δικαστές”.
Όταν όμως πέραν της απαξιωτικής συμπεριφοράς απέναντι στον… “ιδεολογικό αντίπαλο”, πρακτική που μας αηδιάζει κυριολεκτικά, αυτοί που φέρονται να χρησιμοποίησαν τέτοιες κραυγαλέα αντιδημοκρατικές εκφράσεις τυγχάνουν ευδιάκριτα μέλη μιας άτυπης “κυβερνητικής ελίτ”, η κατάσταση σοβαρεύει. Κάθε καλόπιστος, πραγματικά φιλελεύθερος και δημοκράτης πολίτης θα όφειλε να ανησυχήσει. Πολλά έχουν δει τα μάτια μας για να προσπεράσουμε τέτοιες κουβέντες, λέγοντας απλά ότι προέρχονται από αμετροεπείς και υπερφίαλους, αν και μορφωμένους συμπολίτες μας.
Δεν θα επεκταθούμε, προς το παρόν, για τις πολιτικές απόψεις που έχουν εκφραστεί στο παρελθόν αναφορικά με την ανάγκη “ελέγχου της Δικαιοσύνης” σε μια προσπάθεια “ελέγχου του συστήματος” από μια κυβέρνηση. Όποιος ανακαλεί απλά το πιο πρόσφατο παράδειγμα της εκτροπής του Παύλου Πολάκη, θα τον συμβουλεύαμε να γυρίσει τουλάχιστον τρεις δεκαετίες πίσω, διότι αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Ούτε έχουν ειπωθεί λίγα για τις παρεμβάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης στη Δικαιοσύνη. Ιδίως στη διαδικασία ανάδειξης της ανώτατης ηγεσίας της.
Εάν χρειαστεί θα επανέλθουμε. Επειδή όμως αιτία του σχολίου είναι η δυσφορία που μας προκάλεσαν οι εξελίξεις, με την απόπειρα ποινικοποίησης της διαφωνίας , εάν η κατάσταση κλιμακωθεί, δεν θα σιωπήσουμε. Ειλικρινά αισθανθήκαμε ότι τέτοιες υποθέσεις συνιστούν δυνητική απειλή σε θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα τα οποία εμείς ιεραρχούμε πάνω από οτιδήποτε άλλο, έχοντας καταβάλλει κόστος γι’ αυτό. Και θα αντισταθούμε στην εύκολη λύση να εικάσουμε την ύπαρξη μιας “αόρατης χειρός” που συντονίζει τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, έχοντας κάποιους απώτερους στόχους.
Το μόνο που θα θέλαμε σε αυτή τη φάση, θα ήταν να απευθύνουμε έκκληση στους οξύθυμους και καλοπληρωμένους -συνήθως από τα χρήματα των φορολογούμενων “πατρίκιους” να αναστοχαστούν και να αναθεωρήσουν. Η πρακτική ποινικοποίησης των αντίθετων απόψεων και η δυσανεξία στην αντίθετη άποψη, θα έχει σοβαρές συνέπειες.
Όποιος νομίζει ότι θα τρομοκρατήσει μέσω δικαστικών περιπετειών όσους δεν τον έχουν εξασφαλισμένο τον… “βρέξει-χιονίσει” και αγωνίζονται καθημερινά για τον “άρτον τον επιούσιον”, σφάλει. Στο DP όποιος επιθυμεί να διατυπώσει την τεκμηριωμένη άποψή του, έχει βήμα. Οι φίλοι μας δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε όσους συμφωνούν με τις απόψεις μας και το εννοούμε. Θα υπερασπίσουμε με κάθε τρόπο το δικαίωμα να διατυπώνουν τις απόψεις τους, όπως και αυτό όσων επιθυμούν να ασκήσουν κριτική.
Άλλο αυτό όμως και άλλο κάποιοι που “σταδιοδρομούν” στα κοινωνικά δίκτυα ως προπαγανδιστές και χειροκροτητές πολιτικών που εκπονούνται και εφαρμόζονται από ξένες χώρες, αντί να εργάζονται παραγωγικά. Άλλο να επιχειρηματολογείς στηρίζοντας τις απόψεις σου κι άλλο να προπαγανδίζεις βολικά κυβερνητικά αφηγήματα, λειτουργώντας ως “ιλουμινάτος” που θα… εκπολιτίσει ημιάγριους Έλληνες, απειλώντας όσους αντιδρούν με αγωγές εκατοντάδων χιλιάδων.
Το DP δεν μπορεί για λόγους αρχής να συμβιβαστεί με τέτοια “λογική” κι αν χρειαστεί θα επανέλθει με όλες τις λεπτομέρειες, αναδεινύοντας το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Παράλληλα όμως, θα συνεχίσει να σέβεται τα πρόσωπα που θεωρεί ότι το αξίζουν, ασχέτως της συμφωνίας ή διαφωνίας με τις απόψεις τους. Διότι ο σεβασμός κερδίζεται μέσα από τον χρόνο, την ειλικρίνεια, την ευπρέπεια, τη στάση ζωής ενός εκάστου. Βάλτε λεβέντες στα θηκάρια τα σπαθιά… Κι αν ξέφυγε και καμιά κουβέντα παραπάνω από οποιονδήποτε, βρείτε τη λύση.
