Ακολουθήστε μας

Οικονομία

Γιάννης Μανιάτης: Το μεγάλο ενεργειακό παιχνίδι στην Αν. Μεσόγειο και οι τουρκικές φιλοδοξίες

Δημοσιεύτηκε στις

Το ενεργειακό παιχνίδι στην Αν. Μεσόγειο μπαίνει στην πιο κρίσιμη φάση του

Το ενεργειακό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο μπαίνει στην πιο κρίσιμη φάση του, τους επόμενους μήνες βρισκόμαστε μπροστά στην λήψη κρίσιμων αποφάσεων για το μονοπάτι που θα ακολουθήσει το ισραηλινό αέριο, τα πάντα βρίσκονται στο τραπέζι, ακόμη και το σενάριο για τον αγωγό East Med, εκτιμά ο πρώην υπουργός Ενέργειας Γιάννης Μανιάτης. Μιλά για την ανάγκη η Ελλάδα να παρακολουθεί πολύ στενά τις επόμενες κινήσεις της Άγκυρας, καθώς η μεταφορά του ισραηλινού αερίου αποτελεί γεωπολιτική προτεραιότητα για τον Ερντογάν, για το κόστος του EastMed, καθώς και για το θα σήμαινε για την Ευρώπη, να διέρχεται ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος της τροφοδοσίας της μέσω Τουρκίας. 

Αναφέρεται επίσης στην αμηχανία της Ευρώπης, η πολιτική ηγεσία της οποίας αν ενδιαφέρεται πραγματικά να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, θα πρέπει να πάρει σαφή θέση από που θεωρεί ότι θα πρέπει να διέλθει το φυσικό αέριο της Αν. Μεσογείου.

Συνέντευξη στον Γ. Φιντικάκη

Σε πολιτικό επίπεδο, τι μηνύματα στέλνει η τριμερής Ελλάδας- Κύπρου – Ισραήλ και πόσο σημαντικό είναι ότι διεξήχθη την παραμονή της επίσκεψης Γεραπετρίτη στην Άγκυρα;

Στέλνει το μήνυμα ότι η επιχειρούμενη προσέγγιση της Τουρκίας με το Ισραήλ δεν είναι αρκετή για να ανατρέψει τη στρατηγική συνεργασία που έχει αναπτυχθεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Η σχέση Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου που έχει σφυρηλατηθεί τα τελευταία χρόνια έχει στέρεες βάσεις, στηρίζεται από τις ΗΠΑ και την ΕΕ και μπορεί να αποτελεί ένα λιμάνι ειρήνης και ασφάλειας στην περιοχή. 

Εδώ όμως χρειάζεται πολλή προσοχή. Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί πολύ στενά τις επόμενες κινήσεις της Άγκυρας στην σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει τοποθετηθεί πολλάκις στην σπουδαιότητα της δημιουργίας ενός αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από το Ισραήλ προς την Τουρκία, αμφισβητώντας την χρησιμότητα του αγωγού EastMed. Γεγονός που αποτελεί μια ενεργειακή και γεωπολιτική προτεραιότητα της Τουρκίας και υποθέτω ότι έχει ενεργοποιήσει τα εθνικά μας αντανακλαστικά.

Είμαι βέβαιος ότι όπως ακριβώς η Τουρκία επιχειρεί να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα, το ίδιο κάνουν και οι αρμόδιες ελληνικές αρχές. Και επειδή ακριβώς βρισκόμαστε κοντά στην λήψη πολύ κρίσιμων αποφάσεων για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης, θέλω να πιστεύω ότι η ελληνική πλευρά κινείται με σοβαρότητα, ώστε να πετύχουμε αυτά για τα οποία παλεύουμε τα τελευταία χρόνια. Το γεγονός ότι από το 2013 ο EastMed είναι έργο ευρωπαϊκής ενεργειακής προτεραιότητας και χρηματοδοτείται, θα πρέπει να αποτελεί ισχυρό διαπραγματευτικό μας όπλο.

Στο μείζον θέμα στο οποίο αναφέρεστε, δηλαδή στο μονοπάτι που θα επιλεγεί για την εξαγωγή του ισραηλινού αερίου προς την Δύση, ο Μπ. Νετανιάχου μίλησε χθες για ανάγκη λήψης γρήγορων αποφάσεων, «ακόμη και εντός των επόμενων τριών μηνών». Ερχόμενος στην Λευκωσία, είχε αναδείξει δύο δρόμους, τον EastMed ή μια μονάδα υγροποίησης στην Κύπρο, ωστόσο το κοινό ανακοινωθέν δεν έχει ονομαστική αναφορά στα παραπάνω, παρά μιλά γενικόλογα για «πιθανούς αγωγούς αερίου – υδρογόνου». Που το αποδίδετε;

Το βέλτιστο για το καλό όλων, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, θα ήταν μια σαφής αναφορά του ανακοινωθέντος στον αγωγό EastMed. Κρίσιμο έργο για την ενεργειακή ασφάλεια όλης της Ευρώπης, ενταγμένο στα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα της ΕΕ, που ξεκίνησε το 2011 από την συνεργασία των τότε κυβερνήσεων Ελλάδας – Ισραήλ, και που κυρίως, ειδικά μετά την ενεργειακή κρίση, είναι φθηνότερο απ’ ότι παλαιότερα, εξασφαλίζοντας σταθερή ροή φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά, χωρίς να εξαρτάται από τις απότομες διακυμάνσεις του LNG.

Η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων στην ισραηλινή ΑΟΖ και η προοπτική άρσης των εμποδίων στην εξόρυξη των κοιτασμάτων στην κυπριακή ΑΟΖ δημιουργούν νέα δεδομένα τα οποία ούτε οι Αμερικάνοι ούτε οι Ευρωπαίοι μπορούν να παραβλέψουν τη στιγμή που η Γηραιά Ήπειρος είναι «διψασμένη» για ασφαλή ροή  φυσικού αεριού.

Εκτιμώ λοιπόν ότι η αναφορά σε «πιθανούς αγωγούς αερίου και υδρογόνου» είναι επίτηδες διατυπωμένη γενικολόγα, προκειμένου να μείνει ένα μισάνοιχτο παράθυρο στον EastMed, καθώς εκκρεμούν μια σειρά από εξελίξεις, ενώ ταυτόχρονα επιβεβαιώνει την προοπτική ότι ο αγωγός θα μπορεί να μεταφέρει και υδρογόνο, το ενεργειακό καύσιμο του μέλλοντος.

Και αναφέρομαι καταρχήν στο market test ανάμεσα στις μεγάλες εταιρείες του χώρου των υδρογονανθράκων, το οποίο πρόκειται να διεξάγουν τους επόμενους μήνες, εντός του 2023, οι ΔΕΠΑ και Edison, μέτοχοι του IGI Poseidon, που φιλοδοξεί να αποτελέσει τον «δυτικό βραχίονα» του EastMed. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό το market test θα δείξει ότι η παγκόσμια ενεργειακή αγορά ενδιαφέρεται για το project.

Παλαιότερα πάντως, η ίδια η αγορά είχε θεωρήσει οικονομικά ασύμφορο τον αγωγό EastMed. Εκτιμάτε ότι έχει αλλάξει αυτό;

Κανένας υπεύθυνος φορέας δεν έχει ισχυριστεί ότι ο EastMed είναι οικονομικά ασύμφορος. Έχει αποδειχτεί ότι το έργο είναι τεχνικά εφικτό, ότι υπάρχει επαρκές φυσικό αέριο για να το τροφοδοτήσει και να το καταστήσει οικονομικά βιώσιμο, ενώ το κόστος του, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες από τις ελληνικές αρχές, ανέρχεται σε 6,2 δισ. ευρώ. Επίσης σύμφωνα με μελέτη της Edison που έχει παρουσιαστεί σε διεθνές συνέδριο του Economist, το κόστος του αγωγού είναι απολύτως συγκρίσιμο με εκείνο της μεταφοράς των κοιτασμάτων του Ισραήλ στα τερματικά υγροποίησης της Αιγύπτου.

Επιπλέον, μπορεί να αποτελέσει την μοναδική σοβαρή διόδο τροφοδοσίας της Ευρώπης, με υδρογόνο, που θα παράγεται από ΑΠΕ στην Β. Αφρική. Είναι δηλαδή απολύτως χρηματοδοτήσιμο από τράπεζες. Και επαναλαμβάνω την πεποίθησή μου ότι αυτά θα επιβεβαιωθούν και από το market test. 

Το άλλο μονοπάτι για τις εξαγωγές ισραηλινού αερίου στην Ευρώπη είναι μέσω Τουρκίας, κάτι που αποτελεί μείζον διακύβευμα για τον Ταγίπ Ερντογάν, όπως είπατε και νωρίτερα. Εκτιμάται ότι θα είναι από τα βασικά θέματα που θα θέσει ο Τούρκος πρόεδρος στον Μπ. Νετανιάχου κατά την επίσκεψη του στην Άγκυρα. Είναι πιθανό το Ισραήλ να επιλέξει τελικά την τουρκική διαδρομή;

Τυχόν μεταφορά μέσω Τουρκίας του ισραηλινού φυσικού αερίου θα σήμαινε ότι σχεδόν το σύνολο της Νότιας τροφοδοσίας της Ευρώπης, πλην του LNG, θα διέρχονταν μέσω του εξ ανατολών μας γείτονα. Την Τουρκία, καθ’ οδόν προς την Ευρώπη διασχίζουν ήδη ο TurkStream με ρωσικό αέριο, ο TAP με αέριο από το Αζερμπαϊτζάν και τώρα η χώρα φιλοδοξεί να συμφωνήσει με το Ισραήλ για την διέλευση και των δικών του κοιτασμάτων.

Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η Ευρώπη θα δέχονταν κάτι τέτοιο, και θα συνιστούσε ασφυκτική εξάρτησή της από τη βασική χώρα διέλευσης αερίου, την Τουρκία.

Έπειτα, εδώ υπάρχει και μια ψευδαίσθηση. Παλαιότεροι υπολογισμοί ήθελαν τον αγωγό Ισραήλ – Τουρκίας να κοστίζει 1,5 δισ. ευρώ, άρα να είναι πολύ οικονομικότερος του EastMed. Είναι λάθος αυτή η εκτίμηση. Δεν συμπεριλαμβάνει καθόλου το κόστος από τα νότια παράλια της Τουρκίας μέχρι τα σύνορα με την Ελλάδα ή με την Βουλγαρία, καθώς για να εξαχθεί στις ευρωπαϊκές αγορές, το ισραηλινό αέριο θα πρέπει να διασχίσει κάθετα όλη την χώρα.

Δεδομένου ότι οι τουρκικές υποδομές σε αυτές τις περιοχές είναι κορεσμένες και δεν μπορούν να «σηκώσουν» επιπλέον όγκους, ένα τέτοιο σχέδιο θα απαιτούσε επενδύσεις δισεκατομμυρίων, οι οποίες θα προστίθεντο στο τελικό κόστος του αγωγού και των τιμών φυσικού αερίου που θα κατέληγε στους ευρωπαίους καταναλωτές.

Σε κάθε περίπτωση, το γεωπολιτικό ζήτημα είναι κορυφαίο. Τυχόν απόφαση μεταφοράς του ισραηλινού αερίου προς την Δύση, μέσω της Τουρκίας, αντί για δύο χώρες μέλη της ΕΕ, την Ελλάδα και την Κύπρο, θα προκαλούσε σοβαρό πολιτικό πρόβλημα στο Ισραήλ. 

Σε ένα τέτοιο σενάριο, το Ισραήλ θα παρέδιδε ουσιαστικά το «όπλο» του φυσικού αερίου στα χέρια μιας Άγκυρας, όπου παρά τα βήματα εξομάλυνσης που έχουν γίνει, συνεχίζει να αποτελεί έναν απρόβλεπτο παίκτη, με πολλούς στην χώρα να μην εμπιστεύονται την χώρα και το καθεστώς του Τ. Ερντογάν. Είναι αρκετά συχνά τα δημοσιεύματα στον ισραηλινό Τύπο που επισημαίνουν πόσο λάθος θα ήταν μια τέτοια επιλογή.

Σε αυτήν όμως την μεγάλη συζήτηση, της εξαγωγής των κοιτασμάτων της Αν. Μεσογείου προς την Δύση, με δεδομένο ότι μιλάμε για τεράστιους όγκους φυσικού αερίου που θα έχουν αποδέκτες τους ευρωπαίους καταναλωτές και την κάλυψη των αναγκών τους για πολλές δεκαετίες, δεν θα έπρεπε να εμπλακεί πιο ενεργά η ΕΕ;

Ασφαλώς, αλλά μέχρι τώρα δεν το έχει κάνει. Παρ’ όλα αυτά, το θέμα την αφορά άμεσα. Αν η πολιτική ηγεσία της ΕΕ ενδιαφέρεται πραγματικά να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, θα πρέπει να μας πει κι αυτή από που θεωρεί ότι θα πρέπει να διέλθει το φυσικό αέριο της Αν. Μεσογείου. Πόσο μάλλον, όταν διαθέτει για χρηματοδότηση ευρωπαϊκά κονδύλια. Το σχέδιο EastMed έχει ενταχθεί στα προγράμματα Projects of Common Interests (PCIs), του έχει δηλαδή εγκριθεί χρηματοδότηση.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές εξελίξεις στο ενεργειακό παιχνίδι της Αν. Μεσογείου χωρίς την Τουρκία κε Μανιάτη; Ποια η γνώμη σας;

Η απάντηση είναι σαφής: Το Φόρουμ Φυσικού Αερίου της Αν. Μεσογείου, το EastMed Gas Forum (EMGF), στο οποίο υπάρχει αναφορά και στο χθεσινό ανακοινωθέν, αποτελεί ένα διεθνή οργανισμό, με την συμμετοχή της Αιγύπτου, της Ελλάδας, της Κύπρου, του Ισραήλ, της Ιταλίας, της Ιορδανίας, και της Παλαιστίνης. Συμμετέχουν όλες οι χώρες της περιοχής, πλην της Τουρκίας. Βασική προϋπόθεση για να συμμετάσχει σε αυτό μια χώρα είναι, να αποδεχτεί το Δίκαιο της Θάλασσας και το Διεθνές Δίκαιο.

Η Τουρκία, όπως ξέρετε, δεν το έχει κάνει. Εφόσον λοιπόν πραγματικά ενδιαφέρεται να έχει ειρηνική συνεργασία με τις χώρες της περιοχές και προκειμένου να συμμετάσχει στις ενεργειακές εξελίξεις, ο δρόμος για την Τουρκία είναι ανοικτός. Έως ότου όμως, δεν αποδέχεται το Δίκαιο της Θάλασσας, θα αποκλείει η ίδια τον εαυτό της από τις εξελίξεις, με όσα προβλήματα αυτό συνεπάγεται.

Έτερη επιλογή για την μεταφορά του ισραηλινού αερίου στην Δύση, όπως είχε πει και ο Νετανιάχου ερχόμενος στην Λευκωσία, είναι η δημιουργία μιας μονάδας LNG στην Κύπρο, που θα χρησιμοποιεί ισραηλινό αέριο το οποίο θα φτάνει στο νησί μέσω ενός αγωγού 200 χλμ. Είναι ρεαλιστικό ως project;

Εφόσον συζητείται σε τόσο υψηλό επίπεδο θα πρέπει προφανώς να θεωρηθεί ρεαλιστικό. Σας ενημερώνω ωστόσο, ότι οι ειδικοί θεωρούν ότι είναι τόσο μεγάλες οι ποσότητες που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή, τόσο στην ΑΟΖ του Ισραήλ, και της Κύπρου, όσο και αυτές που αναμένονται τα επόμενα χρόνια και στην Ελλάδα, εφόσον αποφασίσει να κινηθεί με μεγαλύτερη ταχύτητα, ώστε αντέχουν να «σηκώσουν» και τα δύο έργα, τόσο ένα σταθμό υγροποίησης, όσο και τον αγωγό EastMed. 

Σκεφτείτε ότι, σύμφωνα με μελέτη μιας από τις μεγαλύτερες μελετητικές εταιρείες διεθνώς σε θέματα υδρογονανθράκων, της IHS (2021), τα εν δυνάμει κοιτάσματα της ευρύτερης περιοχής του Ισραήλ και της Κύπρου, μαζί με τις αναμενόμενες ανακαλύψεις, ανέρχονται συνολικά στα 1.300 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Και οι εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στο τελευταίο συνέδριο του Economist, δείχνουν ότι η περιοχή της Αν. Μεσογείου μπορεί να παράξει 50 δισ. κυβ. μέτρα το χρόνο, εκ των οποίων τα 25 δισ. κυβ.μέτρα για την κατανάλωση του Ισραήλ και των γειτονικών χωρών με τις οποίες έχει συνάψει συμφωνίες, τα δε, υπόλοιπα για εξαγωγή είτε προς την Αίγυπτο, είτε προς την Ευρώπη μέσω του αγωγού EastMed.

Μήπως όμως οι γενικολόγες αναφορές στο χθεσινό κοινό ανακοινωθέν γύρω από την εξεύρεση του περίφημου μονοπατιού των εξαγωγών των ισραηλινών κοιτασμάτων συνδέονται και με το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν έχει ακόμη αποφασίσει ποιες ποσότητες είναι διατεθειμένο να εξάγει στην Δύση, προκειμένου να μην διακυβευτεί η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας;

Είναι μια συζήτηση που διεξάγεται εδώ και χρόνια ανάμεσα στα διάφορα υπουργεία του Ισραήλ. Κάποια στιγμή θα καταλήξει στην πλέον συμφέρουσα λύση για την χώρα. Ο χρόνος μετράει αντίστροφα. Και οι χθεσινές δηλώσεις του Μ. Νετανιάχου μετά τις συναντήσεις της τριμερούς ότι θα πρέπει να ληφθούν αποφάσεις για το ζήτημα σε τρεις με έξι μήνες, ακόμη και εντός του προσεχούς τριμήνου, δηλαδή εντός του 2023, εντάσσονται σε αυτήν ακριβώς την λογική. Η συζήτηση δεν μπορεί να διεξάγεται αενάως, έχει έρθει η ώρα των αποφάσεων.

Η ενεργειακή κρίση, τα όσα ακολούθησαν με την έκρηξη της ζήτησης για LNG, την κατασκευή τερματικών από την Μεσόγειο έως την Βόρειο Θάλασσα, έχουν οδηγήσει στον επανασχεδιασμό του ενεργειακού χάρτη της Ευρώπης. Και για μια χώρα, ικανή να τροφοδοτήσει την Ευρώπη σε αέριο, όπως το Ισραήλ, που βλέπει τον χώρο αυτό να μονοπωλείται από Νορβηγία, ΗΠΑ και Κατάρ, το ενδιαφέρον επιτάχυνσης της λήψης των όποιων αποφάσεων είναι προφανές.

Σύμφωνα με μια άλλη ερμηνεία, η αναφορά Νετανιάχου θα μπορούσε να συνδέεται και με τα αποτελέσματα που θα έχει το επικείμενο ταξίδι του στην Τουρκία, όπου θα συναντηθεί με τον Ταγίπ Ερντογάν. Κάθε χώρα της περιοχής βρίσκεται σε έντονη κινητικότητα. Κάθε σοβαρός παίκτης – και αυτό θα έπρεπε να κάνουμε κι εμείς- αξιολογεί τα δεδομένα, τα πάντα συζητώνται και συναποφασίζονται από τις κυβερνήσεις όχι με ένα κριτήριο, αλλά με πολλαπλά, ώστε να μεγιστοποιείται το αντίστοιχο εθνικό όφελος.

Εφόσον πάντως οι εξελίξεις οδηγηθούν σε ένα τέτοιο σημείο και το Ισράηλ, επιλέξει να συμφωνήσει να είναι η Τουρκία το μονοπάτι για τις εξαγωγές του φυσικού του αερίου, η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα. Θα καταντήσει να εξαρτάται καθοριστικά πλέον από την γείτονα. 

Σε αντίθεση με τον EastMed, το κοινό ανακοινωθέν κατονομάζει τον EuroAsia Interconnector και την σημασία του για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Εκτιμάτε ότι θα ξεπεράσει τα όποια προβλήματα χρηματοδότησης αντιμετωπίζει και θα φτάσει σε σημείο υλοποίησης;

Ήμουν από τους πρωταγωνιστές το 2011 και το 2013 στην προσπάθεια ένταξης των EastMed και EuroΑsia Interconnector στα χρηματοδοτούμενα προγράμματα της Ευρώπης (PCIs). Θέλω να πιστεύω ότι οι όποιες δυσκολίες και τα χρηματοδοτικά προβλήματα θα επιλυθούν με την συνεργασία της Κυπριακής κυβέρνησης, των ελληνικών εταιρειών που εμπλέκονται, των τραπεζών, καθώς και της ΕΕ, η οποία χρηματοδοτεί τον EuroΑsia με 657εκατ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων της Αν. Μεσογείου και η εμπλοκή τόσων παικτών και χωρών γύρω από αυτήν, δεν είναι και μια έμμεση απάντηση σε όσους θεωρούν ότι το φυσικό αέριο δεν έχει πλέον λόγο στην εποχή της πράσινης μετάβασης; 

Για άλλη μια φορά, η χθεσινή τριμερής συνάντηση κορυφής αναδεικνύει ότι το φυσικό αέριο θα συνεχίσει για πολλές δεκαετίες να αποτελεί το καύσιμο μετάβασης για ολόκληρη την Ευρώπη. Οι ποσότητες αντί να μειωθούν, τελικώς θα αυξηθούν.

Σας αναφέρω μόνο μερικά νούμερα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Ενέργειας, ο πλανήτης που σήμερα καταναλώνει 4.000 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, το 2030 θα φτάσει να καταναλώνει 4.500 δισ. κυβ. μέτρα, όγκοι που θα παραμείνουν σταθεροί έως και το 2050. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Environment Programme – UNEP), ο πλανήτης το 2040 θα χρειάζεται 5.200 δισ. κυβ. έναντι των σημερινών 4.000 δισ.κυβ., δηλαδή 30% περισσότερα.

Εξάλλου, θυμίζω ότι πριν μια εβδομάδα ο πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Ρίσι Σούνακ ανακοίνωσε ότι θα παραχωρηθούν 100 νέες άδειες για έρευνες υδρογονανθράκων στην Β. Θάλασσα. Επίσης, η κυβέρνηση της Νορβηγίας έχει εξαγγείλει ότι θα δώσει πάνω από 90 νέες άδειες σε θαλάσσιες περιοχές της Β. Θάλασσας, ενώ το ίδιο κάνει και ο πρόεδρος Μπάιντεν στις ΗΠΑ.

Όταν επομένως υπάρχει αυτή η τάση παγκοσμίως και μάλιστα σε χώρες με ισχυρή «πράσινη» ενεργειακή στρατηγική, είναι προφανές ότι θα πρέπει, επιτέλους κι εμείς να αντιμετωπίσουμε τα ελληνικά κοιτάσματα, (εκτιμώμενου ύψους 250 δισ. ευρώ από την Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων), ως μια πολύ σοβαρή γεωπολιτική, αλλά και οικονομική πηγή τροφοδοσίας της χώρας. Ικανή να χρηματοδοτήσει το ασφαλιστικό μας σύστημα, σύμφωνα με το νόμο του 2013, για τη δημιουργία «Λογαριασμού Κοινωνικής Αλληλεγγύης Γενεών».

Πηγή: liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομία

Η Ινδία στρέφεται σε Κατάρ και Κόλπο για την ενεργειακή της μετάβαση – Στόχος κεφάλαια για διυλιστήρια και ασφάλεια εφοδιασμού

Το Νέο Δελχί αναζητά συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων του Κόλπου σε ενεργειακές υποδομές – Στο επίκεντρο το Κατάρ, η Saudi Arabia και τα ΗΑΕ

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Η Ινδία επιταχύνει την προσπάθειά της να προσελκύσει κεφάλαια από το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου για τη χρηματοδότηση της μεγάλης αναβάθμισης του ενεργειακού της τομέα, με βασικό στόχο την επέκταση της διυλιστικής ικανότητας και τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η Gulf Times, οι ινδικές αρχές επιδιώκουν μεγαλύτερη συμμετοχή κρατικών επενδυτικών ταμείων της Μέσης Ανατολής σε έργα του downstream τομέα, δηλαδή σε διύλιση, επεξεργασία και υποδομές που βρίσκονται στο τελικό στάδιο της ενεργειακής αλυσίδας.

Η κίνηση εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Νέου Δελχί να αυξήσει τη συνολική εθνική διυλιστική ικανότητα από περίπου 5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε περισσότερα από 6,2 εκατομμύρια βαρέλια, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καυσίμων.

Ενδιαφέρον από Σαουδική Αραβία και ΗΑΕ

Ο Ινδός υπουργός Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου Hardeep Singh Puri είχε δηλώσει ήδη τον προηγούμενο μήνα ότι μεγάλοι ενεργειακοί παραγωγοί της περιοχής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, έχουν εκφράσει ισχυρό ενδιαφέρον για επενδύσεις στον ινδικό τομέα διύλισης.

Η σημασία αυτών των κεφαλαίων είναι διπλή.

Από τη μία πλευρά, η Ινδία αποκτά πρόσβαση σε μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για έργα πολύ μεγάλης κλίμακας.

Από την άλλη, οι χώρες του Κόλπου αποκτούν άμεση συμμετοχή σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ενέργειας στον κόσμο.

Το Κατάρ μπαίνει βαθύτερα στην εξίσωση

Παράλληλα με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ, το Νέο Δελχί διευρύνει την οικονομική και ενεργειακή προσέγγισή του με το Κατάρ.

Τον Απρίλιο του 2026, κατά τη διάρκεια διήμερης επίσκεψής του στη Ντόχα, ο Hardeep Singh Puri συναντήθηκε με τον υπουργό Επικρατείας για Ενεργειακές Υποθέσεις και διευθύνοντα σύμβουλο της QatarEnergy, Saad Sherida al-Kaabi.

Οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στις στρατηγικές ενεργειακές σχέσεις, στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην ασφάλεια των θαλάσσιων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη σταθερότητα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και στη διατήρηση της απρόσκοπτης θαλάσσιας εμπορικής δραστηριότητας σε περιόδους περιφερειακών κρίσεων.

Από τις αγορές LNG στις κοινές επενδύσεις

Η σχέση Ινδίας–Κατάρ στηριζόταν παραδοσιακά στις μακροχρόνιες συμφωνίες για προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου.

Αυτή η σχέση, όμως, φαίνεται ότι διευρύνεται.

Ο διμερής διάλογος μετατοπίζεται σταδιακά από μια απλή σχέση αγοραστή–προμηθευτή προς ένα μοντέλο αμοιβαίας συμμετοχής σε ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της Petronet LNG με την QatarEnergy για προμήθεια 7,5 εκατομμυρίων τόνων LNG ετησίως, στο πλαίσιο μακροχρόνιας συνεργασίας που παραμένει βασικός πυλώνας των ενεργειακών σχέσεων των δύο χωρών.

Το Νέο Δελχί επιδιώκει πλέον το επόμενο βήμα: όχι μόνο να αγοράζει καταριανό αέριο, αλλά να προσελκύσει καταριανά κεφάλαια σε ινδικά διυλιστήρια, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές.

Ο ρόλος της Qatar Investment Authority

Η παρουσία του Κατάρ στην ινδική ενεργειακή αγορά δεν ξεκινά τώρα.

Η Qatar Investment Authority (QIA) έχει ήδη πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε ινδικές εταιρείες ενέργειας και κοινής ωφέλειας.

Τον Φεβρουάριο του 2020 απέκτησε ποσοστό 25,1% στην Adani Electricity Mumbai Limited έναντι περίπου 450 εκατ. δολαρίων.

Τον Αύγουστο του 2023 προχώρησε σε νέα επένδυση, αποκτώντας 2,68% της Adani Green Energy Limited έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων.

Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι το καταριανό κρατικό επενδυτικό ταμείο έχει ήδη αποκτήσει επιχειρησιακή παρουσία σε κρίσιμα τμήματα της ινδικής ενεργειακής αγοράς.

Τον Απρίλιο του 2026, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Κατάρ και πρόεδρος της QIA, Sheikh Bandar bin Mohammed bin Saoud al-Thani, είχε συνάντηση με τον εκτελεστικό διευθυντή της Adani Green Energy, Sagar Adani, με αντικείμενο τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές και τις επενδυτικές προοπτικές.

Θεσμική θωράκιση των επενδύσεων

Ινδία και Κατάρ έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς που διευκολύνουν πιο οργανωμένες επενδυτικές ροές.

Η Joint Task Force on Investment έχει συσταθεί για να εξετάζει επενδυτικές ευκαιρίες σε υποδομές, τεχνολογία και ενέργεια.

Η πρώτη συνεδρίαση της κοινής ομάδας πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί τον Ιούνιο του 2024.

Παράλληλα, οι δύο χώρες διαθέτουν εδώ και χρόνια φορολογικό πλαίσιο μέσω της συμφωνίας αποφυγής διπλής φορολογίας, στοιχείο που μειώνει τα εμπόδια για διασυνοριακές επενδύσεις.

Εμπόριο άνω των 13 δισ. δολαρίων

Η οικονομική σχέση είναι ήδη σημαντική.

Το διμερές εμπόριο είχε φτάσει περίπου τα 13,46 δισ. δολάρια το 2023, με την Ινδία να αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Κατάρ.

Οι καταριανές εξαγωγές προς την Ινδία περιλαμβάνουν κυρίως LNG, LPG, χημικά, πετροχημικά, πλαστικά και αλουμίνιο.

Αντίστοιχα, η Ινδία εξάγει προς το Κατάρ δημητριακά, προϊόντα χαλκού, σίδηρο και χάλυβα, λαχανικά, μπαχαρικά, ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, δομικά υλικά και κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.

Γιατί η Ινδία χρειάζεται τον Κόλπο

Το πραγματικό βάθος της στρατηγικής φαίνεται από τις προβλέψεις για τη μελλοντική ενεργειακή ζήτηση της Ινδίας.

Η χώρα αναμένεται να ευθύνεται για περίπου το 25% της αύξησης της παγκόσμιας ενεργειακής ζήτησης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.

Αυτό σημαίνει ότι το Νέο Δελχί δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε παραδοσιακές εμπορικές σχέσεις εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Χρειάζεται κεφάλαια, υποδομές, πρόσβαση σε παραγωγούς και μακροχρόνιες στρατηγικές συμμαχίες.

Οι χώρες του Κόλπου διαθέτουν ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: τεράστια επενδυτικά αποθέματα, ενεργειακή ισχύ και μακρά εμπειρία στην πετρελαϊκή και αεριοπαραγωγική αλυσίδα.

Μια νέα ενεργειακή γεωοικονομία

Η κίνηση της Ινδίας δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τα συμβατικά καύσιμα.

Αντιθέτως, για μια οικονομία του μεγέθους και της ταχύτητας ανάπτυξης της Ινδίας, η μετάβαση απαιτεί ταυτόχρονα περισσότερη διύλιση, περισσότερες υποδομές, σταθερές προμήθειες LNG και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των επενδυτικών πηγών.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Κατάρ και ο ευρύτερος Κόλπος μετατρέπονται όχι μόνο σε προμηθευτές ενέργειας, αλλά και σε μετόχους της ίδιας της ενεργειακής ανάπτυξης της Ινδίας.

Και αυτό δημιουργεί μια βαθύτερη στρατηγική αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο Νέο Δελχί και τις μοναρχίες του Κόλπου, με επιπτώσεις που ξεπερνούν την ενέργεια και αγγίζουν πλέον την οικονομία, τη ναυσιπλοΐα και τη γεωπολιτική της ευρύτερης περιοχής.

Συνέχεια ανάγνωσης

Οικονομία

Ινδικός κολοσσός επενδύει 18 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ – Ο Τραμπ ανακοίνωσε το μεγαλύτερο χαλυβουργείο στην αμερικανική ιστορία

Μία από τις μεγαλύτερες ινδικές βιομηχανικές επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, παρουσιάζοντας σχέδιο του ομίλου Essar για επενδύσεις συνολικού ύψους 18 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο την κατασκευή γιγαντιαίου χαλυβουργείου στην Αϊόβα.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Το νέο εργοστάσιο, προϋπολογισμού περίπου 15 δισ. δολαρίων, θα αναπτυχθεί από την Mesabi Metallics, αμερικανική θυγατρική του ινδικού ομίλου Essar, και σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο φιλοδοξεί να αποτελέσει το μεγαλύτερο συγκρότημα παραγωγής χάλυβα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η ανακοίνωση έγινε στον Λευκό Οίκο, παρουσία στελεχών της οικογένειας Ruia, που ελέγχει τον όμιλο Essar.

Ο Τραμπ χαρακτήρισε το έργο «το μεγαλύτερο εργοστάσιο χάλυβα στην αμερικανική ιστορία», υποστηρίζοντας ότι θα αποτελέσει ακόμη ένα δείγμα επιστροφής της βαριάς βιομηχανίας στις ΗΠΑ.

Παραγωγή έως 10 εκατ. τόνους χάλυβα τον χρόνο

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει το 2030.

Το συγκρότημα προβλέπεται αρχικά να παράγει περίπου 7,5 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ετησίως, με τελικό στόχο δυναμικότητας που θα φθάνει τα 10 εκατομμύρια τόνους τον χρόνο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το σχέδιο βασίζεται στη δημιουργία μιας σχεδόν πλήρως καθετοποιημένης αμερικανικής αλυσίδας παραγωγής.

Το σιδηρομετάλλευμα θα προέρχεται από τις εγκαταστάσεις της Mesabi Metallics στη Μινεσότα και θα μεταφέρεται στην Αϊόβα για την παραγωγή χάλυβα, ενισχύοντας τη σύνδεση εξόρυξης, επεξεργασίας και τελικής βιομηχανικής παραγωγής εντός των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Mesabi έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 2,5 δισ. δολάρια στις δραστηριότητές της στη Μινεσότα.

Χιλιάδες θέσεις εργασίας

Το έργο αναμένεται να δημιουργήσει τουλάχιστον 1.750 μόνιμες θέσεις εργασίας, ενώ κατά τη διάρκεια της κατασκευής υπολογίζεται ότι θα υποστηριχθούν έως και 6.000 θέσεις εργασίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν κατά την ανακοίνωση, η συνολική οικονομική επίδραση του έργου μπορεί να φτάσει περίπου τα 95 δισ. δολάρια κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας του.

Τραμπ: Οι δασμοί φέρνουν τα εργοστάσια πίσω στις ΗΠΑ

Ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε άμεσα την επένδυση με την εμπορική πολιτική της κυβέρνησής του και ειδικότερα με τους υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα.

Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τις επενδύσεις αυτές ως απόδειξη ότι οι εμπορικοί φραγμοί ωθούν ξένες εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγική δραστηριότητα στο αμερικανικό έδαφος.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η αμερικανική χαλυβουργία «επιστρέφει δυναμικά», αποδίδοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης στην πολιτική προστασίας της εγχώριας παραγωγής.

Η ανακοίνωση πραγματοποιείται παράλληλα με ευρύτερες αμερικανικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας υπερπαραγωγής χάλυβα, με την Ουάσιγκτον να πιέζει και άλλες χώρες να υιοθετήσουν αυστηρότερα εμπορικά μέτρα απέναντι σε παραγωγούς με μεγάλη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

Κρίσιμος ο χάλυβας για άμυνα και βιομηχανία

Η επένδυση έχει ευρύτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο χάλυβας αποτελεί βασικό υλικό για μια σειρά κρίσιμων τομέων της αμερικανικής οικονομίας και εθνικής ασφάλειας.

Η παραγωγή του νέου εργοστασίου προορίζεται μεταξύ άλλων να καλύψει ανάγκες:

  • της αμυντικής βιομηχανίας,
  • της ναυπηγικής,
  • της αυτοκινητοβιομηχανίας,
  • του ενεργειακού τομέα,
  • των κατασκευών και μεγάλων υποδομών,
  • καθώς και της βιομηχανίας μηχανημάτων και οικιακού εξοπλισμού.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Mesabi Metallics, Joe Broking, χαρακτήρισε το σχέδιο σημαντικό βήμα για τον αμερικανικής παραγωγής χάλυβα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη εγχώριας τροφοδοσίας στρατηγικών βιομηχανιών.

Η Essar και η διεθνής επέκταση

Ο όμιλος Essar ιδρύθηκε στην Ινδία το 1969 από τους αδελφούς Shashi και Ravi Ruia και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικούς βιομηχανικούς ομίλους της χώρας, με δραστηριότητες στους τομείς της ενέργειας, των μετάλλων, των εξορύξεων, της τεχνολογίας και των υποδομών.

Ο όμιλος έχει αναπτύξει μεγάλα βιομηχανικά περιουσιακά στοιχεία στην Ινδία, ενώ έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις και εκτός χώρας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Mesabi Metallics έχει παρουσία στη Μινεσότα από το 2007 και ελέγχει σημαντικά αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος.

Το σχέδιο των 18 δισ. δολαρίων σηματοδοτεί πλέον μία σαφή αναβάθμιση της παρουσίας του ινδικού ομίλου στις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα εντάσσεται και στη γενικότερη αμερικανική προσπάθεια επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων στο εσωτερικό της χώρας.

Και πολιτική διάσταση ενόψει ενδιάμεσων εκλογών

Η επιλογή της Αϊόβα έχει και πολιτική βαρύτητα, καθώς η ανακοίνωση έρχεται λίγες εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Στην παρουσίαση συμμετείχαν στελέχη των Ρεπουμπλικανών από την Αϊόβα, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι σχεδιάζει να πραγματοποιήσει προεκλογική συγκέντρωση στην Πολιτεία.

Το Reuters σημειώνει ότι η κυβέρνηση προβάλλει το έργο ως σημαντική επιτυχία της βιομηχανικής της πολιτικής, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία και η εγχώρια παραγωγή βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Το μέγεθος πάντως της σχεδιαζόμενης επένδυσης υπερβαίνει την άμεση πολιτική συγκυρία: εφόσον το έργο υλοποιηθεί στον προβλεπόμενο χρόνο και στην ανακοινωθείσα κλίμακα, η Essar και η Mesabi Metallics θα αποκτήσουν κομβικό ρόλο στην αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα χάλυβα, από την εξόρυξη του μεταλλεύματος μέχρι την τελική παραγωγή.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

CPEC 2.0 and Pakistan’s Digital Dependency on China

The second phase of the China-Pakistan Economic Corridor is no longer just an infrastructure story. As Chinese technology becomes embedded in Pakistan’s telecom, AI, surveillance and cloud ecosystems, CPEC 2.0 is emerging as a test case for a wider geopolitical question: can a state modernise digitally without surrendering strategic control over its data and technological architecture?

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

The China-Pakistan Economic Corridor entered a new stage in 2025. Known as CPEC 2.0, the second phase represents a significant departure from the original model, which was dominated by roads, energy projects, ports and other large-scale physical infrastructure.

The new agenda places greater emphasis on industrial development, agriculture and digital integration. Of these three pillars, the digital component may prove the most strategically consequential.

Pakistan’s planned transformation now extends into artificial intelligence, cloud services, data centres, 5G connectivity, smart-energy systems, agricultural technologies and urban surveillance networks. This evolution offers Islamabad access to technologies that would otherwise require major domestic investment and years of development.

But it also raises a more difficult question: who will ultimately control the technological architecture on which Pakistan’s digital economy depends?

China’s wider Digital Silk Road strategy has long focused not only on exporting hardware but also on expanding Chinese technological standards, platforms and infrastructure abroad. Under this model, physical connectivity — fibre-optic cables, satellite links, servers, data centres and telecom equipment — becomes inseparable from questions of data governance, software ecosystems and long-term strategic influence.

For Pakistan, this creates both opportunity and risk.

Chinese technology companies, particularly Huawei, have become increasingly involved in Pakistan’s telecommunications, cloud-computing, smart-city and artificial-intelligence sectors. Training programmes have also been established for Pakistani students and young professionals in areas such as AI, cybersecurity and cloud technology.

On the surface, such initiatives strengthen Pakistan’s human capital and accelerate digital readiness. Yet critics argue that they can also create a form of technological lock-in.

If engineers, government agencies and private companies are trained primarily on proprietary Chinese systems, future switching costs rise considerably. Once a country’s databases, cloud infrastructure, telecom equipment and cybersecurity architecture are built around one technological ecosystem, diversification becomes both expensive and operationally difficult.

The result could be a progressively deeper dependence on Chinese platforms, expertise and technical standards.

The question of digital sovereignty

This dependence becomes especially sensitive when technology moves from the commercial sector into critical national infrastructure.

As Pakistan develops national databases, cybersecurity systems and digital-governance platforms in close cooperation with Chinese institutions and companies, it may also be adopting, implicitly or explicitly, Chinese technical norms and data-management standards.

That matters because technological sovereignty is not simply about owning computers, servers or fibre-optic cables. It is also about maintaining control over software, code, access permissions, encryption standards, data storage and the ability to replace one supplier with another.

A country that cannot easily alter its technological architecture without external assistance may possess digital infrastructure without enjoying full digital autonomy.

This is where the debate over what some analysts describe as “digital colonialism” begins.

The term is controversial, but it captures a real strategic concern: that dependency on a foreign technology provider can eventually influence policy choices, procurement decisions, data access and national security.

In Pakistan’s case, the concern is amplified by the scale of Chinese involvement.

Western pressure could expose Pakistan’s vulnerabilities

Heavy integration into Chinese technology supply chains could also complicate Pakistan’s relationship with Western markets.

The United States and several allied governments have tightened restrictions on Chinese technology companies over concerns related to cybersecurity, data protection and national security.

If further sanctions or export controls are imposed on components, software or services linked to Chinese digital platforms, Pakistani companies deeply integrated into those ecosystems could face indirect consequences.

This could affect everything from software compatibility and equipment upgrades to access to international cloud platforms, financial systems and Western technology partnerships.

The deeper Pakistan becomes embedded in one technological sphere, the greater the potential cost of geopolitical fragmentation between China and the West.

Surveillance and the legal vacuum

The most sensitive dimension of Pakistan’s digital transformation concerns surveillance.

Pakistan still lacks a fully developed and comprehensive framework for personal-data protection. At the same time, large-scale surveillance systems are expanding through projects such as Safe City, which combine cameras, monitoring systems, databases and digital policing technologies.

Human-rights organisations have warned that sophisticated surveillance tools operating without strong institutional safeguards can facilitate privacy violations, censorship and political monitoring.

This concern is particularly serious because Pakistan has already faced international criticism regarding internet restrictions, censorship and state surveillance.

The country’s evolving digital-control architecture has at times been described as a “Great Digital Firewall of Pakistan”, reflecting the increasing technological capacity to filter communications, monitor users and restrict online activity.

Research by Amnesty International has also highlighted the international nature of Pakistan’s surveillance ecosystem, which includes technology originating not only from China but also from companies based in Europe, the United Arab Emirates and North America.

Therefore, the problem cannot be reduced simply to Chinese involvement.

However, China remains central to the wider debate because of the scale and strategic depth of its technological partnership with Islamabad.

Modernisation without ownership

Pakistan faces a genuine structural problem.

Its limited fiscal capacity, recurring economic crises and shortage of domestic capital make it extremely difficult to finance next-generation infrastructure independently.

CPEC 2.0 therefore offers something highly attractive: rapid access to digital systems, capital, expertise and technology.

But speed can carry strategic costs.

Importing ready-made digital infrastructure is easier than building a domestic technological base. Yet over time, excessive dependence on imported systems can weaken incentives to develop indigenous alternatives.

If Pakistan’s most important AI platforms, data centres, telecom systems, cybersecurity architecture and surveillance technologies remain dependent on foreign vendors, the country may modernise without becoming technologically independent.

In that scenario, Pakistan would possess advanced infrastructure but remain dependent on external suppliers for upgrades, maintenance, security patches, technical standards and specialised expertise.

From physical infrastructure to data dependence

The first phase of CPEC was largely about physical assets: highways, energy plants, logistics corridors and connectivity.

CPEC 2.0 introduces something much more intangible — and potentially more consequential.

Data itself becomes a strategic resource.

Historically, colonial powers extracted raw materials and economic resources from territories under their control. Critics of modern technological dependency argue that data, algorithms and digital infrastructure can now create comparable asymmetries of power.

Pakistan is not a colony of China, and describing the relationship literally in colonial terms would oversimplify a complex strategic partnership.

Yet the analogy highlights an important concern.

If one side provides subsidised or preferential access to digital infrastructure while also supplying the software, technical standards, hardware and institutional architecture governing that infrastructure, dependence can become structural rather than temporary.

The key question is therefore not whether Pakistan should cooperate with China.

It is whether Pakistan can cooperate while preserving the ability to control, modify and ultimately replace the systems it adopts.

Pakistan needs safeguards

To protect its long-term strategic autonomy, Islamabad would need to accompany Chinese investment with stronger domestic safeguards.

That would include strict data-localisation rules, robust personal-data legislation, domestic access to source code where national-security systems are concerned, diversified suppliers and serious investment in indigenous research and development.

Pakistan would also need to avoid building critical infrastructure around a single technological ecosystem.

The objective should be interoperability rather than dependence.

CPEC 2.0 could undoubtedly accelerate Pakistan’s digital transformation. But technological progress should not be measured solely by how quickly infrastructure is deployed.

The more important question is who controls the system once it is built.

If Pakistan’s data, AI infrastructure and surveillance networks become inseparable from Chinese technological architecture, the country may find that the short-term benefits of rapid modernisation come with a long-term strategic price.

That would not necessarily amount to colonialism in the traditional sense.

But it could create something increasingly important in the 21st century: technological path dependence powerful enough to constrain national sovereignty.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

school of gray fish school of gray fish
GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Θεσσαλονίκη: Αλιείς «έσπασαν» την απεργία και αγόρασαν ψάρια από τουρκικό φορτηγό

Ένταση προκαλεί στη Θεσσαλονίκη υπόθεση αγοραπωλησίας αλιευμάτων εκτός ιχθυόσκαλας, την ώρα που ο κλάδος βρίσκεται σε κινητοποιήσεις. Βίντεο που παρουσίασε...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Σμαραγδής: «Στην Ελλάδα είναι επικίνδυνο να είσαι Έλληνας» – Ο Κολοκοτρώνης, η εθνική ταυτότητα και η απάντηση στους επικριτές

Ο σκηνοθέτης μίλησε στην Όλγα Λαθύρη στον Star Κεντρικής Ελλάδας για τη νέα ταινία με επίκεντρο τον Γέρο του Μωριά,...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Κάλλιο να πείσεις την Ουάσιγκτον να δεχθεί τα Εθνικά Χωρικά Ύδατα σου στα 12 ν.μ. στο Αιγαίο, παρά να κινδυνεύουν τα κυριαρχικά δικαιώματά σου από την Άγκυρα…

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΥΛΟΥ, Hellas Journal – Όσλο Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα στον απόηχο του θορύβου...

Διεθνή4 ώρες πριν

Ένοπλος Αζέρος πέρασε στην Αρμενία και πυροβόλησε μητέρα μπροστά στα παιδιά της! Σε πόλη αδελφοποιημένη με τη Νέα Σμύρνη το περιστατικό

Απαγγέλθηκαν συνολικά πέντε κατηγορίες, μεταξύ των οποίων παράνομη διέλευση των κρατικών συνόρων της Αρμενίας, λαθρεμπόριο στρατιωτικού υλικού, πυροβόλων όπλων και...

Πολιτική7 ώρες πριν

Μονή Σινά: Στο Ευρωκοινοβούλιο το ζήτημα – Ο διπλωματικός αγώνας

Υστερα από την επίσκεψη του ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στο Σινά και στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου.

Δημοφιλή