Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Financial Times: Γιατί η Ινδία θα γίνει υπερδύναμη! Σύγκριση με Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Η χώρα μπορεί να παίξει μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος του κόσμου, όμως οι εσωτερικές της προκλήσεις είναι τρομερές. Τι δείχνουν οι συγκρίσεις με τη φτωχότερη χώρα των ανεπτυγμένων αγορών, την… Ελλάδα.

Του Martin Wolf

«Έχω μια ακλόνητη πεποίθηση πως το 2047, όταν η χώρα γιορτάζει τα 100 χρόνια ανεξαρτησίας της, η χώρα μου θα είναι μια ανεπτυγμένη Ινδία».

Με αυτά τα λόγια απευθύνθηκε στη χώρα του ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι, την Ημέρα της Ανεξαρτησίας το 2023. Είναι η φιλοδοξία του εφικτή; Ναι. Είναι ευλογοφανής; Όχι. Αλλά εξακολουθεί να είναι πιθανό η Ινδία να είναι υπερδύναμη μέχρι τότε, με μια οικονομία -κατά μια μέτρηση- τόσο μεγάλη όσο και αυτή των ΗΠΑ. Πώς μπορεί, λοιπόν, να φτάσει εκεί η Ινδία; Ποιες προκλήσεις θα αντιμετωπίσει; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον κόσμο;

Ασχολήθηκα με το ζήτημα του οικονομικού μέλλοντος της Ινδίας σε διαλέξεις την περασμένη εβδομάδα στο Εθνικό Συμβούλιο Εφαρμοσμένης Οικονομικής Έρευνας και στην Κοινωνία Ενότητας και Εμπιστοσύνης των Καταναλωτών (Consumer Unity and Trust Society) στο Νέο Δελχί. Έδειξα την πρόκληση τού να γίνει μια χώρα υψηλού εισοδήματος, συγκρίνοντας την Ινδία με τη φτωχότερη χώρα που κατατάσσεται στις «ανεπτυγμένες» από το ΔΝΤ, την Ελλάδα. Το 2023, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ινδίας σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης ήταν κατά τι χαμηλότερο από το ένα τέταρτο αυτού της Ελλάδας.

Αν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξηθεί με μόλις 0,6% (η τάση 1990-2029), το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ινδίας θα ήταν μόλις 60% αυτού της Ελλάδας το 2047. Για να φτάσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της σε αυτό της Ελλάδας μέχρι το 2047, ο ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα έπρεπε να αυξηθεί στο 7,5% ετησίως. Αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης δεν θα απείχε πολύ από αυτόν της Κίνας από το 1990 μέχρι το 2012, όταν πέτυχε τον εκπληκτικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 9% (βλ. διαγράμματα).

Η εικόνα του συνολικού μεγέθους είναι μάλλον διαφορετική. Οι προβλέψεις του ΟΗΕ δείχνουν ότι μέχρι το 2050 ο πληθυσμός της Ινδίας θα είναι 1,67 δισ. έναντι 1,32 δισ. στην Κίνα και 380 εκατ. στις ΗΠΑ. Με υπερτετραπλάσιο πληθυσμό, δεν θα είναι δύσκολο για την Ινδία να φτάσει τη συνολική οικονομική παραγωγή των ΗΠΑ. Πράγματι, αν το ΑΕΠ της Ινδίας αυξανόταν μόνο με 5% ετησίως έως το 2047 (πολύ κάτω από τον ετήσιο ρυθμό τάσης του 1990-2029, που ήταν 6,3%) και το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξανόταν με 2,3% (ο ρυθμός τάσης του 1990-2029, σε παρόμοια βάση), η οικονομία της Ινδίας (σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης) θα ήταν ίση με εκείνη των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ θα εξακολουθούσαν να είναι τεχνολογικά πιο προηγμένες και να έχουν πολύ υψηλότερη παραγωγικότητα.

Η κατασκευαστική ικανότητα της Ινδίας επίσης είναι απίθανο να φτάσει ποτέ αυτήν της Κίνας: το μερίδιο του βιομηχανικού της κλάδου στο ΑΕΠ όχι μόνο είναι μικρότερο από αυτό της Κίνας, αλλά ήδη βρίσκεται σε πτώση. Ωστόσο, το μέγεθος έχει σημασία: με τον τεράστιο πληθυσμό της και μια μεγάλη οικονομία, η Ινδία θα ήταν υπερδύναμη -δεν θα έφτανε απόλυτα την Κίνα ή τις ΗΠΑ, αλλά αναμφισβήτητα θα ήταν μια μεγάλη δύναμη.

Τι μπορεί να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη; Ένας λόγος μπορεί να είναι η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης που σημειώνεται στο World Economic Outlook του ΔΝΤ του Απριλίου 2024. Η επίπτωση και έκταση αυτής της δομικής επιβράδυνσης (με την επιβράδυνση της Κίνας και τα στοιχεία δημογραφικής αλλαγής να βρίσκονται στην «εικόνα»), θα μπορούσαν να επιδεινωθούν από ένα μεγάλο άλμα στον προστατευτισμό που θα πυροδοτούσε η πιθανή επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

Πιο μακροπρόθεσμα, η κλιματική κρίση μπορεί να επηρεάσει την οικονομική ανάπτυξη, όπως και την ανθρώπινη ευημερία ευρύτερα, όπως υποστήριξα την περασμένη εβδομάδα. Επίσης, δεν είναι αδιανόητο να υπάρξει ένας πόλεμος μεταξύ των υπερδυνάμεων. Ενάντια σ’ αυτό, ορισμένοι ελπίζουν πως η τεχνητή νοημοσύνη θα αναζωπυρώσει την οικονομική ανάπτυξη. Αλλά αυτό είναι αμφισβητήσιμο.

Ένα κρίσιμο σημείο είναι ότι θα πρέπει η ινδική οικονομία να αναπτυχθεί τουλάχιστον δύο φορές ταχύτερα από την παγκόσμια παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές των Ινδών θα πρέπει επίσης να αυξάνονται τουλάχιστον δύο φορές ταχύτερα από την παγκόσμια παραγωγή, προκειμένου να μη μειωθεί η εμπορική αναλογία: διαφορετικά, η οικονομία θα γίνει όλο και πιο κλειστή.

Ακολουθήστε το Euro2day.gr στο Google News!Παρακολουθήστε τις εξελίξεις με την υπογραφη εγκυρότητας του Euro2day.grFOLLOW USΑκολουθήστε τη σελίδα του Euro2day.gr στο Linkedin

Σε πρόσφατο άρθρο τους, οι Shoumitro Chatterjee και Arvind Subramanian επιχειρηματολογούν κατά οποιασδήποτε νέας έκρηξης αποστροφής προς το εμπόριο. Σημειώνουν την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι «η Ινδία είναι μια μεγάλη χώρα με μια μεγάλη αγορά». Αλλά το πραγματικό μέγεθος της αγοράς για τα εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες είναι κάπου μεταξύ 15% και 45% του ΑΕΠ, δεδομένης της εκτεταμένης φτώχειας.

Και πάλι, ορισμένοι υποστηρίζουν πως «οι εξαγωγές δεν ήταν σημαντικές για την ινδική ανάπτυξη». Αλλά οι εξαγωγές στην πραγματικότητα ήταν κρίσιμης σημασίας, όχι μόνο επειδή πληρώνουν για τις απαραίτητες εισαγωγές, αυξάνουν τον ανταγωνισμό και προσφέρουν πρόσβαση σε παγκόσμια τεχνογνωσία. Τέλος, κάποιοι υποστηρίζουν πως «οι παγκόσμιες ευκαιρίες εξαφανίζονται». Αλλά το μερίδιο της Ινδίας στις παγκόσμιες εξαγωγές εμπορευμάτων (εξαιρουμένου του εμπορίου μεταξύ χωρών της ΕΕ) ήταν μόλις 2,2% το 2022, έναντι 17,6% της Κίνας. Ακόμα και οι εξαγωγές εμπορικών υπηρεσιών της ήταν μόλις 4,4% του παγκόσμιου συνόλου, πολύ χαμηλότερα από το 12,8% των ΗΠΑ και το 6% της Κίνας.

Επιπλέον, και αυτό είναι κρίσιμο, η Ινδία έχει πλεονεκτήματα. Είναι  προφανώς η «συν μία» σε έναν κόσμο της λεγόμενης «Κίνας συν μία». Η Ινδία έχει καλές σχέσεις με τη Δύση, για την οποία είναι στρατηγικής σημασίας. Αλλά είναι επίσης αρκετά σημαντική ώστε να έχει σημασία για όλους τους άλλους. Θα μπορούσε να είναι αυτό που το ΔΝΤ αποκαλεί «χώρα-σύνδεσμο» στην παγκόσμια οικονομία.

Πράγματι, μπορεί και πρέπει να ηγηθεί της απελευθέρωσης του εμπορίου, στο εσωτερικό και σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ινδία έχει επίσης το πλεονέκτημα της διασποράς της, η οποία έχει τεράστια επιρροή, ιδίως στις ΗΠΑ. Δεν είναι λιγότερο σημαντικό ότι το ανθρώπινο δυναμικό της Ινδίας τής δίνει τη δυνατότητα να διαφοροποιήσει και να αναβαθμίσει την οικονομία της με την πάροδο του χρόνου. Πρέπει να το εκμεταλλευτεί αυτό. Το μέγεθος, εν ολίγοις, δίνει στη χώρα βαρύτητα. Η Ινδία δεν περιορίζεται απλώς από τον κόσμο: μπορεί και πρέπει να τον διαμορφώσει.

Αυτό που θα έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το πώς θα διαχειριστεί η Ινδία τον εαυτό της. Oι μεγαλύτερες προκλήσεις της είναι εσωτερικές: διατήρηση της σταθερότητας, βελτίωση της παιδείας, υπεράσπιση του κράτους δικαίου, αναβάθμιση των υποδομών, παροχή ενός περιβάλλοντος πρώτης τάξεως για επενδύσεις, ενθάρρυνση εσωτερικών επενδύσεων και επιτάχυνση της στροφής της προς την καθαρή ενέργεια.

Οι πρόσφατες εκλογές με έχουν κάνει πιο αισιόδοξο. Η χώρα θα πρέπει να συνεχίσει να έχει μια σταθερή κυβέρνηση. Αλλά το BJP του Μόντι ταπεινώθηκε. Ελπίζω πως αυτό θα πείσει την κυβέρνηση να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην οικονομία και την ευημερία του πληθυσμού, αντί για τους πολιτισμικούς πολέμους της Ινδίας. Η Ινδία μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντική σταθεροποιητική δύναμη στον κόσμο, με επιρροή. Πρέπει όλοι μας να ελπίζουμε πως θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις13 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Δημοφιλή