Η ακροδεξία εισχωρεί στα κέντρα εξουσίας της Ευρώπης
Γράφει ο Anton Jäger
Γράφει ο Anton Jäger
Κλείνοντας το μυθιστόρημά του “The Portage to San Cristobal of A.H.” (1981), ο Τζόρτζ Στάινερ καλεί τους αναγνώστες να φανταστούν το αδιανόητο. Βρισκόμαστε στο έτος 1980 και οι πράκτορες της Μοσάντ έχουν μόλις συλλάβει έναν απρόσμενο αιχμάλωτο στη ζούγκλα της Λατινικής Αμερικής: τον Αδόλφο Χίτλερ.
Στο εναλλακτικό σύμπαν του μυθιστορήματος, ο πρώην δικτάτορας έχει διαφύγει από τη Γερμανία μετά το 1945, δραπετεύοντας στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. Αιχμάλωτος πλέον μιας ομάδας “κυνηγών” Ναζί, ο 91 ετών δικτάτορας βγάζει έναν απαλλακτικό των ευθυνών του λόγο προβλέποντας το μέλλον της ανθρωπότητας. “Σε έναν κόσμο που έχει βασανίσει πολιτικούς κρατουμένους και έχει απογυμνώσει τη γη από φυτά και ζώα”, εξηγεί ο Χίτλερ, “οι ‘εκ της κολάσεως’ θεωρείται ότι εξαλείφθησαν. Μια μέρα, όμως, το είδος τους θα επιστρέψει, και “τα εγκλήματά τους θα πρέπει να φτάσουν και να ξεπεράσουν τα εγκλήματα των άλλων”.
Είναι δύσκολο να παραβλέψει κανείς τις αναφορές στο σήμερα που απηχούν τα λόγια του Στάινερ. Τέσσερις δεκαετίες μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του, η ακροδεξιά βρίσκεται και πάλι σε άνοδο. Αν και η τάση αυτή είναι παγκόσμια, εκτεινόμενη από το Νέο Δελχί ως την Ουάσιγκτον, υπάρχει μια ήπειρος όπου παρατηρείται μια εντυπωσιακά ολική μετατόπιση προς την άκρα δεξιά: η Ευρώπη.
Οι μπροστάρηδες, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, βρίσκονται υπό την εξουσία της ακροδεξιάς εδώ και μερικά χρόνια. Σήμερα, ακροδεξιές δυνάμεις κυβερνούν επίσης χώρες όπως η Ιταλία και η Φινλανδία, ενώ διεκδικούν με αξιώσεις την εξουσία σε Βέλγιο, Γαλλία και Σουηδία. Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι -μέλος του κόμματος “Αδέλφια της Ιταλίας”, που έχει τις ρίζες του στους φασίστες του Μουσολίνι- έχει αναδειχθεί στο εξέχων πρόσωπο της εθνικιστικής διεθνούς, με τους Βίκτορ Όρμπαν, Ματέους Μοραβιέτσκι και Μαρίν Λεπέν να την πλαισιώνουν.
Η “παλίρροια” της ακροδεξιάς στην Ευρώπη “φουσκώνει” εδώ και πολύ καιρό. Οι πρώτες εξάρσεις καταγράφηκαν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, ενώ ακολούθησε μια περίοδος σταθερής ανόδου τη δεκαετία του 2020, κυρίως στην Αυστρία, όπου η ακροδεξιά εισήλθε στην κυβέρνηση. Όμως, στον απόηχο της πανδημίας του κορονοϊού και του πολέμου στην Ουκρανία, καταγράφεται μια νέα σημαντική αλλαγή. Από απλοί πολιτικοί αντίπαλοι ή διαμορφωτές της κοινής γνώμης, τα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης εμφανίζονται πλέον ως εύλογες και υγιείς δυνάμεις διακυβέρνησης. Έχοντας εδώ και καιρό αναδειχθεί σε καθαρά αντιπολιτευτικές δυνάμεις, εισχωρούν στα κέντρα εξουσίας.
Πού οφείλεται η νέα και ανησυχητική αυτή εξέλιξη; Μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ και το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit, που ακολούθησαν η εκλογική άνοδος της κ. Λεπέν και του κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία”, πολλοί προσπάθησαν να εξηγήσουν την άνοδο της ακροδεξιάς υπό το πρίσμα του λαϊκισμού. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή υπέκρυπτε πάντοτε περισσότερα από όσα αποκάλυπτε. Αφενός, υπονοούσε ότι οι ηγέτες της ακροδεξιάς είναι αυθεντικοί εκπρόσωποι ενός ξεχασμένου λαού – ακόμη και όταν οι εν λόγω πολιτικοί ανήκαν στην ελίτ. Αφετέρου, φαινόταν να αποδίδει την άνοδο των δεξιών δυνάμεων στον παραλογισμό των ψηφοφόρων, παραβλέποντας όσους κατείχαν τα ηνία της εξουσίας στην ήπειρο τα τελευταία 30 χρόνια.
Από την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ το 1991, που “επέβαλε” χαμηλά επίπεδα δημοσίων δαπανών και αποπληθωρισμό, οι πολιτικοί στην Ευρώπη υπηρετούν ολοένα και περισσότερο τα συμφέροντα των επιχειρήσεων σε βάρος των συμφερόντων των πολιτών. Μέσω αυτής της διαδικασίας, την οποία ο πολιτικός επιστήμονας Πίτερ Μάιρ χαρακτηρίζει με τον όρο “απόσυρση της ελίτ”, οι πολιτικοί διστάζουν να προβούν σε μεγάλες υποσχέσεις προς τους ψηφοφόρους, μην τυχόν και απειληθούν οι φιλικές προς την αγορά πολιτικές τους.
Ως εκ τούτου, έπρεπε να βρουν έναν άλλο τρόπο για να διατηρήσουν τον έλεγχο. Σε αυτό βοήθησε η ακροδεξιά. Επικαλούμενοι την απειλή του επικείμενου ακροδεξιού εξτρεμισμού, οι παραδοσιακοί πολιτικοί μπορούσαν να αυτοπροβάλλονται ως “το ελάσσων κακό”. Όσο δε η εξουσία τους διατηρούνταν αλώβητη, δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία στο γιατί η πολιτική ευθυκρισία της κοινωνίας -ιδίως όσον αφορά τη μετανάστευση και την ευημερία- διολίσθαινε ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά.
Η προσέγγισή τους είχε αποτέλεσμα. Επί τρεις δεκαετίες περίπου, τα παραδοσιακά κόμματα σε όλη την ήπειρο κυριαρχούσαν, χωρίς να τυγχάνουν σοβαρής αντιπολίτευσης. Αλλά, εν τέλει, το παράκαναν. Χωρίς τις αντίρροπες δυνάμεις που κάποτε διατηρούσαν τις ισορροπίες στις ασταθείς κοινωνίες της Ευρώπης -όπως τα ισχυρά κόμματα της αριστεράς και τα συνδικάτα που ηττήθηκαν τις δεκαετίες του 1970 και του 1980- οι ηγέτες της Ευρώπης έχασαν το μέτρο. Επί διακυβέρνησής τους, οι ανισότητες διευρύνθηκαν, η εύρυθμη λειτουργία των οικονομιών διαταράχθηκε και ξεκίνησε ο μαρασμός των δημοσίων υπηρεσιών. Εν μέσω αυτού του χειμαζόμενου πολιτικού σκηνικού, η ακροδεξιά κατάφερε σταδιακά να πλασαριστεί ως η μόνη αξιόπιστη εναλλακτική έναντι του συστήματος. Και αφού εξασφάλισε τη στήριξη των παραγκωνισμένων, ήρθε πλέον η ώρα της.
Η στροφή της Ευρώπης προς την ακροδεξιά προκαλεί αναπόφευκτα ιστορικές συγκρίσεις. Με προεξάρχουσα την επιστροφή στη δεκαετία του 1930 που βιώνει η ήπειρος, τότε που οι εξτρεμιστικές δυνάμεις κατέγραψαν επίσης σημαντική άνοδο. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές διαφορές. Για παράδειγμα, οι φασίστες στην Ευρώπη αναρριχήθηκαν στην εξουσία σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών αντιπαραθέσεων: ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι αναδείχθηκαν αφότου τα εργατικά κινήματα επιχείρησαν να υποκινήσουν επαναστάσεις. Το ισχυρό προλεταριάτο είναι καταφανώς απών στην ευρωπαϊκή σκηνή του σήμερα, αποδυναμωμένο μοιραία από την αποβιομηχάνιση και τις ευέλικτες αγορές εργασίας.
