Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ποιος θα κάνει κουμάντο στην Άμυνα της Ε.Ε.; Η αντίδραση του ΝΑΤΟ στα σχέδια των Βρυξελλών και το πρόβλημα με Τουρκία και Κύπρο

Δημοσιεύτηκε στις

Άσπονδοι φίλοι στις Βρυξέλλες οι Στόλτενμπεργκ και Φον ντερ Λάιεν

Ανάλυση Politico – Πολλές χώρες της ΕΕ είναι ήδη μέλη του ΝΑΤΟ – Άσπονδοι φίλοι στις Βρυξέλλες οι Στόλτενμπεργκ και Φον ντερ Λάιεν – Τούρκοι στο ΝΑΤΟ δεν είναι πρόθυμοι να μοιραστούν πληροφορίες με την ΕΕ, καθώς οι Κύπριοι θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτές

Ολοένα και πυκνώνουν στον δημόσιο διάλογο οι αναφορές για την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει αμυντική/στρατηγική αυτονομία. Μάλιστα η ευρωπαϊκή οικογένεια μετά την επερχόμενη ευρωκάλπη αναμένεται πιθανόν να αποκτήσει και τον πρώτο Επίτροπο Άμυνας της Ιστορίας της.
Την ίδια στιγμή, όμως, όπως επισημαίνει το Politico σε ανάλυσή του που υπογράφει οι Stuart Lau και Jacopo Barigazzi το γεγονός πως πολλές χώρες της ΕΕ ανήκουν ταυτόχρονα και στο ΝΑΤΟ, προκαλεί αμηχανία στην Ευρωατλαντική Συμμαχία κυρίως για τη σύγκρουση συμφερόντων αναφορικά με τους στρατηγικούς στόχους που θα θέτουν οι δύο αμυντικοί σχηματισμοί.
Χαρακτηριστική του κλίματος είναι η δήλωση του -κατά τα άλλα διπλωμάτη- γενιού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ ο οποίος πρόσφατα σημείωσε πως «Δεν μπορείς να έχεις την ΕΕ και το ΝΑΤΟ να παρουσιάζουν στην Γερμανία ή τη Δανία και την Πολωνία δύο αντικρουόμενες λίστες εν δυνάμει στόχων» για να συνεχίσει λέγοντας πως «αυτό που είναι σημαντικό είναι φυσικά ότι το ΝΑΤΟ είναι ένας οργανισμός ο οποίος οφείλει να θέτει τους εν δυνάμει στόχους, το πόσα άρματα μάχης, πόσα αεροπλάνα, πόσα πλοία, τι είδους ετοιμότητα χρειάζεται και ούτω καθεξής».

politico-nato-1

Δύο «ξένοι» στις Βρυξέλλες
Για χρόνια, τα δύο θεσμικά όργανα που εδρεύουν στις Βρυξέλλες δεν επικοινωνούσαν σχεδόν καθόλου σε θέματα άμυνας -επειδή δεν χρειάστηκε, εκτός βέβαια από κάποια στρατιωτική συνεργασία σε τομείς όπως τα Βαλκάνια -.
Η άμυνα ήταν το πεδίο του ΝΑΤΟ (πρόκειται άλλωστε για στρατιωτική συμμαχία), ενώ η ΕΕ ασχολείτο με το εμπόριο, τη γεωργία, την κλιματική αλλαγή και πράγματα όπως τα πρότυπα για τα παραδοσιακά τυριά. Η κατάσταση συνοψίζεται σε μια φράση που είναι δημοφιλής στους στρατιωτικούς κύκλους: «Οι ΗΠΑ πολεμούν, ο ΟΗΕ ταΐζει, η ΕΕ χρηματοδοτεί». Αυτό τώρα αλλάζει σημειώνει χαρακτηριστικά το Politico.

Δυσεπίλυτη εξίσωση λόγω Τουρκίας και Κύπρου
Την ίδια ώρα πάντως, αν και δημοσίως Στόλτενμπεργκ και Φον ντερ Λάιεν ανταλλάσσουν αβροφροσύνες, υπάρχει λιγότερη εμπιστοσύνη στα χαμηλότερα επίπεδα του ΝΑΤΟ και της Επιτροπής και αυτό σε έναν βαθμό λόγω και της ύπαρξης στην εξίσωση της Τουρκίας και της Κύπρου.
«Το παράδοξο είναι ότι στο υψηλότερο επίπεδο έχετε μια αρκετά καλή και φιλική σχέση εργασίας μεταξύ του Στόλτενμπεργκ και της φον ντερ Λάιεν ειδικότερα. Στη συνέχεια, έχετε πολλές ανεπίσημες ανταλλαγές μεταξύ υπαλλήλων», δήλωσε ο Grand, πρώην ανώτερος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ. «Αλλά τη στιγμή που πρέπει να γίνουμε πολύ πρακτικοί και σοβαροί για να λάβουμε αποφάσεις, πέφτουμε σε ένα μείγμα θεσμικών αντιπαλοτήτων, έλλειψης αμοιβαίας γνώσης και νομικοπολιτικής λεπτομέρειας».

Ο Grand υπενθύμισε ότι όταν ήταν ακόμη στο ΝΑΤΟ, τον κρατούσαν συστηματικά μακριά από τμήματα των συνεδριάσεων της ΕΕ στις οποίες είχε προσκληθεί λόγω του ρόλου του στη συμμαχία – παρόλο που είναι Γάλλος. Θα ήταν επίσης εξίσου περίπλοκο με τους συμμάχους να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της ΕΕ στις συνεδριάσεις του ΝΑΤΟ πέρα από ένα σύντομο τμήμα που θα ήταν αφιερωμένο στις αμοιβαίες ενημερώσεις.
Σε μια ιδιαίτερα τεταμένη περίπτωση, είπε ο Grand, ένας συνάδελφος της ΕΕ προσπάθησε να εμποδίσει έναν Τούρκο ομιλητή του ΝΑΤΟ να συμμετάσχει σε μια κοινή συνεδρίαση. Η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ αλλά όχι της ΕΕ. «Έπρεπε να πω, ‘F*** you. Θα καλέσω όποιον είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει το ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται να τους επιλέξω με βάση τη σημαία», δήλωσε ο Grand.
Η εδαφική διαμάχη της Τουρκίας με την Κύπρο -ένα μη μέλος του ΝΑΤΟ στην ΕΕ- κάνει επίσης τα πράγματα πιο περίπλοκα μεταξύ των δύο θεσμών. Οι Τούρκοι διπλωμάτες στο ΝΑΤΟ δεν είναι πρόθυμοι να αφήσουν το προσωπικό της συμμαχίας να μοιραστεί πάρα πολλές πληροφορίες με την ΕΕ, καθώς οι Κύπριοι αξιωματούχοι θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτές.
«Θα μπορούσατε να σκεφτείτε ότι έχουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία και οι δύο ομάδες πρεσβευτών θα έπρεπε να συναντώνται όσο το δυνατόν συχνότερα για να συζητούν στρατηγικές», δήλωσε ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ. «Αυτό δεν συμβαίνει, χάρη στην Τουρκία και την Κύπρο».
Όλα αυτά καθιστούν τη συνεργασία μεταξύ των δύο τεταμένη – και η πίεση για επαναπροσαρμογή σε έναν κόσμο πολέμου και ρωσικών απειλών θα συμβάλει μόνο στην αύξηση αυτών των εντάσεων.

Τι θα κάνει ο Επίτροπος Άμυνας
Στο πλαίσιο αυτό το τελευταίο διάστημα έχουν αυξηθεί κατά πολύ οι εκκλήσεις ώστε η επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή -που θα σχηματιστεί μετά τις εκλογές της ΕΕ τον Ιούνιο και πιθανώς θα έχει επικεφαλής την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, πρώην υπουργό Άμυνας της Γερμανίας- να έχει για πρώτη φορά Επίτροπο Άμυνας.
Το πρόσωπο στη θέση αυτή θα είναι υπεύθυνο για τη διάθεση δισεκατομμυρίων ευρώ στην αμυντική βιομηχανία της Ευρώπης για να βοηθήσει στις ανάγκες του μπλοκ, καθώς και σε εκείνες της Ουκρανίας.
Η Επιτροπή έχει επίσης παρουσιάσει μια ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική στρατηγική παράλληλα με ένα ταμείο ύψους τουλάχιστον 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ, με στόχο η ΕΕ να αρχίσει επιτέλους να ρίχνει το βάρος της και σε θέματα που αφορούν την Άμυνα.
Οι ηγέτες της ΕΕ προσπαθούν να βρουν χρήματα για να ενισχύσουν την άμυνα της ΕΕ και είπαν στην Επιτροπή να «διερευνήσει όλες τις επιλογές» μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου. Διπλωμάτες λένε ότι οι ηγέτες συμφωνούν στην ανάγκη για τα χρήματα, αλλά διαφωνούν για το πώς θα τα βρουν.
Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία και την πιθανή επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, το μπλοκ θέλει τα μέλη του να αρχίσουν να σκέφτονται το δικό τους μέλλον όσον αφορά την άμυνα, χωρίς πλέον να βασίζονται υπερβολικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο ΝΑΤΟ, όπου οι ΗΠΑ είναι το βασικό μέλος και το οποίο απολαμβάνει εδώ και δεκαετίες την υπεροχή στον τρόπο με τον οποίο οι περισσότερες χώρες της ΕΕ συντονίζουν τις αμυντικές πολιτικές, χτυπάνε οι καμπάνες συναγερμού.

«Σπριντ» για ενίσχυση της Ουκρανίας
Έτσι, την περασμένη εβδομάδα, ο Στόλτενμπεργκ διπλασίασε την προσπάθεια του ΝΑΤΟ να γίνει ο μεγαλύτερος πάροχος ασφάλειας για το Κίεβο. Η Συμμαχία κυκλοφόρησε την ιδέα ενός πενταετούς ταμείου 100 δισ. ευρώ για την Ουκρανία- υπάρχει επίσης ένα σχέδιο από το ΝΑΤΟ να αναλάβει το αμερικανικό σχήμα Ramstein που οργανώνει τη στρατιωτική βοήθεια για την Ουκρανία.
Ωστόσο, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν αμφιβολίες σχετικά με αυτό το επίπεδο νομισματικής δέσμευσης – με ορισμένους υπουργούς Εξωτερικών να λέγεται ότι γούρλωσαν τα μάτια τους κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του Στόλτενμπεργκ νωρίτερα αυτό το μήνα. Το αφεντικό του ΝΑΤΟ πίεσε, λέγοντας ότι θα εργαστεί πάνω στο τεράστιο σχέδιο χρηματοδότησης ενόψει της μεγάλης συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο στην Ουάσιγκτον.
Το ίδιο ποσό των 100 δισ. ευρώ είναι δημοφιλές και σε επίπεδο ΕΕ: Προτάθηκε από τον Επίτροπο Εσωτερικής Αγοράς Τιερί Μπρετόν για ένα αμυντικό ταμείο της ΕΕ, καθώς και από την Εσθονία. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ είναι ανένδοτοι ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επικάλυψης, αλλά επιμένουν ότι το μπλοκ πρέπει να διαδραματίσει οικονομικό ρόλο.
«Πρέπει να οικοδομήσουμε ένα τέτοιο βιώσιμο χρηματοδοτικό μέσο, εάν πρέπει να προστατευθεί η ευρωπαϊκή ασφάλεια» δήλωσε στο Politico ο Tomáš Kopečný, ο Τσέχος απεσταλμένος για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και πρώην αναπληρωτής υπουργός Άμυνας.
Πολλά εξαρτώνται από τη στάση της Ουάσινγκτον. «Εάν οι ΗΠΑ είναι σύμφωνες [με] ένα κοινό ταμείο, ας το κάνουμε στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Εάν θέλουν να συνεχίσουν να το κάνουν διμερώς, ας το κάνουν υπό την ομπρέλα της ΕΕ», δήλωσε ο Kopečný.

Μάχη για την εξουσία
Ο σκεπτικισμός του ΝΑΤΟ σχετικά με την ανάμειξη της ΕΕ στον τομέα της άμυνας είναι βαθύς. Οι ειδικοί της Συμμαχίας βλέπουν τα σχέδια της ΕΕ ως δυνητικό σφετερισμό εξουσιών που θεωρούνται από καιρό ιερά και απαραβίαστα για την 75χρονη συμμαχία και λένε ότι οι ρυθμιστικές παρορμήσεις του μπλοκ θα μπορούσαν να προκαλέσουν χάος στα σχέδια του ΝΑΤΟ.
Ο φόβος είναι επίσης ευρέως διαδεδομένος ότι η ΕΕ μπορεί να σχεδιάζει να θέσει τα δικά της πρότυπα πυρομαχικών, διαφορετικά από εκείνα της συμμαχίας, τα οποία ισχύουν εδώ και μισό αιώνα.
Σε επιστολή που έστειλε ο Στόλτενμπεργκ στη φον ντερ Λάιεν στις 26 Ιανουαρίου, την οποία είδε το Politico, προειδοποίησε ότι «ανησυχώ για την πιθανή επικάλυψη με τις υπάρχουσες δραστηριότητες του ΝΑΤΟ», προσθέτοντας: «Ειδικότερα, θα ανησυχούσα εάν η ΕΕ προχωρούσε στον καθορισμό προτύπων για τα πυρομαχικά».
Το ΝΑΤΟ είναι υπεύθυνο για τους τύπους και τα αποθέματα πυρομαχικών – πόσα πρέπει να διατηρούνται, ποιους τύπους πρέπει να διατηρούν – με κατευθυντήριες γραμμές για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητάς τους πέρα από τα σύνορα, έτσι ώστε, για παράδειγμα, μια γαλλική σφαίρα να μπορεί να βληθεί από μια γερμανική κάννη. Οι ανησυχίες ωστόσο είναι αμφίδρομες.
«Υπάρχει από την πλευρά της ΕΕ, όταν πρόκειται για θέματα άμυνας, ένα μικρό αίσθημα ότι είναι ο νεοεισερχόμενος και ο κατώτερος εταίρος», δήλωσε η Camille Grand, πρώην βοηθός γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, η οποία είναι τώρα επικεφαλής του τομέα άμυνας στο think tank του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων. Η Grand πρόσθεσε ότι φαίνεται να υπάρχει «ένας μικρός φόβος» από την πλευρά της ΕΕ ότι «αν δώσουμε πάρα πολλά… αν αναγνωρίσουμε πάρα πολύ ότι το ΝΑΤΟ έχει την τεχνογνωσία… δεν θα έχουμε τη στρατηγική μας αυτονομία».
Αλλά ο Στόλτενμπεργκ έχει καταστήσει απολύτως σαφές ποιος θα θέσει τα πρότυπα για την άμυνα και την ασφάλεια – και δεν είναι η ΕΕ. «Χρειαζόμαστε μόνο ένα θεσμικό όργανο που να θέτει τα πρότυπα – έτσι τα πρότυπα του ΝΑΤΟ για τη διαλειτουργικότητα, για τις επικοινωνίες, για την εναλλαξιμότητα των πυρομαχικών, όλα αυτά είναι μόνο ένα σύνολο προτύπων», δήλωσε ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ. «Δεν έχετε δύο σύνολα προτύπων – τότε πετυχαίνετε το ακριβώς αντίθετο».

Ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, ωστόσο, υπερασπίστηκε την κίνηση της ΕΕ να κάνει περισσότερα για την αμυντική βιομηχανία. «Η ειρήνη δεν είναι πλέον δεδομένη, δυστυχώς. Ο πόλεμος βρίσκεται στα σύνορά μας», δήλωσε τον περασμένο μήνα. «Ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας έφερε μια μεγάλη αίσθηση του επείγοντος να ενισχύσουμε τις βιομηχανικές αμυντικές μας ικανότητες». Για την ΕΕ, η πιθανή επιστροφή του Τραμπ ως προέδρου των ΗΠΑ καθιστά ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη η Ευρώπη να ενισχύσει γρήγορα τις αμυντικές της ικανότητες.
Σε ομιλία της τον Φεβρουάριο, η Φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι απαιτείται επειγόντως μια «νέα ευρωπαϊκή αμυντική νοοτροπία, διότι δεν έχουμε τον έλεγχο των εκλογών ή των αποφάσεων σε άλλα μέρη του κόσμου».

Άσπονδοι φίλοι των Βρυξελλών
Έτσι, καθώς οι αρμοδιότητες των δύο θεσμικών οργάνων θολώνουν, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός αυξάνεται. «Είναι απολύτως σαφές ότι υπάρχει επίσης μια προσπάθεια από την πλευρά της Βορειοατλαντικής συμμαχίας να ισοφαρίσει ή και να ξεπεράσει την προσπάθεια που έχει καταβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον συγκεκριμένο τομέα», δήλωσε ο Antonio Missiroli, πρώην βοηθός γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ για τις αναδυόμενες προκλήσεις ασφαλείας.

Προσθέτοντας στην πολυπλοκότητα, τα μέλη των δύο επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό – και τα εν λόγω χρήματα προέρχονται από μία μόνο εθνική πηγή. «Υπάρχουν τώρα 23 [χώρες] που είναι και στους δύο οργανισμούς και νομίζω ότι ορισμένες από αυτές ειδικότερα μπορεί να αισθάνονται πολύ πιεσμένες», δήλωσε ο Missiroli.
Μπορεί να υπάρχει δυσπιστία μεταξύ των θεσμών, αλλά σε προσωπικό επίπεδο ο Στόλτενμπεργκ συμπαθεί τη Φον ντερ Λάιεν. Το ζευγάρι συνεργάζεται τακτικά – και φιλικά. «Του αρέσει πραγματικά το στυλ της, ειδικά όταν πρόκειται για την ηγεσία της στο θέμα της Ουκρανίας», δήλωσε πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στον επικεφαλής του ΝΑΤΟ, το οποίο του παραχωρήθηκε ανωνυμία για να μιλήσει ελεύθερα.
Πράγματι, η Φον ντερ Λάιεν είχε κάποια στιγμή προβληθεί ως πιθανός διάδοχος του Στόλτενμπεργκ, η θητεία του οποίου λήγει φέτος.

nato-ee1
Από αριστερά, Σαρλ Μισέλ, Γενς Στόλτενμπεργκ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

Οι δύο τους πραγματοποίησαν κοινά ταξίδια και στις τρεις χώρες της Βαλτικής τόσο πριν όσο και μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Έδωσαν επίσης κοινή συνέντευξη Τύπου στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου τον Φεβρουάριο.
«Αγαπητή Ούρσουλα, είναι πάντα υπέροχο να είμαι μαζί σου», δήλωσε ο συνήθως… σφιγμένος Στόλτενμπεργκ μπροστά στις κάμερες στο Μόναχο. «Και Ούρσουλα, έχεις διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ανύψωση της συνεργασίας ΝΑΤΟ-ΕΕ σε πρωτοφανή επίπεδα».
«Την ημέρα της εισβολής, εσύ και εγώ σταθήκαμε δίπλα-δίπλα και δώσαμε ένα σαφές μήνυμα υποστήριξης προς τον ουκρανικό λαό», υπενθύμισε ο Στόλτενμπεργκ, παραλείποντας τυχαία το άλλο πρόσωπο που βρισκόταν επίσης στη σκηνή εκείνη τη στιγμή – τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ.

Πηγή: Πρώτο Θέμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO8 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή