Αναλύσεις
Η επεκτατική βουλιμία της Τουρκίας για το Αιγαίο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ
Το 1991 ήταν χρονιά γεωπολιτικής καμπής για τη Δύση. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ επηρέασε τους μέχρι τότε συσχετισμούς δυνάμεων και διαμόρφωσε πεδίο γεωπολιτικών ανακατατάξεων αποκαλύπτοντας παράλληλα τις αδυναμίες της πρώτης μετά τη διάλυση της δεύτερης.
Τις αδυναμίες της Δύσης, δηλαδή, που ήταν κραταιά (έτσι φαινόταν, τουλάχιστον) στα χρόνια του ”Ψυχρού Πολέμου” (1947-’91) και αποδυναμώθηκε αίφνης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε επίπεδο ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες κρατούσαν την αίγλη της νίκης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αίγλη-πουκάμισο αδειανό, όπως αποδείχθηκε, αφού κρατούσαν τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική υπεραξία τους χάρη στις ΗΠΑ στο άρμα των οποίων ήταν δεμένες μεταπολεμικά υπό τον φόβο του σκιάχτρου του κομμουνισμού, τον οποίο διαδέχθηκε στη συνέχεια έτερος φόβος για τη διάδοχή του κατάσταση, την Ρωσία, την οποία άφησε πίσω της η ηττημένη κομμουνιστική ιδεολογία.
Ήταν ο φόβος του νικητή για το τι μπορεί να του κάνει ο ηττημένος. Ωστόσο, όπως έδειξε η συνέχεια, ο φόβος της Ευρώπης για τη Ρωσία αντιμετωπίστηκε… ισορροπιστικά λόγω εξάρτησής της από την ρωσική ενέργεια..
Έτσι ακολούθησε τον κανόνα της ελληνικής θυμοσοφίας: ”Χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις, φίλησέ το” (σ.σ: εναλλακτική πολέμου με τη Ρωσία δεν υπήρχε για την Ε.Ε), όσο και αν αυτό δυσαρεστούσε τις ΗΠΑ.
Η πίεση των Αμερικανών στην Ευρώπη να σπάσει την ισορροπία που κρατούσε με τη Ρωσία απέβη διαχρονικά άκαρπη, καθώς οι ελίτ των Ευρωπαίων αστών δεν ήταν διατεθειμένες να ξεπαγιάσουν για τα μάτια των Αμερικανών.
Κι αυτό αποδείκνυε πανηγυρικά, σε ευρύτερη κλίμακα, ότι μια-μια οι ευρωπαϊκές χώρες και όλες μαζί σαν Ε.Ε. ήταν — πέρα από αποδυναμωμένες στρατιωτικά και ανυπόληπτες πολιτικά — εξαρτημένες οικονομικά από τη Ρωσία, (σε επίπεδο βιομηχανίας και οικιακής οικονομίας) λόγω ρωσικού αερίου και πετρελαίου.
Έτσι, μέχρι τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (24/2/’22)– η οποία άλλαξε πολλά δεδομένα σε γεωπολιτικό και διακρατικό επίπεδο — έδινε κι έπαιρνε η σκιαμαχία Δύσης-Ρωσίας, έστω και χωρίς να υπάρχει το σκιάχτρο του κομμουνισμού, που είχε πεθάνει τον Δεκέμβριο του 1991.
Και το ”έδινε κι έπαιρνε” έφτασε να προσδίδει υπερφυσικές ιδιότητες (χωρίς να αποκλείονται… και αυτές) στον εκπρόσωπο της διάδοχης κατάστασης του ηττημένου κομμουνισμού, τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αφού τον παρουσίαζε να ασκεί επηρεασμό πολυεπίπεδο στη Δύση σε βαθμό που να επηρεάζει ακόμα και την εκλογή Προέδρου στις ΗΠΑ.
Από τα προεόρτια εντωμεταξύ της διάλυσης της ΕΣΣΔ και εντεύθεν, το ”αρπακτικό-Τουρκία”– εκμεταλλευόμενη τον προσανατολισμό της Αμερικής στον Παναμά (βλ. αμερικανική εισβολή με σκοπό τη διασφάλιση των αμερικανικών συμφερόντων στη διώρυγα του Παναμά, 1989) και τον εκστασιασμό της Ευρώπης από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου — άρχισε να εκδηλώνει επεκτατική βουλιμία προς δυσμάς, για να βολιδοσκοπήσει τις ελληνικές αντιδράσεις στο Αιγαίο.
Η εκδήλωση άρχισε με την χρήση της ελληνικής βραχονησίδας Ζουράφα (ανατολικά της Σαμοθράκης) για βολές στο πλαίσιο ναυτικής άσκησης. Ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν αντέδρασε, για να αποφύγει (υποτίθεται) την ένταση που επεδίωκε η Τουρκία με την πρόκλησή της (Εξωτερική πολιτική… οδηγός της ”κατευναστικής” του Σημίτη το ’96).
Όμως δυο χρόνια αργότερα (Ιούνιος 1991) ο παμπόνηρος γείτονας — επωφελούμενος απ’ το γεγονός ότι η Ευρώπη είχε στρέψει την προσοχή της στις περιφερειακές πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις πέραν του ΝΑΤΟ*, ενώ στις ΗΠΑ ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπους ετοιμαζόταν να επισκεφθεί Αθήνα και Άγκυρα — εκδήλωσε πρόκληση κατά της Ελλάδας.
Και την εκδήλωσε δια του τότε αρχηγού του τουρκικού στόλου Ναυάρχου Ιρφάν Τινάζ, ο οποίος είχε ισχυριστεί δημοσίως ότι ”οι βραχονησίδες του Αιγαίου δεν είναι ελληνικό έδαφος”, χωρίς να υπάρξει ελληνική αντίδραση.
Σήμα κινδύνου που θα έπρεπε να είχε προσεχθεί, γιατί πέντε χρόνια αργότερα φτάσαμε στα Ίμια (1996) — όπου η Τουρκία δημιούργησε τετελεσμένα στα οποία ”απαντήσαμε λανθασμένα με στρατιωτικοποίηση της κρίσης δια της αποστολής αγήματος στα Ίμια”, ενώ θα μπορούσαμε να δράσουμε αλλιώς:
”Να στείλουμε λιμενικούς να κατεβάσουν την τουρκική σημαία ή — εφόσον αποφασίσαμε να στείλουμε στρατό — να το κάναμε σε αμφότερες τις βραχονησίδες” (βλ. κριτική Σταύρου Λυγερού), ώστε να μην προκαλέσουμε την παρέμβαση των Αμερικανών και να νιώθουμε υποχρεωμένοι να τους ευχαριστήσουμε (Σημίτης, Βουλή, 1/2/’96) δεδομένης της απώλειας τμήματος ελληνικής κυριαρχίας (για πρώτη φορά μετά τον Β’ ΠΠ), την οποία δεν ακύρωσαν υπέρ μας οι ΗΠΑ ενώ μπορούσαν να το κάνουν.
Με δεδομένα αυτά, η Άγκυρα πήρε αέρα και άρχισε να μιλά από το 2016 για ”γκρίζες ζώνες” στο Αιγαίο και 152 ελληνικά νησιά διεκδικούμενα από την ίδια και ενταγμένα σε λίστα με κωδικό όνομα EGAYDAAK, ώσπου κάποια στιγμή (λίγα χρόνια μετά) μας ανάγκασε να ζητήσουμε πρώτοι την από κοινού προσφυγή μας στη Χάγη για λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών (οι οποίες από την πλευρά μας περιορίζονται στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ με την Τουρκία).
Με άλλα λόγια ο συμβιβασμός της ήττας στα Ίμια άνοιξε το δρόμο στην επεκτατική τουρκική θεωρία των ”γκρίζων ζωνών” και τη διεκδίκηση 152 νησιών και βραχονησίδων μας στο Αιγαίο συμπεριλαμβανομένων και των Δωδεκανήσων.
Κι αυτό μολονότι με το ιταλοτουρκικό Πρωτόκολλο του 1932 (συνέπεια της συνθήκης της Λωζάνης του ’23) — για τον διακανονισμό των συνόρων στα Δωδεκάνησα — η Τουρκία παραιτήθηκε του δικαιώματος υπέρ της Ιταλίας από το σύνολο των νήσων και νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων που βρίσκονταν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο υπό ιταλική κατοχή (συμπεριλαμβανομένων του Καστελόριζου και των βραχονησίδων Ιμίων). Το καταγράφουν μάλιστα και επίσημοι τουρκικοί χάρτες εκείνης της εποχής.
Γινόταν συγκεκριμένα ρητή αναφορά ότι το θαλάσσιο σύνορο ανάμεσα σε Ελλάδα-Τουρκία περνάει ανάμεσα στο σύμπλεγμα των βραχονησίδων Ίμια (οι οποίες ανήκαν στην Ιταλία) και την νήσο Kato (σημερινό Cavus), που ανήκε στην Τουρκία…
Δεκαπέντε χρόνια μετά (1947), με τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων, η Ιταλία παραχώρησε στην Ελλάδα το σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων μαζί με το Καστελόριζο και τις βραχονησίδες Ίμια.
Εκ των υστέρων, βέβαια, η Τουρκία άρχισε να αναθεωρεί τα πάντα, σε βαθμό που να μην αποκλείει κανείς ότι είναι ικανή — με τις απανωτές ανακλήσεις των υπογραφών της — να φτάσει μέχρι το… 1821, προκειμένου να επανακτήσει τα όρια της εποχής εκείνης.
Να γίνει τοπική υπερδύναμη με την Ελλάδα στο άρμα της και την αίγλη του παλιού μεγαλείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σύγχρονο πρόσωπο. Πρόσωπο που να ”παντρεύει΄την κεμαλική αναγέννηση με τις Ερντογανικές ονειρώξεις για το εθνικό όραμα της ”Γαλάζιας πατρίδας” και την αναβίωση του χαλιφάτου του Ισλάμ.
”Γαλάζια πατρίδα”, όμως, σημαίνει μισό Αιγαίο τουλάχιστον με τα Δωδεκάνησα στην πρώτη σειρά διεκδίκησης μαζί με τα νησιά του Βορείου Αιγαίου (Λήμνο, Λέσβο κλπ), που τα διεκδικεί αναθεωρητικά, ενώ ξέρει ότι η Συνθήκη της Λωζάνης που τα έδωσε στην Ελλάδα — όπως και όλες οι Συνθήκες που καθορίζουν τα σύνορα — δεν λήγει για να αντικατασταθεί.
Πέραν αυτού, είναι απολύτως σαφής η εν λόγω Συνθήκη όταν λέει ότι παραχωρούνται στην Ελλάδα τα νησιά του Βορείου Αιγαίου μαζί με τις παρακείμενες νησίδες και, για να μη δώσει κανένα δικαίωμα στην Τουρκία να τα αμφισβητήσει, περιορίζει την κυριαρχία της στις νησίδες εντός της ζώνης τριών μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές (Ίμβρος, Τένεδος).
Άρα ό,τι απέχει πέραν της απόστασης αυτής, ρητά δεν ανήκει στην Τουρκία. Δεν της ανήκουν, συνεπώς (και να πάψει να τα διεκδικεί λυσσωδώς με βάση τη… θεωρία της ”περί εγγυτέρων νήσων”) το σύμπλεγμα των Μοσχονησίων [κόλπος Αδραμυττίου απέναντι από της Λέσβο], που περιλαμβάνει τα νησάκια: Δασκαλειό ή Κοκκινονήσι, Γιαλονήσι, Πύργος, Αδιάβατος, Ουλιά, Λιος, Καλαμόπουλο, Κάλαμος).
Ούτε της ανήκουν πέντε ανώνυμοι βράχοι κάπου εκεί, καθώς και άλλοι τρεις ανώνυμοι — πέραν των τριών μιλίων όλοι — ανάμεσα στις Οινούσσες της Χίου και στη χερσόνησο της Ερυθραίας.
Αυτά, για να τελειώνουμε μια και καλή με τις παράνομες διεκδικήσεις της γείτονος επί των εδαφών μας. Να τελειώνουμε και με τους αλλοδαπούς και ημεδαπούς τουρκολάγνους ”φίλους” και ”συμμάχους” του ΝΑΤΟ, που μας σπρώχνουν μονίμως σε υποχωρήσεις σε βάρος των εθνικών συμφερόντων μας και σε ατέρμονες συνομιλίες με τον διεκδικητή των εδαφών μας μέχρι να γονατίσουμε…
Ερμηνευτικά
*Πολιτικοστρατιωτικές οργανώσεις πέραν του ΝΑΤΟ: ΔΕΕ: Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση, και ΟΑΣΕ: Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη
Κρινιώ Καλογερίδου
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας