Διεθνή
Νέος κίνδυνος για την Ελληνική εκπαίδευση στο Μόναχο της Γερμανίας! Κινδυνεύει να κλείσει ολόκληρη σχολική μονάδα με 500 περίπου μαθητές
Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος.
Δυστυχώς τα προβλήματα στα ελληνικά σχολεία και την Ελληνική Εκπαίδευση στην Γερμανία φαίνεται πως δεν έχουν τελειωμό. Συνεχίζουν να έρχονται στο προσκήνιο και νέες δυσάρεστες καταστάσεις τόσο για τους μαθητές όσο και για τους γονείς.
Με τις διάφορες παλινωδίες των τελευταίων δεκαετιών, υπάρχει μια μείωση των εκπαιδευτικών σε ορισμένες μεγάλες σχολικές μονάδες κατά 33% με παράλληλα σταθερό αριθμό μαθητών, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα και με αυξητικές τάσεις, σε ΤΕΓ στο κρατίδιο της Βάδης-Βυρτεμβέργης. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι, στην Βάδη-Βυρτεμβέργη υπήρχαν 14 λύκεια και τώρα υπάρχει μόνο 1 λύκειο. Στην περιοχή της Βαυαρίας και στο Μόναχο έχουμε 1.407 μαθητές και αν συνυπολογίσουμε και τα σχολεία του Σαββάτου, τότε αριθμός των μαθητών ξεπερνάει τους 2.000.
2.000 και πλέον μαθητές έχουμε και στο κρατίδιο της βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας σε:
- Ντίσελντορφ
- Βούπερταλ
- Ντόρτμουντ
- Μπίλεφελτ
- Κολωνία
- Λουντενσάιντ
Στην Ρηνανία-Παλατινάτο είναι πάνω από 400 μαθητές σε όλες τις βαθμίδες. Στην Γερμανία, με το σύνολο των μαθητών στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση σε αμιγώς ελληνικά σχολεία σε όλες τις βαθμίδες να ξεπερνούν τους 5.000 μαθητές.
Το μεγάλο πρόβλημα κυρίως έγκειται στην περιοχή της Βαυαρίας και του Μονάχου, όπου μετά το κλείσιμο του 1ου Δημοτικού ”Πυθαγόρας” στο Μόναχο υπάρχει κίνδυνος για να κλείσει και άλλη μία σχολική μονάδα με περίπου 500 μαθητές. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια λήγουν τα συμβόλαια σε πολλά ενοικιαστήρια, άρα εκεί θα πρέπει να υπάρξει ένας συντονισμός για να μην βρεθούμε προ εκπλήξεων και σε άλλα σχολικά κτίρια που φιλοξενούν την Ελληνική εκπαίδευση.
Θα πρέπει να δημιουργηθούν επιτροπές για την αξιολόγηση προτάσεων για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση, και η οποία να βασίζεται σε τρεις πυλώνες:
- Στους γονείς
- Στους εκπαιδευτικούς
- Στην επικοινωνία αυτών, με το Υπουργείο Παιδείας και το Υπουργείο Εξωτερικών
Μέσω της διασποράς και των εκεί εκπαιδευτικών, να υπάρχει αυτός ο σύνδεσμος και η ενημέρωση μεταξύ της εκπαίδευσης από την διασπορά και του Υπουργείου Παιδείας και των συναρμόδιων υπουργείων που έχουν αρμοδιότητες, όσον αφορά την ελληνική εκπαίδευση στο εξωτερικό.
Ελλείψεις σε προσωπικό και κονδύλια
Βέβαια υπάρχουν αρκετές ελλείψεις τόσο, στο συντονιστικό γραφείο του Μονάχου, όσο και στους εκπαιδευτικούς και τα κονδύλια. Ενδεικτικά πριν την κρίση υπήρχε χρηματοδότηση 100 εκατομμυρίων, η διοχέτευση των πόρων για την εκπαίδευση την Γερμανία αυτή τη στιγμή έχει ελαττωθεί στα 16 εκατομμύρια. Το κόστος για τη σχολική μονάδα του Μονάχου ανέρχεται στις 500.000 ευρώ το χρόνο, που καλύπτεται σχεδόν όλο από την επιχορήγηση του Βαυαρικού Ομοσπονδιακού Κράτους, εκεί οι αρμόδιοι έχουν στείλει και την ανάλογη επιστολή στον Υπουργό Παιδείας τον κύριο Πιερρακάκη η οποία κοινοποιήθηκε στους συναρμόδιους φορείς και στα συναρμόδια υπουργεία. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο ότι θα πρέπει να υποστηριχθούν και οι μαθητές γιατί πολλά παιδιά ξυπνάνε στις 5:30 το πρωί για να πάνε στο σχολείο. Αύριο Κυριακή υπάρχει συνέλευση των γονέων στο Μόναχο για να δουν πώς θα κινηθούν και πώς θα λυθούν τα όποια προβλήματα.
Μόναχο
Έχει ανακύψει ζήτημα με την ανανέωση του μισθωτηρίου συμβολαίου για το κτήριο που στεγάζει τις σχολικές μονάδες του 4ου Δημοτικού “ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ“ και του 1ου Γυμνασίου Μονάχου. Εκεί, φοιτούν καθημερινά πάνω από 380 μαθητές και το Σάββατο λειτουργούν Τμήματα Ελληνικής Γλώσσας (ΤΕΓ) με τον ίδιο ή και μεγαλύτερο αριθμό παιδιών.
Η έκταση του προβλήματος γίνεται αντιληπτή έχοντας υπ‘ όψιν και τις παραμέτρους: *
- Το κτηριακό συγκρότημα του Freimann τη δεδομένη στιγμή είναι η ναυαρχίδα των ελληνικών σχολείων εκτός Ελλάδας, στη Ευρώπη ίσως και παγκοσμίως, άκρως λειτουργικό και σε τέτοια στρατηγική θέση στο Μόναχο που εξυπηρετεί το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής παροικίας. Μετά δε και το άδικο κλείσιμο του 2ου Δημοτικού έχει καταστεί αναντικατάστατο.
- Τα σχολικά κτήρια στο Μόναχο είναι ανύπαρκτα και είδος προς εξαφάνιση. Στατιστικά δε, για τον αριθμό των μαθητών της πόλης, λείπουν αυτήν την στιγμή από τη Βαυαρική Αρχή 35 σχολεία.
- Οι απαιτήσεις του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας για δανειοδότηση ενός νέου σχολείου από το 2016 και μετά έχουν αλλάξει, με αποτέλεσμα, κατά την γνώμη μας, το ποσό της μετατροπής ενός κτηριακού συγκροτήματος σε σχολείο με προδιαγραφές αυτού του μεγέθους να φτάσει ακόμα και σε επταψήφιο πόσο. Η άμεση εντολή ορισμού νομικού συμβούλου για την έναρξη των διαπραγματεύσεων
θεωρείται άκρως απαραίτητη, θα λέγαμε “από εχθές“ κατά τη συνήθη ρήση!
*(Τμήμα από την επιστολή των πρόεδρο του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του Δημοτικού Σχολείου Μονάχου ”Αριστοτέλης” και του 1ου ελληνικού Γυμνασίου Μονάχου, αλλά και του προέδρου του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Μονάχου και περιχώρων).
Εμείς αναζητήσαμε την κοινή υπουργική απόφαση (μπορείτε να την δείτε εδώ) για τον τρόπο ενοικίασης των κτιρίων αλλά και των μισθωτηρίων αυτών. Έχουμε να πούμε ότι αναζητήθηκε και από τον πρόεδρο του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων Μονάχου και περιχώρων κ. Θωμά Γκουδούλα στο Εθνικό Τυπογραφείο και δεν μπόρεσε να τη βρει εκεί λόγω ενός ορθογραφικού λάθους (κτήριο/κτίριο) και την βρήκε μέσω του συντονιστικού γραφείου εκπαίδευσης της Βόρειας Ευρώπης στο Λονδίνο. Δυστυχώς εκεί εμπλέκονται και υπάλληλοι του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου ο υπουργός κ. Γεραπετρίτης θα πρέπει να μας εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει στο υπουργείο του, και την σχέση πού έχει και συνδέει το Υπουργείο Εξωτερικών με την ελληνική εκπαίδευση στην Γερμανία αλλά και την πρεσβεία το Βερολίνο και διευθετούνται τα θέματα. Το Υπουργείο Εξωτερικών, δεν μπορεί από τη μια να χρησιμοποιεί την Κ.Υ.Π. για να έχει μοχλό πίεσης (λ.χ. ”στέλνω αρνητική εισήγηση” ή ”δεν στέλνω εισήγηση” ή…. ή….) και από την άλλη να μην την <<αναγνωρίζει>> (δηλ. του στυλ, εκτελώ αλλά το κάνω αναγκάστηκα, επειδή έχω εντολή από το υπουργείο από την Ελλάδα.)
Έκτακτη γενική συνέλευση των γονέων, για να δουν πώς θα κινηθούν ώστε να μην κλείσει η σχολική μονάδα του Μονάχου.


Ο αντιπρόεδρος του ευρωπαϊκού ιδρύματος ελληνισμού κ. Ντόνας βρίσκεται ήδη σε επαφή με το υπουργείο παιδείας της Βαυαρίας και σε συζήτηση με την γραμματεία του υπουργού σχετικά με τους ακριβής αριθμούς, δηλαδή, τι είδους στήριξη / επιδότηση είχαν ή έχουν για το 2023 και τον προϋπολογισμό για το 2024.
Να σημειωθεί εδώ ότι κάθε μαθητής παίρνει ένα συγκεκριμένο ποσό στήριξης (υπολογίζουμε περίπου 1.000 με 1.300 ευρώ το παιδί τον χρόνο) και επιπρόσθετα υπάρχει μία επιδότηση ενοικίου 70% με 80% από το Βαυαρικό κράτος. Εδώ να σημειωθεί ότι αυτά τα χρήματα δίνονται για τους Έλληνες οι οποίοι διαμένουν στην Βαυαρία και τα χρήματα προορίζονται για τα παιδιά αυτών των ανθρώπων. Ας ελπίσουμε ότι δεν ισχύουν οι εικασίες ότι τα χρήματα πάνε συγκεντρωτικά σε έναν αριθμό λογαριασμού και μετά ανακατανέμονται κατά βούληση από το υπουργείο παιδείας. Τα ελληνικά σχολεία που λειτουργούν στην περιοχή του Μονάχου, το Βαυαρικό κράτος τα βλέπει ως ιδιωτικά σχολεία, όπου ο φορέας είναι το ελληνικό Δημόσιο. Τις πληροφορίες αργά η γρήγορα θα τις έχουμε στα χέρια μας από το Γερμανικό κράτος διότι υπάρχει διαφάνεια, από το Ελληνικό κράτος όμως αυτά τα στοιχεία δεν τα έχουμε. Στην Γερμανία οι αριθμοί δεν είναι απόρρητοι και αποτελούν χρήματα φορολογουμένων, και θα δοθούν στους αρμόδιους που να ζητούν.
Από ελληνικής πλευράς τα στοιχεία αυτά αποκρύπτονται, έτσι δημοσιογραφικά αλλά και οι διάφοροι σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων δεν έχω τα πλήρη στοιχεία για το τι ακριβώς γίνεται με τα ελληνικά σχολεία στην Γερμανία.
- Ποια είναι η χρηματοδότηση?
- Πώς καλύπτονται αυτά τα χρήματα?
Τι ακριβώς γίνονται? για αυτό αναφέρουμε πιο πάνω ότι δεν θέλουμε να πιστεύουμε σε εικασίες. Θα πρέπει το Υπουργείο Παιδείας και των Εξωτερικών να διευθετήσουν και να ξεκαθαρίσουν κάποια πράγματα.
Θα πρέπει σε πρώτη φάση να βρεθεί η λύση για το συγκρότημα του ”Αριστοτέλη” και επίσης θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να ξανανοίξει το 1ο Δημοτικό του Μονάχου ”Πυθαγόρας” το οποίο έκλεισε το καλοκαίρι.
- ΥΓ1: Η ελληνική εκπαίδευση στο εξωτερικό είναι μείζονος σημασίας για ολόκληρο τον ελληνισμό.
- ΥΓ2: Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να ενδυναμώσει την προσπάθεια αυτή και όχι να την αποδυναμώνει με αποτέλεσμα να την εξαφανίσει.
- ΥΓ3: Μετά και την ψήφο των αποδήμων οι όποιες αποφάσεις της Ελληνικής πολιτείας που αφορούν και τους ίδιους στο εξωτερικό έχει μείζον σημασία.
- ΥΓ4: Δεν θα πρέπει να κλείνουν τα σχολεία στο εξωτερικό, θα πρέπει να ανοίγουν. Η ελληνική κυβέρνηση για να έχει ένα θετικό πρόσημο στο τέλος της τετραετίας θα πρέπει να δώσει λύσεις στα προβλήματα.
ΠΗΓΗ: e-enimerosi.com
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

