Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανάλυση: Η επόμενη μέρα για τον Ερντογάν

Δημοσιεύτηκε στις

Ο γόρδιος δεσμός του Ερντογάν

Νίκος Μούδουρος

Το βράδυ της 28ης Μαΐου 2023, με την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων του δεύτερου γύρου των προεδρικών, ο Ερντογάν μιλούσε στο πλήθος που συγκεντρώθηκε στο προεδρικό.

Δίπλα του είχε όλους τους ηγέτες των κομμάτων που στήριξαν την υποψηφιότητα του και συμμετείχαν στην «συμμαχία του λαού». Ο ηγέτης καλούσε το «έθνος του» να μην επαναπαυτεί μετά τη νέα νίκη και να ξεκινήσει την προσπάθεια για «επανακατάκτηση» της Κωνσταντινούπολης στις δημοτικές που ακολουθούσαν. Αυτό ήταν και το σημείο που οι ψηφοφόροι της αντιπολίτευσης ένιωσαν ότι έφτασε το τέλος της Ιστορίας. Καταδικασμένοι σε μια ακόμα πενταετία μιας εξουσίας που έμοιαζε αιώνια. Στα μάτια τους, ο Ερντογάν θα συμπλήρωνε 26 συνεχόμενα χρόνια ως επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, περισσότερα από τον ιδρυτή του σύγχρονου κράτους της Τουρκίας, τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Η απελπισία μεγάλωνε, εάν ληφθεί υπόψη το ότι την ίδια στιγμή σε κάποια άλλα κομματικά γραφεία στην Άγκυρα, η συμμαχία της αντιπολίτευσης διαλύθηκε «εις τα εξ ων συνετέθη». Με λίγα λόγια, δεν υπήρχε κάτι στον ορίζοντα που να δημιουργεί έστω μια χαραμάδα ελπίδας για την πολυπόθητη αλλαγή που διεκδικούσαν τα εκατομμύρια των πολιτών που στάθηκαν απέναντι στον Ερντογάν.

Δέκα μήνες μετά, το βράδι της 31ης Μαρτίου 2024, ο Ερντογάν ανέβηκε στο μπαλκόνι των κεντρικών γραφείων του ΑΚΡ στην Άγκυρα για να απευθυνθεί στο (μικρότερο) πλήθος που συγκεντρώθηκε. Αυτή τη φορά συνοδευόταν μόνο από τη σύζυγό του. Ένιωσε την ανάγκη να πει ότι το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών «δεν είναι το τέλος, αλλά ένα σημείο καμπής». Χωρίς το ύφος του «αιώνιου ηγέτη», αλλά με τον χαρακτηριστικό του πατερναλισμό, φρόντισε να υπογραμμίσει ότι πρέπει να γίνει αυτοκριτική. Οι πίνακες των κομματικών ποσοστών στα ΜΜΕ έδειχναν το ΑΚΡ στην δεύτερη θέση πίσω από τον αιώνιο κεμαλικό εχθρό, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα, για πρώτη φορά μετά από 22 ολόκληρα χρόνια. Οι γνωστοί πορτοκαλί εκλογικοί χάρτες της Τουρκίας έγιναν κόκκινοι, με αποτέλεσμα οι δημοφιλείς «διανοούμενοι» να αποχωρήσουν γρήγορα από τα πάνελ των φιλοκυβερνητικών καναλιών.

Τι μεσολάβησε σε διάστημα μόλις δέκα μηνών; Γιατί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, όλοι μιλούν για το μεγαλύτερο πολιτικό χαστούκι ενάντια στον Ερντογάν; Η απάντηση στα ερωτήματα, δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τρεις βασικές δυναμικές, οι οποίες σε διαφορετικό βαθμό, εκφράστηκαν ταυτόχρονα τους τελευταίους δέκα μήνες και συνέβαλαν στην αλλαγή των ισορροπιών.

>Επιβεβαίωση μιας τάσης και η οικονομία της πτώσης:

Η μεγάλη έκπληξη, σύμφωνα με την πλειοψηφία των αναλυτών στην Τουρκία, δεν ήταν τόσο η ήττα στις δημαρχίες των μητροπόλεων, όσο η δραματική μείωση των κομματικών ποσοστών του ΑΚΡ. Ωστόσο μια αποστασιοποιημένη μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων της τελευταίας δεκαετίας, δείχνει ότι το κυβερνών κόμμα βρίσκεται σταθερά σε καθοδική τάση, χωρίς να πείθει για την ικανότητα αναστροφής πορείας. Από το κορυφαίο 49,9% στις βουλευτικές Νοεμβρίου 2015, το ΑΚΡ βρέθηκε στο 35,6% το 2023. Η ίδια ακριβώς τάση καταγράφηκε και στις δημοτικές εκλογές της περιόδου. Το 2014, το ΑΚΡ κέρδισε 45,5%, το 2019 το ποσοστό μειώθηκε στο 44%, ενώ τη νύχτα της 31ης Μαρτίου 2024 καταποντίστηκε στο 35,5%. Η γενικότερη συρρίκνωση του κόμματος του Ερντογάν φτάνει σε ποσοστά άνω του 14% μέσα σε εννέα χρόνια. Σε πραγματικούς αριθμούς, η κατάσταση είναι πιο χαρακτηριστική. Από τα περίπου 24 εκατομμύρια ψήφων του 2015, το κόμμα κατάφερε να συσπειρώσει 19,3 εκατομμύρια τον Μάη του 2023 και 16,3 εκατομμύρια στις δημοτικές του 2024. Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση τα στοιχεία του 2023, το ΑΚΡ έχει 11 εκατομμύρια μέλη. Συνεπώς, τα προαναφερθέντα στοιχεία δείχνουν μια πραγματική δυσκολία του ΑΚΡ να απευθυνθεί πέραν του στενού κομματικού ακροατηρίου.

Το στοιχείο που θόλωνε την πραγματικότητα της φθοράς, ήταν αναμφίβολα η στήριξη προς το πρόσωπο του Ερντογάν. Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο ηγέτης του ΑΚΡ έχει αυτονομηθεί με την έννοια ότι στο πρόσωπο του συσπειρώνονται σχεδόν όλες οι διαφορετικές μερίδες της τουρκικής Δεξιάς. Από τους ακραίους εθνικιστές και την παραδοσιακή συντηρητική πολιτική σκέψη μέχρι τις ισλαμιστικές δομές, ο Ερντογάν αποτελεί την γέφυρα δημιουργίας της ασταθούς ενότητας του συνασπισμού εξουσίας, τουλάχιστον στην περίοδο μετά το 2015. Με αυτό τον τρόπο, η ύπαρξη των διαφορετικών αυταρχικών μηχανισμών αναπαραγωγής της εξουσίας του, δεν επέτρεπαν την κατανόηση της φθοράς σε ποιοτικό και ποσοτικό επίπεδο.

Η πρώτη βασική δυναμική λοιπόν που οδήγησε στην απογύμνωση του ΑΚΡ, ήταν η εκρηκτική κοινωνικοοικονομική κατάσταση. Η εμβάθυνση της κοινωνικής ανισότητας και η δραματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των μισθωτών στρωμάτων της χώρας φώναζαν «παρόν» ήδη από το 2018. Όμως είναι αλήθεια ότι ο τελευταίος χρόνος καταγράφηκε ως εφιαλτικός. Πριν από τις εκλογές του 2023, ο πληθωρισμός ήταν 38-40%. Σήμερα ξεπερνά το 67%. Την ίδια περίοδο η ανεργία ήταν 9%, ενώ σήμερα ξεπέρασε το 10%. Πριν από την κάλπη των προηγούμενων βουλευτικών και προεδρικών, ένα δολάριο αντιστοιχούσε σε 20 τουρκικές λίρες. Σήμερα αντιστοιχεί σε περισσότερες από 30.

Εάν λοιπόν πριν δέκα μήνες το διακύβευμα των προεδρικών ήταν η σταθερότητα και η εμπιστοσύνη που συμβόλιζε ο Ερντογάν ενάντια σε μια αόριστη και χαοτική αλλαγή που συμβόλιζε η αντιπολίτευση, στις δημοτικές εκλογές το διακύβευμα ήταν να «ακουστεί το παράπονο», να καταγραφεί η καταγγελία. Ιδιαίτερα σε μεγάλες πόλεις και μητροπολιτικά κέντρα, όπου η υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και ο πληθωρισμός βιώνονται πιο βίαια, ο θόρυβος του «παράπονου» ήταν εκκωφαντικός. Στην Άγκυρα ο εκλεκτός της κυβέρνησης έχασε με διαφορά 30%. Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ιμάμογλου κέρδισε ένα εκατομμύριο περισσότερους ψήφους από τον Μουράτ Κουρούμ. Συνολικά το ΑΚΡ έχασε 15 νομούς, 10 εκ των οποίων πέρασαν στον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού.

>Η κριτική από τα δεξιά και οι απογοητευμένοι θεοσεβούμενοι:

Εάν η οικονομική δυσπραγία και η κοινωνική ανισότητα είναι η πρώτη βασική δυναμική του επικριτικού μηνύματος που ήθελαν να μεταφέρουν οι ψηφοφόροι, η ύπαρξη μιας συγγενικής, αλλά αυτόνομης πολιτικής δύναμης στη γειτονιά της συντηρητικής κοινωνικής βάσης ήταν επίσης μια σημαντική πλατφόρμα αποδυνάμωσης του ΑΚΡ. Το νέο Κόμμα Ευημερίας υπό την ηγεσία Φατίχ Έρμπακαν, γιου του ιστορικού ηγέτη των ισλαμικών κομμάτων στην Τουρκία, Νετζμεττίν Έρμπακαν, αποφάσισε να συμμετάσχει με τα δικά του ψηφοδέλτια και υποψήφιους δημάρχους. Υπογράμμισε από την αρχή, ότι η στήριξη που έδωσε στον Ερντογάν το 2023 αφορούσε στην επιβίωση και την ασφάλεια του κράτους, δίλημμα που δεν αφορούσε στις δημοτικές εκλογές.

Αυτή η μανούβρα είχε ως αποτέλεσμα το Κόμμα Ευημερίας να μετατραπεί πολύ σύντομα στο επίκεντρο της έκφρασης της δυσαρέσκειας των πλέον συντηρητικών κοινωνικών ομάδων της Κεντρικής Ανατολίας.

Σε πόλεις – κάστρα που ψήφιζαν το ΑΚΡ με τα «μάτια κλειστά», ο Έρμπακαν έγινε η δίοδος για επιστροφή στις ρίζες: Οι ακραίες θέσεις του Κόμματος Ευημερίας ενάντια στον εμβολιασμό, την ομοφυλοφιλία, την θέση της γυναίκας, συνδυάστηκαν με την καταγγελία της διαφθοράς, του αθέμιτου πλουτισμού, του μαφιόζικου κράτους, αλλά και του περιορισμού της κυβερνητικής κριτικής ενάντια στο Ισραήλ σε ρητορικό επίπεδο χωρίς την εφαρμογή πρακτικών μέτρων προστασίας του πληθυσμού στη Γάζα. Δηλαδή όλων εκείνων που στις πολιτισμικές αναφορές της κοινωνίας των πιστών Μουσουλμάνων, αναιρούν το λόγο του Θεού και το ήθος της θρησκείας.

Εξαιτίας της ύπαρξης του Κόμματος Ευημερίας, η εκλογή της τοπικής αυτοδιοίκησης σε πόλεις που αποτελούν την σπονδυλική στήλη της στήριξης Ερντογάν μετατράπηκε σε πεδίο καταγγελίας του ΑΚΡ για την εγκατάλειψη των παραδοσιακών αρχών. Σε αυτό το επίπεδο, η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του κυβερνώντος κόμματος δεν προέρχεται από μια συγκρουσιακή με την εξουσία ιδεολογική τοποθέτηση. Αντίθετα, προέρχεται από εκείνη την οργανωμένη δομή, η οποία αναπαράγει και διαχέει τους πιο συντηρητικούς προσανατολισμούς του καθεστώτος «από τα δεξιά» του Ερντογάν.

Ο Ταγίπ απέναντι σε κοινωνικό ξέσπασμα

Πέραν της οικονομίας και του ξεσπάσματος της κριτικής εντός της ισλαμικής «γειτονιάς» με κύριο εκφραστή τον Έρμπακαν, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί ο ρόλος της αντιπολίτευσης στο εκλογικό αποτέλεσμα. Όπως έχει προαναφερθεί, ο Μάης του 2023 ήταν περίπου εφιαλτικός για σχεδόν όλες τις ιδεολογικές τάσεις που ιστορικά βρέθηκαν σε αντίθετη πορεία με το κίνημα του τουρκικού ισλαμισμού και των συμμάχων του. Ήταν μια στιγμή επιβεβαίωσης της απειλής ενάντια στην κοινωνική και πολιτική τους ύπαρξη. Ακριβώς αυτή η αίσθηση της υπαρξιακής απειλής φαίνεται να κινητοποίησε πιο ολοκληρωμένα τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος.

Η επιλογή πολιτικών προσωπικοτήτων απέναντι στους μονότονους τεχνοκράτες της κυβερνητικής συνεργασίας, αποδείχτηκε ορθή. Όπως ορθή στο εκλογικό επίπεδο αποδείχτηκε και η επιλογή προσώπων που δεν ανήκουν στα παραδοσιακά κοσμικά, δυτικότροπα και κεμαλικά πρότυπα του κόμματος που ίδρυσε το τουρκικό κράτος. Η επικέντρωση της προεκλογικής εκστρατείας στα ουσιαστικά προβλήματα των πολιτών και η προώθηση της έννοιας της «κοινωνικής τοπικής αυτοδιοίκησης» ως απάντηση στην φτώχεια, ήταν στοιχεία που εισήλθαν στην προεκλογική δραστηριότητα από πολλά κέντρα της αντιπολίτευσης. Τόσο υποψήφιοι του Ρεπουμπλικανικού, όσο οι συνεργασίες της κουρδικής και τουρκικής Αριστεράς, απομόνωσαν σε τοπικό επίπεδο τους εκπροσώπους της κυβέρνησης και έδειξαν ικανότητες κινητοποίησης μάζας ψηφοφόρων σε καίρια θέματα της καθημερινής επιβίωσης.

Επομένως, το ερώτημα για την αντιπολίτευση και ειδικά για τον Ιμάμογλου, αφορά στο κατά πόσο θα μπορέσουν να διατηρηθούν στη θέση των εκφραστών της κοινωνικής δυσαρέσκειας και κριτικής. Αλλά και στο κατά πόσο θα μπορέσουν να πολιτικοποιήσουν αυτή την κριτική με στόχο την εκτελεστική εξουσία και επομένως να πείσουν ότι μπορεί να υπάρξει μια καλύτερη Τουρκία χωρίς την ηγεσία Ερντογάν.

Αντίθετα, ο γόρδιος δεσμός που πρέπει να λύσει ο Ερντογάν είναι πιο περίπλοκος. Οι επιλογές στην οικονομική πολιτική είναι περιορισμένες. Εξαναγκάζεται να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας που πρέπει να συνδυαστεί με την ομαλοποίηση στην εξωτερική πολιτική λόγω της ανάγκης ξένων κεφαλαίων. Ο γόρδιος δεσμός επεκτείνεται στην ισχυροποιημένη παρουσία των «αντιπολιτευομένων συγγενών» του Κόμματος Ευημερίας, οι οποίοι του θυμίζουν καθημερινά τη νοσταλγία των απογοητευμένων Μουσουλμάνων σε ένα μακρινό, αλλά «αμόλυντο» παρελθόν. Ο τρόπος που θα επιλέξει να λύσει τις πτυχές του δικού του γόρδιου δεσμού, με επίκεντρο την αναδόμηση της πολιτικής των συμμαχιών με ορίζοντα το 2028, έχει τη δική του στρατηγική σημασία. Γιατί πλέον ο Ερντογάν έχει ενώπιον του μια κοινωνική αντιπολίτευση που στο παρά πέντε δεν αποδέχτηκε το τέλος της Ιστορίας (της).

*Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Πηγή: Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις14 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις29 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις44 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή