Διεθνή
Οι προϋποθέσεις για διάλογο με την Τουρκία
Συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)Συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη – Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν (ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI)
Πού πάμε με την Τουρκία;
Φάνης Τσουλουχάς, Ακαδημαϊκός
Η τωρινή εποχή που ζούμε αντικατοπτρίζει μία τεράστια σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής και η Ελλάδα είναι στη μέση. Από τη μία έχουμε την Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν, την Λευκορωσία και κάποιες αραβικές χώρες, και από την άλλη έχουμε το Δυτικό κόσμο (ΝΑΤΟ, ΕΕ, Ισραήλ, Αίγυπτο).
Και η Τουρκία ως συνήθως μπαλαντέρ, εντός-εκτός και εναλλάξ. Αν η Τουρκία δεν αλλάξει ρότα, την Δύση την συμφέρει ο πλήρης έλεγχος των Στενών και ο διαμελισμός της Τουρκίας. Η Τουρκία μπερδεύει τα πράγματα και τη θέση της Δύσης σε Ουκρανία, Ισραήλ, Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Αρμενία και Σουηδία. Όπως έχουμε ξαναπεί, όταν οι Δυτικοί σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια είσαι ο τελευταίος που το καταλαβαίνεις.
Η αμφιλεγόμενη συμπεριφορά της Τουρκίας και η αναξιοπιστία της είναι υπέρ της Ελλάδας. Η Ελλάδα έχει αναβαθμισθεί και ως στρατηγικό τμήμα του Δυτικού άρματος, και ως ενεργειακή πηγή.
Προσωπικά έλεγα σε φίλους μου μερικά χρόνια πριν, πολύ πριν αρχίσουν οι μαζικές μετακινήσεις Αμερικανικών στρατευμάτων και υλικού στην Ανατολική Ευρώπη, να ετοιμαζόμαστε για Παγκόσμιο Πόλεμο που θα ξεκινούσε μάλλον κάπου στη Μέση Ανατολή. Η παγκόσμια σύρραξη τελικά ξεκίνησε από Ουκρανία και συνεχίζεται στη Μέση Ανατολή. Όπως φαίνεται, θα έχει φάσεις έντονων συγκρούσεων και φάσεις ψυχροπολεμικές. Η δύναμη πυρός σήμερα δεν συγκρίνεται επ’ ουδενί με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό και οι όποιες εξελίξεις αργούν, διότι θα είναι καταστροφικές.
Υπάρχουν πολλοί κρίσιμοι παράγοντες. Ένας λόγος είναι η παγκοσμιοποίηση. Σημειώστε ότι και πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχε έξαρση της παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση αντιβαίνει σε εθνικά συμφέροντα. Δεύτερον, ο υπερπληθυσμός και οι καλύτερες ευκαιρίες αλλού συνοδεύεται από μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών. Σε κάποιο σημείο, μπορεί να υπάρξει και μία σημαντική χρηματοπιστωτική κρίση, που είναι ο τρίτος παράγοντας, η οποία όμως δεν έχει συμβεί ακόμα. Βέβαια, υπάρχουν φούσκες και στο χρηματιστήριο και στην αγορά ακινήτων που μπορεί να σκάσουν ανά πάσα ώρα και στιγμή. Π.χ. το Standard and Poor’s 500 είχε το δεύτερο τρίμηνο του 2023 μέσο όρο P/E ratio 24.59, ενώ τα τελευταία 15 χρόνια ο μέσος όρος (σημειωτέων, με εξαίρεση τα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης) ήταν 19.4. Επίσης. Η καμπύλη αποδόσεων είναι ακόμα ανεστραμμένη, πού προβλέπει ύφεση, και όμως το χρηματιστήριο έχει ανακάμψει ενώ συνήθως το χρηματιστήριο προβλέπει την οικονομία κατά 6-8 μήνες. Βέβαια, παραλίγο να έχουμε μεγάλη τραπεζική κρίση όταν η Κεντρικές Τράπεζες άρχισαν να ανεβάζουν τα επιτόκια. Ένας λόγος που δεν έχουμε εισέλθει ακόμα σε φάση ύφεσης είναι η μέχρι τώρα χρηματοοικονομική χαλαρότητα που αντιβαίνει στην πολιτική αύξησης των επιτοκίων, και το γεγονός πως το χρηματιστήριο σήμερα επηρεάζεται από τα bots που εκτελούν αυτόματα κερδοφόρες συναλλαγές ή η έμφαση σε εταιρίες υψηλής τεχνολογίας. Ένας σημαντικός τέταρτος παράγοντας για παγκόσμια σύρραξη είναι η ανάδειξη αυταρχικών ηγετών ή δικτατόρων σε πολλές χώρες της Υφηλίου. Δηλαδή εν δυνάμει έχουμε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ.
Τι επιδιώκει η Τουρκία; Η Τουρκία είναι προβλέψιμα απρόβλεπτη. Σημειώστε ότι το κύριο επιτόκιο στην Τουρκία είναι 40% και ο επίσημος πληθωρισμός στο 61.4%. Παρόλα αυτά η Τουρκία δεν επικεντρώνεται στα οικονομικά της προβλήματα. Του κ. Ερντογάν του αρέσει πρώτα να προκαλεί και μετά να ζητάει. Η Τουρκία θέλει να γίνει εγγυήτρια δύναμη στη Γάζα. Η Τουρκία έχει βγει στη γύρα για να βρει αεροπλάνα. Ελπίζω οι φίλοι μας οι Βρετανοί και οι Ισπανοί να μην πιέσουν την Γερμανία να ενδώσει για Eurofighters. Αλλά η ακύρωση της συνάντησης με Σούνακ, από τον Σούνακ, είναι κακός οιωνός.
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, η Τουρκία επιδιώκει να επιλύσουμε τις μεταξύ διαφορές μας εκτός Διεθνούς Δικαίου, και αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο ο κ. Ερντογάν έρχεται στην Ελλάδα για καζάν-καζάν συζητήσεις. Κατ’ αρχάς, η Τουρκία μάλλον δεν έχει ανταλλακτικά για τα F16 που εξηγεί τις λιγότερες παραβιάσεις του εναέριου χώρου μας. Επίσης, με την αμετροέπειά της τα έχει βάλλει με τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων παντοδύναμων χωρών, οπότε ένα διάλειμμα με την Ελλάδα την συμφέρει. Στην Ελλάδα προσπαθεί να δείξει ότι είναι ήπια δύναμη. Ο κ. Ερντογάν προσπαθεί να αναθεωρήσει τη Συμφωνία της Λωζάνης του 1923 που λέει, π.χ., ότι όλες οι νήσοι, νησίδες και βραχονησίδες μετά τα 3 μίλια ανήκουν στην Ελλάδα.
Οι παραβιάσεις έχουν προς το παρόν σταματήσει αλλά οι προκλήσεις συνεχίζονται. Η Τουρκία συνήψε διεθνώς παράνομη συμφωνία με τη Λιβύη αγνοώντας την Ελληνική ΑΟΖ και τα ενδιάμεσα νησιά. Κάνοντας την Αγία Σοφία τζαμί, ο μέγας ναός καταρέει. Ο κ. Ερντογάν μιλάει για τον «αιώνα της Τουρκίας», οι Τούρκοι μιλάνε για Τουρκικές μειονότητες στην Ελλάδα, θεωρούν ότι πολλά νησιά τους ανήκουν, ακόμα κατέχουν την Βόρεια Κύπρο και παραβιάζουν την ουδέτερη ζώνη. Διάλογο λοιπόν με ποιόν; Να μιλήσουμε για έλεγχο της μετανάστευσης, ευχαρίστως. Για συνεργασίες στον Τουρισμό και το εμπόριο, ναι.
Θέλει μήπως η Κυβέρνηση να επιστρέψουμε στη Συμφωνία της Μαδρίτης του 1997 που άνοιξε την όρεξη της Τουρκίας; Θυμηθείτε ότι η Συμφωνία της Μαδρίτης αναφερόταν σε «σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της», σε «δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις οφειλόμενες σε παρεξήγηση» και στη «δέσμευση διευθέτησης των διαφορών με ειρηνικά μέσα, στη βάση αμοιβαίας συναίνεσης και χωρίς τη χρήση βίας ή την απειλή βίας» ακόμα και όταν η Εθνική κυριαρχία διακυβεύεται. Και να μην ξεχάσουμε τη Συμφωνία του Ελσίνκι του 1999, που αναφερόταν ρητά σε «εκκρεμείς συνοριακές διάφορες και συναφή ζητήματα» μεταξύ των δύο χωρών Ελλάδος και Τουρκίας, όπως επίσης και σε χωρίς συνυποσχετικό δυνατότητα της Τουρκίας για υπαγωγή οποιασδήποτε διαφοράς, κατά την μονομερή κρίση της Τουρκίας, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ευτυχώς που το 2004 αντικαταστάθηκε η φράση «εκκρεμείς συνοριακές διάφορες και συναφή θέματα» με τη φράση «εκκρεμής συνοριακή διαφορά» η οποία είναι φυσικά η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, και υποβαθμίστηκε η υποχρεωτικότητα της προσφυγής στη Χάγη.
Τελειώνοντας, όπως είπα στο τελευταίο άρθρο μου στο ΕΘΝΟΣ, η προσφυγή στη Χάγη είναι λάθος στρατηγική για πολλούς λόγους. Για να πάμε στη Χάγη, χρειάζεται αναγκαία συμφωνητικό. Για να συναινέσει η Τουρκία, θα ζητήσει υποχωρήσεις σε θέματα εθνικής κυριαρχίας. Και δυστυχώς κάποιες ευφάνταστες εγχώριες δεξαμενές σκέψεων (σε όλο το πολικό φάσμα) μας προετοιμάζουν εδώ και χρόνια.
Δεύτερον, είναι πολύ πιθανόν, όπως ήδη φαίνεται στην πράξη, το Διεθνές Δικαστήριο να προσπαθήσει να ικανοποιήσει και τα δύο μέρη. Όταν ο ένας, δηλαδή η Τουρκία, θέλει 0% επήρεια στα νησιά επικαλούμενος «ειδικές συνθήκες» στο Αιγαίο, και ο άλλος, δηλαδή εμείς, αποδίδουμε 100% επήρεια, η λύση θα είναι κάπου ανάμεσα στα δύο. Πιθανώς η απόφαση να είναι κοντινότερα προς την Ελλάδα καθώς όσον αφορά τα νησιά και τις βραχονησίδες, που είναι σημαντικό για μας, το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 υποστηρίζει τις θέσεις μας. Αλλά αν δεν πάρουμε το 100%, μειώνεται η επήρεια του Καστελόριζου, εκτός των άλλων νήσων. Οπότε, η ΑΟΖ της Ελλάδας δεν ενώνεται με αυτή της Κύπρου, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Τρίτον, πηγαίνοντας στη Χάγη, αφήνουμε το Διεθνές Δικαστήριο να πάρει δεσμευτική απόφαση για εμάς, ενώ με διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα διεθνών οργανισμών όπως του ΟΗΕ και της ΕΕ μπορούμε να απομακρυνθούμε εάν η Τουρκία συνεχίζει να εγείρει παράλογες απαιτήσεις. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εμπλακούμε σε απευθείας διαπραγματεύσεις, όπως διακαώς θέλει η Τουρκία για να αποφύγει επιπτώσεις σε περίπτωση μη συμφωνίας. Και όμως φαίνεται ότι αυτό κάνουμε.
Ποιες λοιπόν είναι οι προϋποθέσεις για διάλογο με την Τουρκία; Πρώτα επεκτείνεις τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο στα 12 μίλια παντού όπως έχεις μονομερές και αναφαίρετο δικαίωμα, μετά κηρύσσεις συνορεύουσα ζώνη άλλων 12 μιλίων. Και μετά ανακηρύσσεις Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Αφού τα κάνεις όλα αυτά, μετά καλείς την άλλη πλευρά σε διάλογο.
* Αυτό το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντίκεινται στον φίλο Τουρκικό λαό αλλά στην τωρινή ηγεσία του, και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.
Πηγή: Έθνος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

