Διεθνή
Ο «φαύλος κύκλος της ανομίας» στην Τουρκία και στα κατεχόμενα
Τι λένε σχετικές εκθέσεις των ΗΠΑ
Όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου, στην Τουρκία και στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα τής ΚΔ ενεργοποιείται ασταμάτητα κάτι που έχω ονομάσει ως «φαύλο κύκλο της ανομίας».
Στις 30 Μάρτιου 2021, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των Ηνωμένων Πολιτείων της Αμερικής δημοσίευσε τις «Εκθέσεις του 2020 για τις Πράξεις των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων στις χώρες του κόσμου». Αυτές οι νέες «Εκθέσεις» έριξαν περισσότερο φως επάνω στην απανθρωπιά σε πολλαπλά κράτη.
Μεταξύ των νέων «Εκθέσεων» ήταν αυτές που επικεντρώθηκαν στην Κύπρο και στη διπλανή Τουρκία, μιαν από τις τρεις λεγόμενες «εγγυήτριες δυνάμεις» της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) και, από το 1974, κατέχουσα δύναμη στο βόρειο τμήμα της. Αυτές οι δύο «Εκθέσεις» όχι μόνο απεικόνισαν την απαράδεχτη κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Επίσης, υπογράμμισαν τουλάχιστον τρεις αυτονόητες και διασυνδεδεμένες πραγματικότητες.
Φρίκη στην Τουρκία
Η πρώτη πραγματικότητα αφορά την Τουρκία. Παρόλο που οι συνθήκες στα ελεύθερα τμήματα της ΚΔ είναι απογοητευτικές, ειδικά λόγω των πράξεων διάκρισης και διαφθοράς, οι συνθήκες στην Τουρκία και στο κατεχόμενο τμήμα της ΚΔ είναι, με διαφορά, χειρότερες. Μάλιστα, η «Έκθεση» για την Τουρκία για το 2020 παρουσιάζει μια φρικιαστική εικόνα βαναυσότητας και διαφθοράς, για την οποία προφανώς ευθύνεται η τουρκική κυβέρνηση υπό τη μακροχρόνια, κακοήθη και αυταρχική ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Για την Τουρκία κατά τη διάρκεια του 2020, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ γράφει για «αναφορές» σε «αυθαίρετες δολοφονίες» («arbitrary killings»), «ύποπτους θανάτους ατόμων υπό κράτηση», «αναγκαστικές εξαφανίσεις», «βασανιστήρια», «αυθαίρετες συλλήψεις και συνεχιζόμενες κρατήσεις δεκάδων χιλιάδων ατόμων», «βία και απειλές βίας εναντίων δημοσιογράφων», «βία κατά γυναικών και λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, τρανσέξουαλ, μεσοφυλικών ατόμων και μελών άλλων μειονοτήτων» και ούτω καθεξής.
Στην ίδια «Έκθεση», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προσθέτει κάτι σχετικό:
«Η κυβέρνηση [της Τουρκίας] έλαβε περιορισμένα μέτρα για τη διερεύνηση, δίωξη και τιμωρία μελών των δυνάμεων ασφαλείας και άλλων αξιωματούχων που κατηγορούνται για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ατιμωρησία παρέμεινε πρόβλημα».
Με άλλα λόγια, στην Τουρκία, λόγω των προφανών ενεργειών και παραλείψεων των μηχανισμών του κράτους, η συστημική απανθρωπιά συνοδεύεται από τη συστημική αδικία και τη συστημική ατιμωρησία.

Απανθρωπιά στα κατεχόμενα
Η «Έκθεση» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Κύπρο για το 2020 επιβεβαιώνει μια δεύτερη πραγματικότητα. Αυτή έχει να κάνει με το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της ΚΔ, το οποίο ονομάζεται από την «Έκθεση» ως «περιοχή την οποία διαχειρίζονται Τουρκοκύπριοι». Όπως στην περίπτωση της Τουρκίας, αυτό το κατεχόμενο τμήμα πλήττεται από τη συστημική απανθρωπιά, αδικία και ατιμωρησία.
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, «τα σημαντικά ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων» στο κατεχόμενο τμήμα περιλαμβάνουν «σοβαρούς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, συμπεριλαμβανομένων των [δήθεν] νόμων περί ποινικής δυσφήμησης», «επαναπροώθηση των αιτούντων για άσυλο», «σοβαρές πράξεις διαφθοράς», «έλλειψη διερεύνησης και λογοδοσίας για τη βία κατά των γυναικών», «την εμπορία προσώπων» και «εγκλήματα που περιλαμβάνουν βία ή απειλές βίας που στοχεύουν μέλη εθνικών μειονοτήτων».
Υπό τέτοιες άθλιες συνθήκες, δεν αποτελεί έκπληξη ένα σχετικό σχόλιο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το κατεχόμενο τμήμα: «Η βία κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της συζυγικής κακοποίησης, παρέμεινε μείζον πρόβλημα». Ούτε αποτελεί έκπληξη το ανακοινωθέν της Προεδρίας της Τουρκίας της 20ής Μαρτίου 2021, δέκα ημέρες πριν από τη δημοσίευση της «Έκθεσης» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ γι’ αυτήν την κατέχουσα δύναμη.
Μέσω αυτού του ανακοινωθέντος, η Προεδρία επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία έχει αποσυρθεί από τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (του 2011), αλλιώς γνωστή ως Σύμβαση Κωνσταντινούπολης (Δείτε: www.iletisim.gov.tr/english/haberler/detay/statement-regarding-turkeys-withdrawal-from-the-istanbul-convention).
Κάνοντας αυτήν την κίνηση, η Προεδρία της Τουρκίας έχει αυξήσει την προϋπάρχουσα ευαλωτότητα των γυναικών και των κοριτσιών στην Τουρκία και στο κατεχόμενο τμήμα της ΚΔ. Αναπόφευκτα, οι δικαιούχοι της κίνησης είναι βιαστές, παιδόφιλοι και άλλοι κακοποιοί των γυναικών ή των κοριτσιών.
Ατιμωρησία
Στην «Έκθεσή» του για την Κύπρο για το 2020, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκαλύπτει ότι εν όψει των απάνθρωπων περιστάσεων στον κατεχόμενο βορρά, οι «de facto» αρμόδιες Αρχές «έλαβαν μέτρα για τη διερεύνηση αξιωματούχων μετά από ισχυρισμούς για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Εντούτοις, «υπήρχαν αποδείξεις της ατιμωρησίας».
Στην ίδια «Έκθεση», το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρουσιάζει λεπτομέρειες για τέτοια «ατιμωρησία». Παραθέτω πιο κάτω κάποια παραδείγματα:
«Μη κυβερνητικές οργανώσεις ανέφεραν ότι η έλλειψη καμερών ασφαλείας σε κέντρα κράτησης και σε τμήματα της ‘‘Κεντρικής Φυλακής’’ επέτρεψε στους [‘‘de facto’’] αστυνομικούς και φύλακες να κακοποιήσουν τους κρατουμένους, με ατιμωρησία…».
Στο πλαίσιο της διαφθοράς στο κατεχόμενο τμήμα της ΚΔ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιγράφει την ατιμωρησία με τον ακόλουθο τρόπο:
«Ο ‘‘νόμος’’ προβλέπει ποινικές κυρώσεις για διαφθορά για την οποία ευθύνονται ‘‘αξιωματούχοι’’. Οι [‘‘de facto’’] Αρχές δεν εφάρμοσαν αποτελεσματικά τον ‘‘νόμο’’ και οι ‘‘αξιωματούχοι’’ μερικές φορές εμπλέκονταν σε διεφθαρμένες πράξεις με ατιμωρησία…».
Συνεπάγεται ότι οι «de facto» αρμόδιες αρχές στον κατεχόμενο βορρά μοιάζουν με τις δομές μιας συμμορίας που εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις ή που κλείνουν τα μάτια τους μπροστά σε αυτές. Μολαταύτα, σε περίπτωση οποιασδήποτε «διευθέτησης» του λεγόμενου «Κυπριακού» βάσει των Ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), αυτές οι «de facto» αρμόδιες αρχές ενδέχεται να μεταμορφωθούν αυτομάτως σε «de jure» αρμόδιες αρχές. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα είναι εξωφρενικό και θα πρέπει να αποφευχθεί.
Ανισότητα και απαρτχάιντ
Η τρίτη πραγματικότητα και πάλι αφορά το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της ΚΔ. Εκεί, εις βάρος των μη Τούρκων, όχι μόνο επικρατεί συστημική ανισότητα. Επίσης, απ’ ό,τι φαίνεται, διαπράττεται το έγκλημα του απαρτχάιντ.
Στην «Έκθεσή» του για την Κύπρο για το 2020, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν αναφέρει το έγκλημα του απαρτχάιντ. Ωστόσο, δημοσιεύει αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό το έγκλημα. Για παράδειγμα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξηγεί ότι:
«Οι Ελληνοκύπριοι και οι Μαρωνίτες που ζουν στις περιοχές που διοικούνται από Τουρκοκύπριους μπόρεσαν να κατέχουν ορισμένες από τις περιουσίες τους στην περιοχή αυτή, αλλά [λόγω των δήθεν ‘‘νόμων’’ εκεί] δεν μπόρεσαν να αφήσουν τις περιουσίες τους σε κληρονόμους που κατοικούσαν στην περιοχή που ελέγχεται από την Κυβέρνηση [της ΚΔ]. Οι Μαρωνίτες που ζουν στην περιοχή που ελέγχεται από την Κυβέρνηση [της ΚΔ] μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τις περιουσίες τους στον βορρά μόνο εάν αυτές οι ιδιοκτησίες δεν ήταν υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού ή εάν δεν είχαν παραχωρηθεί σε Τουρκοκύπριους. …».
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι διακρίσεις κατά των μη Τούρκων το 2020 ήταν ευρύτερες από αυτές που αφορούσαν τις περιουσίες. Για παράδειγμα:
«Οι [‘‘de facto’’] τουρκοκυπριακές αρχές δεν επέτρεψαν στους Ελληνοκύπριους και Μαρωνίτες με διαμονή στον βορρά να συμμετάσχουν στις [δήθεν] εκλογές που διοικούσαν οι [‘‘de facto’’ αρχές στον κατεχόμενο βορρά]. … Οι Ελληνοκύπριοι αντιμετώπισαν διακρίσεις στην κοινωνία και διακρίσεις στην εργασία».
Αυτή η συστημική ανισότητα και οι σχετικές διακρίσεις είναι σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Ως εκ τούτου, αποτελούν αναπόφευκτα αποτελέσματα της «διζωνικότητας» που υπάρχει στην πράξη -όχι μόνο ως επιβαλλόμενη «de facto» συνέπεια της ωμής εθνοκάθαρσης αλλά, επίσης, ως ιδεολογική έκφραση του νεο-οθωμανικού «δικοινοτισμού».
Όσον αφορά τις ενδείξεις του απαρτχάιντ, αυτές αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι η Τουρκία έχει απομακρυνθεί από μια σειρά διεθνών συνθηκών κατά αυτού του εγκλήματος. Οι σχετικές συμβάσεις που δεν έχουν καν υπογραφτεί από την Τουρκία περιλαμβάνουν τη Διεθνή Σύμβαση για την Καταστολή και Τιμωρία του Εγκλήματος του Απαρτχάιντ (του 1973), τα Επιπρόσθετα Πρωτόκολλα των Συμβάσεων της Γενεύης (του 1977), τη Διεθνή Σύμβαση Κατά του Απαρτχάιντ στον Αθλητισμό (του 1985) και το Καταστατικό της Ρώμης για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (του 1998).
Υπό τέτοιες αποκρουστικές συνθήκες, θα έλεγα ότι το κατεχόμενο τμήμα της ΚΔ έχει μολυνθεί με μια εντελώς αντιδημοκρατική και νεο-οθωμανική μορφή του εγκλήματος του απαρτχάιντ (δείτε, μεταξύ άλλων, το άρθρο μου της 1ης Δεκεμβρίου 2018 στον ιστότοπο της «Σημερινής», υπό τον τίτλο «Το έγκλημα του Απαρτχάιντ και η Κυπριακή Δημοκρατία», στο https://simerini.sigmalive.com/article/2018/12/1/to-egklema-tou-apartkhaint-kai-e-kupriake-demokratia/).
Η Τουρκία δεν έχει τιμωρηθεί για τη μαζική εγκληματικότητα που έχει επιβληθεί στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα τής ΚΔ και γι’ αυτήν την ατιμωρησία ουσιαστικά φταίει ο ΟΗΕ. Αντί να λάβει αυστηρά μέτρα με διπλούς στόχους τον τερματισμό της εγκληματικότητας και την εφαρμογή της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, ο ΟΗΕ έχει υιοθετήσει μια κατευναστική πολιτική με σιωπηρό στόχο τη νομιμοποίηση της τερατώδους κατάστασης – μέσω της εγκαθίδρυσης, στη Νήσο Κύπρο, μιας «δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας».
Τι απέγινε η εύλογη αρχή, σύμφωνα με την οποία «το έγκλημα δεν επιβραβεύεται»; Έχει ξεχαστεί από τον ΟΗΕ; Αν ναι, αυτό είναι αποτέλεσμα της πρόθεσης ή της απερισκεψίας; Είτε έτσι είτε αλλιώς, ο ΟΗΕ είναι υπεύθυνος για μια μυστική «ειρηνευτική διαδικασία», η οποία ισοδυναμεί με μιαν άδικη «μεταπολεμική διαδικασία», που έχει σχεδιαστεί για να εδραιώσει τις απάνθρωπες συνέπειες της ολόγυμνης εγκληματικότητας.
«Ο φαύλος κύκλος της ανομίας»
Τα αποσπάσματα των «Εκθέσεων» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που έχω αναπαραγάγει πιο πάνω, δεν περιγράφουν τις άσπλαχνες συνθήκες στην άλλην άκρη του κόσμου αλλά στην Τουρκία και στο υπό κατοχήν τμήμα της ΚΔ από την Τουρκία. Εντούτοις, απ’ ό,τι φαίνεται, όταν δημοσιεύτηκαν οι «Εκθέσεις» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις 30 Μαρτίου 2021, καλωσορίστηκαν με σιωπή από την Κυβέρνηση της ΚΔ. Εκείνη τη μέρα, όπως και την επόμενη μέρα, το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυβέρνησης δημοσίευε (στο www.pio.gov.cy) το ένα κυβερνητικό ανακοινωθέν μετά το άλλο. Όμως, κανένα δεν αφορούσε αυτές τις «Εκθέσεις».
Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των θεμάτων που αποκάλυψαν οι «Εκθέσεις», αυτή η σιωπή είναι ανεξήγητη, αποτροπιαστική και ύποπτη. Ωστόσο, μας υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε κυβερνητική πολιτική του κατευνασμού δεν συνεπάγεται απλώς τη χορήγηση παραχωρήσεων προς όφελος ενός επιτιθέμενου. Περαιτέρω, εν όψει της ολόγυμνης εγκληματικότητας, οποιαδήποτε πολιτική του κατευνασμού έχει τη ενδημική ικανότητα να προκαλέσει κυβερνητική σιωπή σε συνδυασμό με τη μη παροχή της ποινικής δικαιοσύνης.
Για τους λόγους που έχω εντοπίσει σε αυτό και σε τόσα αλλά προηγούμενα άρθρα, καταλήγω σε ένα επικριτικό συμπέρασμα. Όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου, στην Τουρκία και στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της ΚΔ ενεργοποιείται ασταμάτητα κάτι που έχω ονομάσει ως «φαύλο κύκλο της ανομίας». Έχει έξι βασικούς κρίκους:
(1) Διαπράττεται έγκλημα και υπάρχουν στοιχεία γι’ αυτό·
(2) δεν ξεκινά τελεσφόρος έρευνα·
(3) κανείς δεν κρίνεται ένοχος για το έγκλημα·
(4) επικρατεί συστημική αδικία·
(5) ακολουθεί συστημική ατιμωρησία·
(6) ο «φαύλος κύκλος της ανομίας» είναι έτοιμος να ξεκινήσει εκ νέου.
Διαδοχικές κυβερνήσεις της Τουρκίας είναι κυρίως υπεύθυνες για την ύπαρξη του «φαύλου κύκλου της ανομίας» – τόσο στην Τουρκία όσο και στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της ΚΔ. Τούτου λεχθέντος, άλλες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν να αποφύγουν κάποιες ευθύνες, ειδικά λόγω της πολιτικής του κατευνασμού που έχουν ακολουθήσει και της μη ενεργοποίησης των μηχανισμών της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης.
Καθώς ξεδιπλώνεται το μέλλον, η ανεξαρτησία, η ασφάλεια και η επιβίωση της ΚΔ θα εξαρτηθούν από το αν, το πότε και το πώς θα αντιμετωπιστεί ο «φαύλος κύκλος της ανομίας». Υπάρχει ένα απλό αντίδοτο κατ’ αυτού του «κύκλου». Αποτελείται από την αυστηρή επιβολή του κράτους δικαίου.
……
ΥΓ: Οι «Εκθέσεις» του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την Τουρκία και για την Κύπρο βρίσκονται στο www.state.gov/wp-content/uploads/2021/03/TURKEY-2020-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf και στο www.state.gov/wp-content/uploads/2021/03/CYPRUS-2020-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf αντίστοιχα. Σχετικές λεπτομέρειες βρίσκονται στον ιστότοπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εδώ: www.state.gov/reports/2020-country-reports-on-human-rights-practices/
* Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή Πανεπιστημίου UCLan Cyprus. Οι απόψεις του είναι προσωπικές.
Πηγή: Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