Επίσης, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1930, όταν ανθούσε η φασιστική βία στους δρόμους, τη σύγχρονη ακροδεξιά τροφοδοτεί η “αποστράτευση”. Το κόμμα της κ. Μελόνι απέσπασε την εξουσία κατά τη διάρκεια μιας εκλογικής διαδικασίας όπου σχεδόν τέσσερις στους 10 Ιταλούς έμειναν στο σπίτι, με τη συμμετοχή στις εκλογές να είναι μειωμένη σχεδόν κατά 10% σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές στη χώρα. Στη Γαλλία, το κόμμα “Εθνική Συσπείρωση” της κ. Λεπέν επί μακρόν λαμβάνει τα υψηλότερα ποσοστά του στις περιοχές της χώρας με τα μεγαλύτερα ποσοστά αποχής των ψηφοφόρων. Και στην Πολωνία, η οικογένεια Κατσίνσκι που βρίσκεται πίσω από το κόμμα “Νόμος και Δικαιοσύνη” κυβερνά μια χώρα όπου λιγότερο από το 1% των πολιτών είναι μέλη κάποιου πολιτικού κόμματος.
Υπάρχει όμως και μια ακόμα κρίσιμη διαφορά. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι υποσχέθηκαν στις εθνικές ελίτ προνόμια αντίστοιχα των αποικιακών αυτοκρατοριών, όπως αυτά των Γάλλων και των Βρετανών. Η σημερινή ακροδεξιά έχει μια εντελώς διαφορετική κοσμοθεωρία. Αντί των προς τα έξω βλέψεων, κύρια επιδίωξή τους είναι να περιχαρακώσουν την Ευρώπη από τον υπόλοιπο κόσμο. Έχουν αποδεχθεί ότι η ήπειρος δεν πρόκειται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον 21ο αιώνα και ότι το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι η προστασία από τις ορδές των ξένων. Στο μυθιστόρημα “The Camp of Saints” (1973) του Ζαν Ρασπάιγ -που έχει καταστεί εγχειρίδιο για τη σύγχρονη ακροδεξιά- στόχος των υποτιθέμενων “σωτήρων” της Ευρώπης δεν είναι η κατάκτηση της Αφρικής, αλλά απλώς το να κρατήσουν τους κατοίκους της νότια της Μεσογείου.
Οι μηδαμινές φιλοδοξίες καθορίζουν τη προσέγγιση της ακροδεξιάς διεθνώς, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επί δεκαετίες, τα κόμματα της ακροδεξιάς επικέντρωναν την οργή τους στους αντιδημοκρατικούς περιορισμούς του μπλοκ, υποστηρίζοντας ακόμη και την έξοδο από την Ένωση. Αυτή η περιφρόνηση έχει πλέον εξαλειφθεί. Οι ακροδεξιοί πολιτικοί εξακολουθούν να κατακεραυνώνουν τους νόμους για τη μετανάστευση, αλλά μιλούν λιγότερο πλέον για την εξάρτηση των χωρών τους από τα ευρωπαϊκά κονδύλια. Η Ένωση, από την πλευρά της, εξαρτάται από γεωπολιτική άποψη ολοένα και περισσότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η βιομηχανία της χάνει τη μάχη με την Κίνα. Σε αντίθεση με τον Χίτλερ που προσπάθησε να σπάσει την αγγλο-αμερικανική ισχύουσα τάξη και να διεκδικήσει ρόλο στην παγκόσμια κυριαρχία, οι νέοι εκπρόσωποι της απολυταρχίας είναι ικανοποιημένοι με την κατάληψη ενός μέρους της υπάρχουσας δομής εξουσίας. Στόχος τους είναι η προσαρμογή στην παρακμή, όχι η αντιστροφή της.
Η προέλαση της ακροδεξιάς στην Ευρώπη δεν ακολουθεί κάποιον νόμο της φύσης. Στην Ισπανία, το ακροδεξιό κόμμα “Φωνή” έχασε μέρος των ψηφοφόρων του στις τελευταίες εκλογές, εν μέρει λόγω του εντυπωσιακά χαμηλού πληθωρισμού που έχει επιτύχει η αριστερή κυβέρνηση συνασπισμού στη χώρα. Ωστόσο, το κόμμα κατάφερε να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της πολιτικής σκηνής στην Ισπανία προς τα δεξιά. Παρότι πολλοί Ισπανοί αγρότες δεν ήταν σε θέση φέτος να σπείρουν τις καλλιέργειές τους, λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας του καλοκαιριού, τα προβλήματα της κλιματικής αλλαγής δεν αποτέλεσαν βασικό θέμα συζήτησης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Σε άλλες χώρες, κυρίως στην Ολλανδία, η δημοφιλία της ακροδεξιάς έχει υπονομεύσει σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειες μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Σε έναν κόσμο που καταστρέφει “φυτά και ζώα”, όπως προέβλεψε ο Χίτλερ του Στάινερ, οι “εκ της κολάσεως” φαίνεται πως έχουν επιστρέψει. Ωστόσο, δεν έχουν τη μορφή που περιμέναμε, αντίθετα εγείρουν παντελώς νέους κινδύνους.
* Ο Anton Jäger είναι λέκτορας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και συγγραφέας, μαζί με τον Arthur Borriello, του “The Populist Moment: The Left After the Great Recession”.
© 2023 Διατίθεται από το “The New York Times Licensing Group”
Αναδημοσίευση από το capital.gr
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.
Με επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας γίνονται οι διαδηλώσεις στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις της Γαλλίας, στο πλαίσιο των κινητοποιήσεων κατά της ακρίβειας και της μείωσης της αγοραστικής δύναμης.
Εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων έκανε η αστυνομία, που μέχρι το μεσημέρι προχώρησε σε 166 συλλήψεις, ενώ οι διαδηλωτές εισέβαλαν και στο λόμπι του δημαρχείου της Μασσαλίας, σπάζοντας την πόρτα.
Στις κινητοποιήσεις συμμετέχουν μαθητές λυκείου, αγρότες, ακτιβιστές για το κλίμα και υποστηρικτές του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων».
Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, μέχρι το μεσημέρι οι αρχές είχαν καταγράψει 140 διαδηλώσεις, με τη συμμετοχή 32.800 ανθρώπων στις περιφέρειες, ενώ οι συλλήψεις σε εθνικό επίπεδο είχαν φτάσει τις 166.
Δεκάδες συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν από τις πρωινές ώρες στο Παρίσι, όπου η αστυνομική παρουσία ήταν ιδιαίτερα έντονη, κυρίως κοντά σε εμβληματικά σημεία της πρωτεύουσας, όπως η Λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων και η Αψίδα του Θριάμβου.
Για το συγκεκριμένο περιστατικό οι αρχές ανακοίνωσαν 21 συλλήψεις, ενώ ακόμη 40 άτομα συνελήφθησαν στην πρωτεύουσα, κυρίως για κατοχή προστατευτικού εξοπλισμού ή απαγορευμένων όπλων.
Επεισόδια σημειώθηκαν και στη Μασσαλία, όπου διαδηλωτές εκτόξευσαν αντικείμενα και οι αστυνομικές δυνάμεις απάντησαν με χρήση δακρυγόνων. Στην ίδια πόλη, ένα τοπικό αστυνομικό τμήμα έγινε στόχος διαδηλωτών.
Νωρίτερα, η κεντρική λεωφόρος Πραντό είχε αποκλειστεί προσωρινά με κάδους απορριμμάτων και πατίνια, προτού η αστυνομία διαλύσει τους συγκεντρωμένους.
Στην πόλη, δεκάδες διαδηλωτές έκαναν έφοδο στο λόμπι του δημαρχείου, στο Παλιό Λιμάνι, σπάζοντας πρώτα την είσοδο και φωνάζοντας «Επανάσταση! Καταλαμβάνουμε τη Βαστίλη!». Οι διαδηλωτές παρέμειναν για λίγη ώρα στον χώρο, προτού απομακρυνθούν από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Στη Λυών, αστυνομικοί χρησιμοποίησαν δακρυγόνα για να διαλύσουν περίπου 300 άτομα που είχαν συγκεντρωθεί μπροστά σε πανεπιστήμιο, σύμφωνα με το AFP.
Παράλληλα, περίπου 40 άτομα επιχείρησαν να διακόψουν την κυκλοφορία σε γέφυρα της πόλης, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να συγκεντρωθούν κοντά σε διυλιστήριο, σύμφωνα με τη νομαρχία.
Στην Τουλούζη, οι αστυνομικές δυνάμεις παρενέβησαν προκειμένου να αποτρέψουν αποκλεισμούς τρένων και ενός κυκλικού κόμβου.
Στη Ρεν της Βρετάνης, περίπου 20 άτομα έστησαν αυτοσχέδιο οδόφραγμα με κάδους απορριμμάτων κοντά σε μεγάλο εμπορικό κέντρο.
Στη Ρουέν της Νορμανδίας, πανεπιστημιακό κτίριο υπέστη ζημιές από φωτιά που εκδηλώθηκε νωρίς το πρωί και πιθανότατα οφείλεται σε εμπρησμό, σύμφωνα με πηγή κοντά στην έρευνα.
Πάντως, δημοσιογράφοι του AFP διαπίστωσαν ότι αρκετοί από τους αποκλεισμούς που είχαν προαναγγελθεί δεν πραγματοποιήθηκαν, όπως στον σταθμό διοδίων στη γέφυρα Ιλ ντε Ρε, στις ακτές του Ατλαντικού, και στο Μπορντό.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται με βασικό αίτημα την αντιμετώπιση της ακρίβειας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες τιμές των καυσίμων και η μείωση της αγοραστικής δύναμης τροφοδοτούν την κοινωνική δυσαρέσκεια στη Γαλλία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η επιστροφή υποστηρικτών του κινήματος των «Κίτρινων Γιλέκων», που είχε προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές κινητοποιήσεις το 2018 και το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Εμανουέλ Μακρόν.
Το κίνημα, που είχε ξεκινήσει με αφορμή τις αυξήσεις στους φόρους καυσίμων, είχε πραγματοποιήσει εκτεταμένες διαδηλώσεις, με ορισμένες να συνοδεύονται από σοβαρά επεισόδια, ιδιαίτερα στη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων.
Το νέο κάλεσμα για κινητοποιήσεις περιλαμβάνει αποκλεισμούς κυκλικών κόμβων και στρατηγικών σημείων, ενώ συμπίπτει με τις διαδηλώσεις μαθητών και φοιτητών που πραγματοποιούνται από τα μέσα Σεπτεμβρίου, με αιτήματα για καλύτερες συνθήκες σπουδών.
Για το Σάββατο είχαν ανακοινωθεί περίπου 1.500 δράσεις, διαδηλώσεις ή αποκλεισμοί σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με κύκλους του υπουργείου Εσωτερικών, αναμένονταν περίπου 500 προγραμματισμένες δράσεις και περισσότερες από 90 προγραμματισμένες διαδηλώσεις.
Πριν από την έναρξη των κινητοποιήσεων, αστυνομική πηγή είχε εκτιμήσει ότι θα μπορούσαν να συμμετάσχουν περίπου 150.000 διαδηλωτές εκτός της μητροπολιτικής περιοχής του Παρισιού και άλλοι 40.000 στην πρωτεύουσα.
Ωστόσο, η πραγματική έκταση των διαδηλώσεων παρέμενε δύσκολο να προβλεφθεί, καθώς η σημερινή ημέρα συμπίπτει με την έναρξη των σχολικών διακοπών.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, μιλώντας την Παρασκευή από τις Βρυξέλλες, απηύθυνε έκκληση για ηρεμία, υπογραμμίζοντας ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση πρέπει να συνοδεύεται από σεβασμό, χωρίς προσβολές και βανδαλισμούς.
Οι σημερινές κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται έπειτα από εβδομάδες κοινωνικών εντάσεων, κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών και αστυνομικών.
Η γαλλική αστυνομία έχει δεχθεί επικρίσεις για τον τρόπο αντιμετώπισης προηγούμενων διαδηλώσεων, ενώ η αρμόδια υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου διερευνά τουλάχιστον 24 περιπτώσεις καταγγελιών για αστυνομική βία.
Μεταξύ των περιστατικών που έχουν προκαλέσει αντιδράσεις είναι ο τραυματισμός ενός 15χρονου, ο οποίος έχασε το χέρι του όταν εξερράγη στα χέρια του κροτίδα κρότου-λάμψης.
Μετά το περιστατικό, οι αρχές ανέστειλαν τη χρήση των συγκεκριμένων μέσων, ωστόσο ο υπουργός Εσωτερικών δήλωσε ότι ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν ξανά εφόσον χρειαστεί.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανέφερε ότι περισσότεροι από 900 αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των τελευταίων εβδομάδων.
Οι κινητοποιήσεις πραγματοποιούνται περίπου έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, σε μια περίοδο αυξημένων κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων.
Η κυβέρνηση κατηγορεί την «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI) της ριζοσπαστικής Αριστεράς ότι υποδαυλίζει τις κινητοποιήσεις. Όμως, το κόμμα αρνείται τις κατηγορίες.
Από την πλευρά του, ο Ζερόμ Ροντρίγκες, μία από τις γνωστότερες προσωπικότητες των «Κίτρινων Γιλέκων», ο οποίος έχασε το ένα του μάτι κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Παρίσι τον Ιανουάριο του 2019, υποστήριξε ότι οι κινητοποιήσεις πρέπει να συνεχιστούν.
Στο μεταξύ, συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν ήδη καλέσει εργαζομένους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα σε νέα ημέρα διαδηλώσεων και απεργίας στις 5 Νοεμβρίου.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Το τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
Ρωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
Πακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
Το διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
Καραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
Ξέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
Τί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
Εάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας