Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η διπλοπροσωπία στη διπλωματία και η απύθμενη υποκρισία

Δημοσιεύτηκε στις

Η Κύπρος είναι θύμα αυτής της διπλοπρόσωπης πολιτικής των δύο μέτρων και δύο σταθμών

Γράφει η Ανδρούλα Γκιούρωφ

Η διπλωματία είναι η πρακτική της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μεταξύ εκπροσώπων ομάδων ή κρατών σε θέματα κυρίως που αφορούν την ειρήνη, το εμπόριο, τον πόλεμο, την οικονομία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και άλλους τομείς. Με τη διπλωματία αποπειράται η εύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων μέσω της παράθεσης επιχειρημάτων για να αποφεύγονται κρίσεις που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε αιματηρές συρράξεις.

Οι διπλωματικές σχέσεις διέπονται από το Διπλωματικό Δίκαιο, όπως αυτό συνομολογήθηκε με τη Σύμβαση της Βιέννης το 1961 και τέθηκε σε ισχύ από τις 24 Απριλίου του 1964.

Τα τελευταία χρόνια η διπλωματία βρίσκεται σε μια επικίνδυνη καμπή με τη διπλοπροσωπία και την επιβολή του ισχυρού έναντι του αδύναμου να επικρατούν. Η απύθμενη υποκρισία και η επικράτηση των δύο μέτρων και δύο σταθμών οδηγούν τις διπλωματικές σχέσεις όχι μόνο σε αδιέξοδα αλλά και σε μια καταστροφική πορεία συγκρούσεων, με καταστροφικές συνέπειες.

Το Διεθνές Δίκαιο καταβαραθρώνεται, με τα γεωπολιτικά συμφέροντα να υπολογίζονται ως το μέτρο στη ζυγαριά της κρίσης των ισχυρών.

Η σύγκρουση στην Ουκρανία και ο πόλεμος του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων δεν μπορούν να συγκριθούν. Δεν μπορεί να γίνεται μια συγκριτική αναγωγή των δύο περιπτώσεων. Πίσω από τα δύο δράματα βρίσκεται ένας κοινός παρονομαστής, που η υποκρισία των Δυτικών διαρκώς παραβλέπει και αποενοχοποιεί. Σε αντίθεση με τη Ρωσία, το Ισραήλ δεν διεξάγει πόλεμο για την άμυνά του αλλά έναν πόλεμο γενοκτονίας. Η Ρωσία αμύνεται για την επιβίωσή της καθώς τα γεράκια του ΝΑΤΟ έκριναν πως πρέπει να βρίσκονται έξω από τα σύνορά της, κάτι που οι ΗΠΑ δεν θα επέτρεπαν ποτέ να γίνει στην πίσω αυλή τους, όπως είναι οι χώρες της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής .

Όταν χτυπήθηκε νοσοκομείο στην Ουκρανία τα Δυτικά ΜΜΕ είχαν αναγάγει το ζήτημα σε έγκλημα πολέμου. Ηγέτες της Δύσης έβγαλαν φιρμάνι να προσαχθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ο Ρώσος Πρόεδρος ως εγκληματίας πολέμου, διαγράφοντας τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι ίδιοι σε Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη και αλλού. Τώρα που το Ισραήλ σκοτώνει αδιάκριτα χιλιάδες αμάχους, με τον θλιβερό απολογισμό τα νεκρά παιδιά να ξεπερνούν τις 10.000, ψελλίζουν ανήκουστες δικαιολογίες υπερτονίζοντας το δικαίωμα του Τελ Αβίβ στην αυτοάμυνα.

Η Κύπρος είναι θύμα αυτής της διπλοπρόσωπης πολιτικής των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε και εξακολουθεί να διαπράττει η Τουρκία στην Κύπρο (ο εποικισμός και ο σφετερισμός ξένης περιουσίας καθορίζονται ως έγκλημα πολέμου), αντί να τιμωρηθεί, επιβραβεύεται.

Η Κύπρος ως θύμα εισβολής και κατοχής, αντί να ταχθεί με την πλευρά των αδυνάτων και υπέρ του παλαιστινιακού λαού, βρίσκεται στη λάθος πλευρά της Ιστορίας, ανεξάρτητα από τις ασυναρτησίες που λέγονται από τους κυβερνώντες και τη Δεξιά.

Η υποκρισία στο απόγειό της

Η κυπριακή Κυβέρνηση κατάφερε να αποστείλει την πολυδιαφημιζόμενη ανθρωπιστική βοήθεια «Αμάλθεια» προς τη Γάζα με τη βοήθεια της Βρετανίας. Η Βρετανία, η οποία χρησιμοποιεί τις στρατιωτικές βάσεις της στην Κύπρο για να ενισχύει ποικιλοτρόπως το Ισραήλ, βρέθηκε να συνεργάζεται με τις Αρχές της Δημοκρατίας για να βοηθήσει, τάχα μου, τους Παλαιστινίους.

Η ανθρωπιστική βοήθεια είναι άγνωστο πότε θα φθάσει στους «σκλάβους πολιορκημένους» της Λωρίδας της Γάζας. Το εξοργιστικό, ωστόσο, είναι ότι πριν αποπλεύσει το βρετανικό πλοίο ήρθαν δυο-τρεις φορές Ισραηλινοί των μυστικών υπηρεσιών για να ελέγξουν τα φορτία. Μάλιστα η κυβέρνηση το διατυμπάνιζε ως να μην ήταν προσβολή και απαξίωση προς τις κυπριακές Αρχές.

Δυστυχώς, οι Δυτικές χώρες ενισχύουν με τον τρόπο τους τις φρικαλεότητες των Ισραηλινών, οι οποίοι χρησιμοποιούν όχι μόνο φονικές βόμβες αλλά την πείνα και τη δίψα για να εξοντώνουν τους αμάχους. Όταν βλέπεις μικρά παιδιά και αμάχους να προμηθεύονται νερό από τη θάλασσα για να σβήσουν τη δίψα τους, αντιλαμβάνεσαι την έκταση της βαρβαρότητας της ηγεσίας του εβραϊκού κράτους, το οποίο υποστηρίζεται σθεναρά από τις ΗΠΑ.

Ο γέρο Μπάιντεν ποσώς γνοιάζεται για τα δεινά τού παλαιστινιακού λαού, αλλά επειδή η διεθνής κοινή γνώμη στρέφεται εναντίον του Ισραήλ. Το ομολόγησε, άλλωστε, έμμεσα.

Φωνές λογικής

Ο γνωστός Ισραηλινός και πολιτικός επιστήμονας Ίλαν Παπέ, καθηγητής στο Κολέγιο Κοινωνικών Επιστημών και Διεθνών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Έξετερ στη Βρετανία και διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παλαιστινιακών Σπουδών, είναι ανάμεσα στους Ισραηλινούς διανοούμενους που υψώνουν τη φωνή τους υπέρ του δικαίου και της λογικής.

Γεννήθηκε από Γερμανούς Εβραίους γονείς που διέφυγαν από τους Ναζί τη δεκαετία του 1930 και πολέμησε το 1973 με τον ισραηλινό στρατό. Όπως ο ίδιος είπε σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του: «Επειδή οι γονείς μου ήρθαν από τη Γερμανία και επειδή χάσαμε πολλούς ανθρώπους στο Ολοκαύτωμα, ακριβώς λόγω αυτής της κληρονομιάς, ένιωσα ότι δεν μπορούσα να αδιαφορήσω για τα δεινά των Παλαιστινίων, ούτε θα ήθελα να γίνω μέρος της κοινωνίας που προκάλεσε όλη αυτήν τη βία. Επιπλέον, εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτό που αγαπώ ως ανθρώπινα δικαιώματα, ως ανθρώπινη ηθική, είναι η μόνη βάση για καλύτερη ζωή για όλους τους ενδιαφερόμενους, Εβραίους και Παλαιστινίους.

Χωρίς περιστροφές ο Ίλαν Παπέ περιέγραψε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή ως μια κατάσταση γενοκτονίας, στην οποία στοχοποιούνται άνθρωποι, μικρά παιδιά, μωρά, νοσοκομεία, σχολεία. Μια μαζική επιχείρηση δολοφονίας, εθνοκάθαρσης, ερήμωσης του πληθυσμού.

Ο ίδιος σχολίασε ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την εκδίκησή του για ό,τι έκανε η Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, τονίζοντας ότι η πραγματική πρόθεση δεν είναι απλώς η εκδίκηση, αλλά η προσπάθεια της κυβέρνησης του Ισραήλ να εκμεταλλευτεί τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, με σκοπό να δημιουργήσει νέες πραγματικότητες στην Παλαιστίνη.

Ο Παπέ σχολίασε πρόσφατη ομιλία του Νετανιάχου ως μια προσπάθεια να ξεχάσει ο κόσμος τα 15 χρόνια απάνθρωπης πολιορκίας της Γάζας, τα 56 χρόνια της ανελέητης κατοχής και εθνοκάθαρσης στη Δυτική Όχθη και τα 75 χρόνια που δεν επιτρέπουν στους πρόσφυγες να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Έκανε λόγο για προσπάθεια Ναζισμού των Παλαιστινίων, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια τακτική που την χρησιμοποιούν κάθε τόσο οι ισραηλινές κυβερνήσεις. Υπενθύμισε ότι ο Μεναχέμ Μπέγκιν συνέκρινε τον Γιάσερ Αράφατ που κρυβόταν στο καταφύγιο το 1982 με τον Χίτλερ, ο οποίος είχε κρυφτεί σε καταφύγιο το 1945. «Ο Ναζισμός των Παλαιστινίων έχει σκοπό, πρώτα απ’ όλα, να αδειοδοτήσει τις ισραηλινές πολιτικές, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το Διεθνές Δίκαιο ή τα ανθρώπινα δικαιώματα και, δεύτερον, να μας αποτρέψει από το να μιλήσουμε για το πραγματικό ζήτημα εδώ, που δεν είναι η Χαμάς και οι ενέργειές της την 7η Οκτωβρίου, αλλά την κατάσταση που γέννησε αυτού του είδους τη βία. Αντί να μιλάμε για το σύμπτωμα της βίας, θα πρέπει να μιλήσουμε για την πηγή της βίας. Και η πηγή της βίας δεν έχει αλλάξει. Έχουμε εκατομμύρια Παλαιστινίους εδώ και χρόνια που καταπιέζονται, κυβερνώνται και ελέγχονται από το Ισραήλ, και πολεμούν με ό,τι μέσα διαθέτουν…».

Αυτές οι φωνές της λογικής δεν φτάνουν στ’ αφτιά αυτών που θεωρούν τους εαυτούς τους ηγεμόνες του πλανήτη, όπου το Διεθνές Δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι ανθρώπινες αξίες βομβαρδίζονται καθημερινά στα πεδία των μαχών.

Πηγή: Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις7 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα36 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή