Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ένα οικοδόμημα βουτηγμένο στο αίμα

Η άρνηση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου είναι θεσμική και διαχρονική: ακόμη και σήμερα το κράτος και μεγάλο μέρος της κοινωνίας στην Τουρκία αρνούνται ότι οι θηριωδίες συνιστούν γενοκτονία.

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Για την Τουρκία ο αγώνας για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και οποιεσδήποτε προσπάθειες ανάδειξης του θέματος χαρακτηρίζονται ως «παραληρηματικές δηλώσεις» και «αβάσιμοι ισχυρισμοί» για «προπαγανδιστικούς σκοπούς». Οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν πάνω από έναν αιώνα πριν, με πρωτεργάτη τον ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ θεωρούνται… φανταστικές κατηγορίες και το έγκλημα ερμηνεύεται ως νικηφόρος αγώνας πάταξης ιμπεριαλιστικών σχεδιών στον πόλεμο για την ανεξαρτησία. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί που σας προαναφέρθηκαν είναι λόγια του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών σε ανακοίνωσή του στις 19 Μαΐου 2025.

Η άρνηση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου είναι θεσμική και διαχρονική: ακόμη και σήμερα το κράτος και μεγάλο μέρος της κοινωνίας στην Τουρκία αρνούνται ότι οι θηριωδίες συνιστούν γενοκτονία. Η άρνηση επεκτείνεται και σε άλλες χριστιανικές μειονότητες όπως οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι. Είναι ξεκάθαρο, ότι πρόκειται για οργανωμένη προσπάθεια αποδόμησης της ιστορικής μνήμης.

Άλλωστε ολόκληρο το οικοδόμημα της Τουρκίας είναι βουτηγμένο στο αίμα. Τα θεμέλια της είναι βασισμένα πάνω σε αυτές τις γενοκτονίες. Ένα παράνομο κράτος που κτίστηκε πάνω στο αίμα των Ελλήνων, κατά τον συγγραφέα και ακτιβιστή Ταμέρ Τσιλιγκίρ. Είναι αυτό που έλεγε και ο αείμνηστος καθηγητής Νεοκλής Σαρρής, ότι «Η Τουρκία δεν έχει ιστορία αλλά ποινικό μητρώο».

Όταν όμως ο θύτης δεν τιμωρείται για το έγκλημά του τότε το επαναλαμβάνει. Η Τουρκία συνεχίζει τις γενοκτονίες μέχρι σήμερα, εναντίον των Κούρδων, των αλεβιτών και άλλων μειονοτήτων, όχι μόνο εντός συνόρων αλλά και εκτός. Ο Ελληνισμός πλήρωσε άλλο ένα βαρύ τίμημα το 1974 με την εισβολή και κατοχή στην Κύπρο.

Όποιοι αναδεικνύουν αυτά τα εγκλήματα κατατρέχονται. Συλλαμβάνονται και διώκονται. Χαρακτηρική είναι η έκθεση του 2016 του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τίτλο «Τουρκία: Αποσιωπώντας τα ΜΜΕ». Εκεί αναλύεται πώς, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, η κυβέρνηση έκλεισε δεκάδες μέσα ενημέρωσης, φυλάκισε δημοσιογράφους και κατέστειλε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία με πρόσχημα την «εθνική ασφάλεια». Η πολυμορφία της ενημέρωσης καταρρακώθηκε με το κλείσιμο Μέσων. Επιβλήθηκε έλεγχος περιεχομένου και λογοκρισία. Για τους ίδιους λόγους, δηλαδή περί εθνικής ασφάλειας, έκλεισε το 1921 και η εφημερίδα ΕΠΟΧΗ του εθνομάρτυρα δημοσιογράφου του Πόντου, Νίκου Καπετανίδη του οποίου την προσωπικότητα τιμά το σωματείο μας.

Από το 2014 χρόνια παρουσίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία της Τουρκίας έχουν σκοτωθεί πέντε δημοσιογράφοι, φυλακίστηκαν 131, 77 καταδικάστηκαν ότι προσέβαλαν τον πρόεδρο και μπλοκαρίστηκαν τρεις διαδικτυακές πλατφόρμες, το Instagram, το Twitter και η Wikipedia. Η Τουρκία είναι μία από τις πέντε χώρες με τη μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη πτώση στην ελευθερία στο διαδίκτυο, σύμφωνα με νέες πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν το 2025 από τον αμερικανικό οργανισμό Freedom House. Βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των 72 χωρών που αξιολογήθηκαν και συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις χώρες έχουν σημειώσει τη μεγαλύτερη πτώση στην ελευθερία στο διαδίκτυο.

Πρόσφατη έκθεση της ΕΕ επισημαίνει «ανησυχητική οπισθοδρόμηση» στον τομέα του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με ιδιαίτερη αναφορά στις συνεχείς καταστολές πολιτικών αντιπάλων και δημοσιογράφων, καθώς και στις κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί σε βάρος αιρετών αξιωματούχων και προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης.

Υπάρχει και ένα πρόσφατο παράδειγμα δίωξης δημοσιογράφου αυτό της Τουγτσέ Γιλμάζ, η οποία διώκεται με το περιβόητο Άρθρο 301 του τουρκικού Ποινικού Κώδικα λαο βρέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου κατηγορούμενη ότι «προσέβαλε το τουρκικό έθνος και τα κρατικά όργανα» μέσω του ρεπορτάζ της με τίτλο «Οι Αρμένιοι νέοι της Τουρκίας μιλούν: 109 χρόνια αδιάκοπου πένθους».

Είναι ο διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr με ενεργή συμμετοχή στο ιστορικό πλέον Infognomonpolitics.gr από το 2019, συνιδιοκτήτης του PontosVoice.com, ενώ αρθρογραφεί και στο Middle East Forum. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και διαθέτει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Διοίκηση Επιχειρήσεων με ειδικότητα στο "Ηλεκτρονικό Επιχειρείν" από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Παράλληλα έχει πιστοποιηθεί ως αμυντικός και αστυνομικός συντάκτης από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει άρθρα, αφιερώματα και συνεντεύξεις για την ιστορία, την παράδοση και τη λαογραφία γύρω από τον ποντιακό πολιτισμό, αλλά και την ανάδειξη του ζητήματος τη γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Έχει διοργανώσει, συμμετάσχει σε εκδηλώσεις ποντιακών συλλόγων και φορέων, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επικοινωνιακή προβολή τους. Είναι δημιουργός και παραγωγός του ντοκιμαντέρ "Αργυρουπολιτών... πορεία" της Ένωσης Ποντίων Αργυρούπολης. Γνωρίζει αγγλικά, γερμανικά και τουρκικά. Έχει υπηρετήσει στις Ειδικές Δυνάμεις ως αμφίβιος Καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Μόντι από το 2014: Οι νέοι βγαίνουν στους δρόμους

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ινδική κυβέρνηση είναι να αρχίσει να πιστεύει τη δική της προπαγάνδα και να αγνοήσει την πραγματική δυσαρέσκεια. Τόσο στο Μπανγκλαντές όσο και στο Νεπάλ, το βάθος της λαϊκής δυσαρέσκειας ήταν εμφανές σε όποιον ήταν διατεθειμένος να το δει —όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Ινδία. Παρά τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφει η χώρα, οι νέοι ανησυχούν για το οικονομικό τους μέλλον. Η ανεργία μεταξύ των αποφοίτων πανεπιστημίων ανέρχεται στο 23%, η αύξηση των θέσεων εργασίας γραφείου έχει επιβραδυνθεί και περιορίζεται μόλις στο 1% φέτος, ενώ σχεδόν το ένα τέταρτο των Ινδών ηλικίας 15 έως 29 ετών δεν εργάζεται, δεν σπουδάζει και δεν συμμετέχει σε προγράμματα κατάρτισης.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Διακυβεύεται το ίδιο το μέλλον της δημοκρατίας της χώρας, καθώς και η δυνατότητα ανανέωσής της. Οι μαζικές διαδηλώσεις που εκτυλίσσονται στο Δελχί από τον Ιούλιο και αναζωπυρώθηκαν ξανά αυτόν τον μήνα δεν είναι τίποτε λιγότερο από μια σύγκρουση γύρω από τα θεμέλια του ινδικού κράτους και το κατά πόσον αυτό ανταποκρίνεται στις συνταγματικές του δεσμεύσεις.

Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν το καλοκαίρι, όταν φοιτητές εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για την αντιλαμβανόμενη αδικία στο εξεταστικό σύστημα της χώρας. Πλέον, έχουν διευρυνθεί και έχουν μετατραπεί σε έναν αγώνα για την ακεραιότητα των εκλογών της Ινδίας, αφότου οι αρχές άρχισαν, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, να διαγράφουν περισσότερα από 130 εκατομμύρια άτομα από τα προσωρινά εκλογικά μητρώα. Πολλοί από όσους αφαιρέθηκαν από τους εκλογικούς καταλόγους προσφεύγουν κατά της διαγραφής τους —μια συχνά επίπονη διαδικασία—, αλλά το ενδεχόμενο μαζικής στέρησης του εκλογικού δικαιώματος είναι υπαρκτό. Τις τελευταίες ημέρες, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, έχουν βγει στους δρόμους του Δελχί, ενώ οι διαδηλώσεις εξαπλώνονται πλέον και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Οι διαδηλωτές απαιτούν την παραίτηση του επικεφαλής της Εκλογικής Επιτροπής της Ινδίας και αμφισβητούν την αξιοπιστία των φαινομενικά ανεξάρτητων θεσμών της χώρας. Παράλληλα, θεωρούν τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι άμεσα υπεύθυνο, κατηγορώντας τον ότι «κλέβει τη δημοκρατία». Απορρίπτοντας τη σημερινή πορεία της χώρας, οι διαδηλώσεις συνιστούν τη σημαντικότερη πρόκληση για την εξουσία του Μόντι από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία, το 2014.

Τα κύρια κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία δεν έχουν καταφέρει ποτέ να πλησιάσουν στην ανατροπή του Μόντι στις εθνικές βουλευτικές εκλογές, παρουσίασαν ενιαίο μέτωπο υπό τον Ραχούλ Γκάντι, αρχηγό του κόμματος του Κογκρέσου, πραγματοποιώντας μια εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης σε συγκέντρωση στο Δελχί στις 12 Οκτωβρίου. Ωστόσο, η πραγματική καρδιά της διαμαρτυρίας είναι η έντονη πολιτική ενέργεια και η ευρηματικότητα που επιδεικνύουν οι φοιτητές της Γενιάς Ζ. Αυτοί οι νέοι αψηφούν τις απαγορεύσεις των διαδηλώσεων, παραβιάζουν δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και υπομένουν κρατήσεις, συνεχίζοντας αδιάκοπα να αμφισβητούν την εξουσία της κυβέρνησης.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει επίσης αυτήν την αντιπαράθεση ως μια μάχη υπαρξιακής σημασίας. Αυτό φαίνεται από την αποφασιστικότητά της να περιορίσει τις διαδηλώσεις: έχει αναπτύξει περισσότερα από 40.000 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, έχει κλείσει σταθμούς του μετρό και σιδηροδρομικούς σταθμούς, έχει αποκλείσει το κέντρο του Δελχί με οδοφράγματα, έχει αναστείλει την πρόσβαση στο κινητό διαδίκτυο και έχει θέσει υπό κράτηση περισσότερα από 7.000 άτομα. Έχει υπερασπιστεί επίμονα τον επικεφαλής της Εκλογικής Επιτροπής και έχει αρνηθεί να συζητήσει τα αιτήματα με την αντιπολίτευση ή τους νεαρούς διαδηλωτές.

Ο Μόντι δεν κινδυνεύει να χάσει την εξουσία· δεν πρόκειται για επανάληψη των πρόσφατων διαδηλώσεων της Γενιάς Ζ στις γειτονικές χώρες Μπανγκλαντές και Νεπάλ, οι οποίες οδήγησαν με επιτυχία στην ανατροπή κυβερνήσεων. Ωστόσο, η ινδική κυβέρνηση αντιμετωπίζει έναν πιο ανεπαίσθητο κίνδυνο: οι εντολές της δεν έχουν πλέον αδιαμφισβήτητη ισχύ. Ένας ισχυρός ηγέτης όπως ο Μόντι θέλει να προβάλλει μια εικόνα προσωπικής εξουσίας που δεν αμφισβητείται. Από το 2014, το κυβερνών κόμμα του, το Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP), έχει εδραιώσει και συγκεντρώσει την εξουσία σε πρωτοφανή βαθμό. Για την κυβέρνηση, η ανοιχτή ανυπακοή των νέων —οι οποίοι προέρχονται από όλα τα κοινωνικά, θρησκευτικά και καστικά περιβάλλοντα και δεν μπορούν εύκολα να απορριφθούν ή να στιγματιστούν ως μέλη μιας «αντεθνικής» ομάδας— αποτελεί πρωτοφανή πρόκληση. Κάνει την άλλοτε ακλόνητη λαβή της κυβέρνησης Μόντι στην εξουσία να φαίνεται πιο εύθραυστη. Το μέλλον της ινδικής δημοκρατίας εξαρτάται από το κατά πόσον αυτή η αντιπαράθεση θα διευρύνει τον δημοκρατικό χώρο ή θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη καταστολή.

Η υπόσχεση της ισότητας

Η σύγχρονη Ινδία θεμελιώνεται σε δύο θεσμούς που της προσδίδουν νομιμοποίηση: τις εκλογές και τις εξετάσεις. Από την ανεξαρτησία της το 1947, η Ινδία έχει διατηρήσει τη φήμη ότι διεξάγει ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Η Εκλογική Επιτροπή της Ινδίας, ένας ανεξάρτητος συνταγματικός φορέας, διαθέτει ευρείες εξουσίες ώστε να διασφαλίζει ότι οι εκλογές διεξάγονται χωρίς να υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης. Η αξιοπιστία της Επιτροπής υπήρξε καθοριστική για την αξιοπιστία της ινδικής δημοκρατίας.

Η Ινδία διεξάγει επίσης διαγωνιστικές εθνικές εξετάσεις για την πρόσληψη εργαζομένων στον δημόσιο τομέα και για την εισαγωγή σε δημόσια και αρκετά ιδιωτικά κολέγια. Για εκατομμύρια νέους ανθρώπους, το διακύβευμα αυτών των εξετάσεων είναι μεγάλο. Η επιτυχία μπορεί να τους ανεβάσει γρήγορα τα σκαλιά των ευκαιριών, ενώ η αποτυχία μπορεί να τους καταδικάσει στο να μην καταφέρουν ποτέ να τα ανέβουν. Είναι, επομένως, σημαντικό οι εξετάσεις αυτές να διεξάγονται δίκαια και να φέρουν τη σφραγίδα της εντιμότητας και της αμεροληψίας.

Η Ινδία παραμένει μια κοινωνία με βαθιές ανισότητες, στην οποία το χρήμα, οι οικογενειακές διασυνδέσεις και η εξουσία διαστρεβλώνουν σχεδόν όλους τους θεσμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκλογές και οι εξετάσεις είναι οι μόνες δύο διαδικασίες που καθιστούν απτή την υπόσχεση του κράτους για ίση μεταχείριση. Οι εκλογές προσφέρουν ακόμη και στους φτωχότερους Ινδούς την προοπτική της αξιοπρέπειας και της δυνατότητας να επηρεάζουν τις εξελίξεις, με αποτέλεσμα τα ποσοστά συμμετοχής των ψηφοφόρων να είναι συστηματικά υψηλά. Οι εξετάσεις διατηρούν μια αντίστοιχη υπόσχεση: κρατούν ζωντανή την ιδέα ότι η ακαδημαϊκή επιμέλεια και οι επιδόσεις μπορούν να υπερισχύσουν άλλων μορφών κοινωνικού κεφαλαίου. Βεβαίως, η διεξαγωγή τόσο των εκλογών όσο και των εξετάσεων δεν υπήρξε ποτέ τέλεια, αλλά η συνολική ακεραιότητα αυτών των διαδικασιών δεν είχε αμφισβητηθεί ποτέ.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, οι ενέργειες της ινδικής κυβέρνησης έχουν προκαλέσει αμφιβολίες τόσο για τις εκλογές όσο και για τις εξετάσεις. Το 2024, οι πανεθνικές εισαγωγικές εξετάσεις για τις ιατρικές σχολές βρέθηκαν στο επίκεντρο διαμάχης λόγω μιας σειράς παρατυπιών, μεταξύ των οποίων και η διαρροή των θεμάτων της εξέτασης πριν από τη διεξαγωγή της. Ακολούθησαν διαδηλώσεις και οι φοιτητές έθεσαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία του εξεταστικού συστήματος. Το περιστατικό έφερε επίσης στο επίκεντρο της έντονης κριτικής την Εθνική Υπηρεσία Εξετάσεων, τον κεντρικό φορέα ο οποίος, υπό τον Μόντι, είχε αναλάβει την ευθύνη για τη διεξαγωγή πολλών σημαντικών εξετάσεων. Η συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων είχε ως στόχο να διασφαλίσει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και κανονικότητα. Αντί γι’ αυτό, βάθυνε την κρίση, καθώς συγκέντρωσε την ευθύνη στο επίπεδο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Τον Ιούλιο, οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις ανάγκασαν τον υπουργό Παιδείας να παραιτηθεί, εξαιτίας της δυσαρέσκειας για το εξεταστικό σύστημα.

Παρομοίως, κατά τη διάρκεια του τελευταίου περίπου έτους, η Εκλογική Επιτροπή αποφάσισε να πραγματοποιήσει αυτό που είναι γνωστό ως Ειδική Εντατική Αναθεώρηση (Special Intensive Revision — SIR), δηλαδή μια αξιολόγηση των εκλογικών καταλόγων της Ινδίας με στόχο να διασφαλιστεί η ακρίβειά τους. Η διαδικασία αυτή εμπίπτει πλήρως στις αρμοδιότητες της Εκλογικής Επιτροπής· η προηγούμενη ανάλογη αναθεώρηση είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ 2002 και 2004. Αυτή τη φορά, όμως, η διαδικασία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, λόγω των ανησυχιών ότι επιβαρύνει υπερβολικά τους πολίτες, απαιτώντας τους να αποδείξουν ότι δικαιούνται να ψηφίσουν· λόγω της έλλειψης διαφάνειας σχετικά με τους λόγους για τους οποίους προστίθενται ή διαγράφονται ονόματα από τους καταλόγους· καθώς και λόγω της χρήσης νέου λογισμικού, το οποίο έχει δώσει στην Εκλογική Επιτροπή τη δυνατότητα να διαγράφει πολίτες από τους εκλογικούς καταλόγους για ασήμαντους λόγους, παρακάμπτοντας συχνά τις καθιερωμένες διαδικασίες και τις συστάσεις των τοπικών υπαλλήλων που πραγματοποιούν τους πραγματικούς ελέγχους.

Σύμφωνα με τους επικριτές του, ο Γκιανές Κουμάρ, επικεφαλής της Εκλογικής Επιτροπής, ενήργησε μονομερώς και απερίσκεπτα προωθώντας την αναθεώρηση των εκλογικών καταλόγων με τρόπους που παραβίαζαν τις συνήθεις διαδικασίες. Από τον Ιούνιο του 2025, η διαδικασία SIR έχει επισημάνει περίπου 130 εκατομμύρια ονόματα προς διαγραφή από τους εκλογικούς καταλόγους. Παρότι πολλές από τις διαγραφές αφορούσαν διπλοεγγραφές και τα ονόματα ανθρώπων που είχαν πεθάνει ή εγκαταλείψει τη χώρα, εκατομμύρια Ινδοί βρέθηκαν να έχουν χάσει το δικαίωμα ψήφου και τώρα επιβαρύνονται με το δύσκολο έργο να προσφύγουν σε δικαστικό όργανο για να αποδείξουν την υπηκοότητά τους. Υπό αυτό το πρίσμα, οι διαδηλώσεις έχουν ήδη επιφέρει ένα θετικό αποτέλεσμα: η Εκλογική Επιτροπή προσπαθεί να κατευνάσει τους επικριτές της διευκολύνοντας την υποβολή προσφυγών από όσους αποκλείστηκαν.

Ο Γκάντι έχει υποστηρίξει ότι η διαδικασία SIR αποτελεί εργαλείο χειραγώγησης των εκλογών. Ήδη, στην πολιτεία της Δυτικής Βεγγάλης, όπου αφαιρέθηκαν εννέα εκατομμύρια ονόματα από τους καταλόγους, εκατομμύρια Ινδοί διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στις περιφερειακές εκλογές του Μαρτίου, επειδή οι προσφυγές τους δεν είχαν ακόμη εξεταστεί. Οι εκλογές έφεραν το BJP του Μόντι στην εξουσία στην πολιτεία για πρώτη φορά. Αλλά ακόμη κι αν η Εκλογική Επιτροπή δεν στοχοποιεί συστηματικά ψηφοφόρους βάσει της ταυτότητας ή των πολιτικών προτιμήσεών τους, η διαδικασία εξακολουθεί να ενέχει τον κίνδυνο να στερήσει από εκατομμύρια ανθρώπους το εκλογικό τους δικαίωμα λόγω καθαρής ανικανότητας.

Σαν να μην έφτανε αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας, ένας ακόμη ζωτικής σημασίας δημοκρατικός θεσμός, διαδραμάτισε επίσης έναν δυσάρεστο ρόλο σε αυτήν την αλληλουχία γεγονότων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ουσιαστικά συνέβαλε στη στέρηση του εκλογικού δικαιώματος των ψηφοφόρων στη Δυτική Βεγγάλη, υποστηρίζοντας με αξιοσημείωτη αδιαφορία ότι όσοι είχαν προσφύγει και των οποίων οι υποθέσεις εκκρεμούσαν θα μπορούσαν απλώς να ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές, αφού εξετάζονταν οι προσφυγές τους· δεν είχε σημασία αν έχαναν τη δυνατότητα να ψηφίσουν στις τρέχουσες εκλογές.

Η εντύπωση αναλγησίας του Ανώτατου Δικαστηρίου ενισχύθηκε τον Μάιο, όταν ο Σούρια Καντ, πρόεδρος του δικαστηρίου, παρομοίασε μια ομάδα νέων δικηγόρων που ζητούσαν αλλαγές με «κατσαρίδες». Αυτή η μεμονωμένη δήλωση πυροδότησε ένα κοινωνικό κίνημα, με τη δημιουργία του «Κόμματος Τζανάτα των Κατσαρίδων» (Cockroach Janata Party) —αρχικά ως αστείο, αλλά στη συνέχεια με σοβαρές προθέσεις—, μιας ομάδας που έχει συσπειρώσει νέους Ινδούς τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στους δρόμους. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξαναγκαστική παραίτηση του υπουργού Παιδείας, Νταρμέντρα Πραντάν, τον Ιούλιο, μετά τις μαζικές διαδηλώσεις στο Δελχί και σε ολόκληρη τη χώρα. Τώρα κινητοποιεί νέους Ινδούς ώστε να ζητούν την παραίτηση του Κουμάρ, του επικεφαλής της Εκλογικής Επιτροπής.

Το σημαντικότερο είναι ότι το κίνημα έχει συνδέσει άμεσα την κρίση αξιοπιστίας με τον Μόντι, ενθαρρύνοντας μια πραγματική έκρηξη δημόσιας χλεύης προς τον πρωθυπουργό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο διαδίκτυο. Αυτό έχει πλήξει την εικόνα του αήττητου ηγέτη που ο Μόντι καλλιεργούσε προσεκτικά, ενός ηγέτη που εκπληρώνει κάθε υπόσχεσή του. Ο ίδιος υπερηφανευόταν για την κυριαρχία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όμως η απώλεια του ελέγχου της πολιτικής αφήγησης ήταν εμφανής, ιδίως στην πλατφόρμα ανταλλαγής εικόνων Instagram. Ο πρωθυπουργός επιχείρησε αδύναμα να απαντήσει δημιουργώντας τα δικά του σύντομα βίντεο (reels), αλλά αυτό δεν κατάφερε να ανακόψει το κύμα δημόσιας ασέβειας. Η γελοιοποίηση είχε σημασία όχι απλώς ως πολιτική σάτιρα. Διέλυσε το πέπλο φόβου που είχε καλύψει την ινδική δημοκρατία από τότε που ο Μόντι ανέλαβε την πρωθυπουργία, καθώς οι επικριτές φιμώνονταν μέσω εκφοβισμού και οι ηγέτες της αντιπολίτευσης γίνονταν στόχοι δικαστικών διαδικασιών. Χλευάζοντας την εξουσία, οι νέοι βρήκαν τη φωνή τους.

Η απειλή που συνιστούν για τον Μόντι είναι σημαντική. Αυτοί οι νέοι Ινδοί δεν κουβαλούν το ιστορικό βάρος των δεσμών με τα παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης. Τα ζητήματα στα οποία επικεντρώνονται —οι εξετάσεις και οι εκλογές— υπερβαίνουν τις κοινωνικές διαχωριστικές γραμμές, ακόμη και τις κομματικές πολιτικές πεποιθήσεις. Και το πείσμα, το πνεύμα, η ευρηματικότητα και η αφοβία των διαδηλωτών έχουν πλήξει την εξουσία του Μόντι όσο τίποτε άλλο τα τελευταία 12 χρόνια.

Το δικό τους μέλλον

Το κίνημα πρέπει ακόμη να αντιμετωπίσει τη σκληρή πραγματικότητα της κρατικής εξουσίας, η οποία έγινε εμφανής στους δρόμους του Δελχί την περασμένη εβδομάδα. Οι αρχές επιχείρησαν να καταστείλουν και να περιορίσουν φυσικά τη διαφωνία, απαγορεύοντας τις διαδηλώσεις και εμποδίζοντας τους διαδηλωτές να εισέλθουν σε ορισμένους δημόσιους χώρους. Αυτό, με τη σειρά του, έδωσε στους νέους Ινδούς έναν ακόμη λόγο να βγουν στους δρόμους: να διαμαρτυρηθούν για την άρνηση του δικαιώματος διαμαρτυρίας και να διεκδικήσουν ξανά τους δημόσιους χώρους. Η κυβέρνηση έχει αναπτύξει χιλιάδες μέλη των δυνάμεων ασφαλείας στην πρωτεύουσα της χώρας, σαν να αντιμετώπιζε έναν εισβάλλοντα ξένο στρατό και όχι νέους ανθρώπους που διατυπώνουν εύλογα αιτήματα. Όλα δείχνουν ότι ο Μόντι θα συνεχίσει να τηρεί σκληρή στάση απέναντι στις διαδηλώσεις.

Για την κυβέρνηση, το βασικό αίτημα του κινήματος, δηλαδή η παραίτηση του Κουμάρ, δεν αφορά απλώς τη θητεία ενός αξιωματούχου. Ο Μόντι έχει εξασφαλίσει εξαιρετικά υψηλό βαθμό αφοσίωσης στο εσωτερικό του BJP, μέσω μιας άρρητης διαβεβαίωσης ότι όσοι ενεργούν κατ’ εντολή της κυβέρνησης θα προστατεύονται από τις συνέπειες των πράξεών τους. Αν αυτή η διαβεβαίωση αρχίσει να εξασθενεί, οι υπουργοί και τα στελέχη του κόμματος ενδέχεται να ανησυχήσουν για το τι θα συμβεί όταν δεν θα μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένη την προστασία της ηγεσίας. Επομένως, η υπεράσπιση του Κουμάρ από τον Μόντι μπορεί να αφορά λιγότερο τη διαδικασία SIR και περισσότερο τη διατήρηση της αφοσίωσης προς την κυβέρνηση στις τάξεις του κόμματός του.

Επιπλέον, ο Μόντι έχει οικοδομήσει μεγάλο μέρος της πολιτικής του προσωπικότητας πάνω στη μετατροπή των προσβολών που θεωρεί ότι δέχεται σε επιδείξεις ισχύος. Το να υποχωρήσει μπροστά στη δημόσια χλεύη θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο και δεν θα ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Η απομάκρυνση του Κουμάρ θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραδοχή ενοχής. Μια τέτοια υποχώρηση θα μπορούσε, στη συνέχεια, να ενθαρρύνει τους αντιπάλους του Μόντι και να προκαλέσει περαιτέρω διαδηλώσεις, ενισχύοντας παράλληλα την πιθανότητα μια συσπειρωμένη αντιπολίτευση να καταφέρει τελικά να εκτοπίσει τον πρωθυπουργό στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, που έχουν προγραμματιστεί για το 2029.

Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η ινδική κυβέρνηση είναι να αρχίσει να πιστεύει τη δική της προπαγάνδα.

Βεβαίως, οι μελλοντικές εκλογικές συνέπειες των διαδηλώσεων παραμένουν αβέβαιες. Η δημόσια οργή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ψήφους. Η Εκλογική Επιτροπή ενδέχεται ακόμη να αμβλύνει τη διαμάχη, επιτρέποντας σε ψηφοφόρους των οποίων οι προσφυγές εκκρεμούν να συμμετάσχουν στις εκλογές ή προχωρώντας σε διαδικαστικές παραχωρήσεις που θα περιορίσουν τα άμεσα παράπονα. Το BJP ενδέχεται και πάλι να επωφεληθεί από τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, καθώς και από το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι σε μια τόσο μεγάλη χώρα όπως η Ινδία σπάνια έχουν ενιαία κίνητρα και αντιλήψεις για το πολιτικό διακύβευμα. Η επόμενη μεγάλη εκλογική δοκιμασία, στην πολιτεία Ούταρ Πραντές, απέχει ακόμη μερικούς μήνες και θα πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο του 2027. Μια νίκη του BJP εκεί θα επέτρεπε στο κόμμα να ισχυριστεί ότι η εξουσία του παραμένει ακέραιη· μια ήττα, αντίθετα, θα καθιστούσε πολύ δυσκολότερο τον περιορισμό των πολιτικών συνεπειών της σημερινής διαμάχης. Η κυβέρνηση είναι πιθανό να εντείνει ακόμη περισσότερο την καταστολή όσων εκφράζουν διαφωνία σε ολόκληρη τη χώρα, θεωρώντας ότι μπορεί να περιορίσει επιτυχώς τις δημόσιες εκδηλώσεις οργής.

Το BJP ελπίζει ότι όσο περισσότερες αναταραχές σημειώνονται στο Δελχί, τόσο ευκολότερα θα μπορεί να παρουσιάζει τη σημερινή αναταραχή ως έργο ταραχοποιών και αναρχικών, συσπειρώνοντας τους Ινδούς γύρω από τον πρωθυπουργό. Η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της επιχειρούν ήδη να απαξιώσουν το κίνημα, παρουσιάζοντάς το ως αποτέλεσμα ξένης παρέμβασης και επικαλούμενοι θεωρίες συνωμοσίας, καθώς και παραδείγματα φερόμενης κακόβουλης ξένης ανάμειξης στις νεανικές διαδηλώσεις στο Μπανγκλαντές και το Νεπάλ, οι οποίες ανέτρεψαν τις κυβερνήσεις που βρίσκονταν τότε στην εξουσία.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ινδική κυβέρνηση είναι να αρχίσει να πιστεύει τη δική της προπαγάνδα και να αγνοήσει την πραγματική δυσαρέσκεια. Τόσο στο Μπανγκλαντές όσο και στο Νεπάλ, το βάθος της λαϊκής δυσαρέσκειας ήταν εμφανές σε όποιον ήταν διατεθειμένος να το δει —όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Ινδία. Παρά τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφει η χώρα, οι νέοι ανησυχούν για το οικονομικό τους μέλλον. Η ανεργία μεταξύ των αποφοίτων πανεπιστημίων ανέρχεται στο 23%, η αύξηση των θέσεων εργασίας γραφείου έχει επιβραδυνθεί και περιορίζεται μόλις στο 1% φέτος, ενώ σχεδόν το ένα τέταρτο των Ινδών ηλικίας 15 έως 29 ετών δεν εργάζεται, δεν σπουδάζει και δεν συμμετέχει σε προγράμματα κατάρτισης.

Οι ίδιοι οι θεσμοί που προορίζονταν να διασφαλίσουν το μέλλον τους —οι εκλογές, τα δικαστήρια και οι ανεξάρτητες υπηρεσίες— χάνουν την εμπιστοσύνη τους. Ο ισχυρός ηγέτης αποτυγχάνει, την ώρα που η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να εμπνεύσει ουσιαστική πεποίθηση και ενθουσιασμό.

Αυτό που καθιστά, λοιπόν, τη σημερινή στιγμή τόσο σημαντική είναι το θέαμα νέων ανθρώπων οι οποίοι, παρότι διαθέτουν ελάχιστες καλές επιλογές, εξακολουθούν να επιλέγουν να αγωνιστούν για τη δημοκρατία τους με τον μόνο τρόπο που μπορούν οι πολίτες όταν αυτή βρίσκεται σε κίνδυνο: με ενέργεια, φιλοδοξία και την πεποίθηση ότι μπορούν να διαμορφώσουν το δικό τους συλλογικό μέλλον, όπου κι αν τους οδηγήσει αυτό.

foreignaffairs.com

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Χρήσιμος σύμμαχος ή σύμμαχος που σέβονται;

Υπάρχει άραγε Έλληνας ή Ελληνίδα που δεν ένοιωάσε υπερηφάνεια ακούγοντας τα όμορφα λόγια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών και Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, σε έναν ιστορικό τόπο με φόντο την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα; Σε έναν τόπο που συμβολίζει τις ιδέες και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε ο δυτικός πολιτισμός από την αρχαιότητα έως σήμερα;

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει η Μανταλένα Παπαδοπούλου

Υπάρχει άραγε Έλληνας ή Ελληνίδα που δεν ένοιωάσε υπερηφάνεια ακούγοντας τα όμορφα λόγια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών και Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, σε έναν ιστορικό τόπο με φόντο την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα; Σε έναν τόπο που συμβολίζει τις ιδέες και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε ο δυτικός πολιτισμός από την αρχαιότητα έως σήμερα;

Δεν αναφέρομαι σε μίζερους απάτριδες που αντιμετωπίζουν με δυσανεξία κάθε αναφορά στην ιστορική παρακαταθήκη του Έθνους. Αναφέρομαι στον μέσο Έλληνα, ο οποίος μετά από χρόνια διεθνούς απαξίωσης, όταν μας αποκαλούσαν τεμπέληδες και κλέφτες, άκουσε έναν εκπρόσωπο παγκόσμιας δύναμης να αναγνωρίζει το ιστορικό βάθος και τη σημασία της Ελλάδας.

Φτάσαμε, όμως, στο σημείο να χρειάζεται ένας ξένος σύμμαχος να μας υπενθυμίσει τα διδάγματα της ιστορίας μας και να σημειώσει το αυτονόητο: «Δεν επιθυμούμε να δούμε τη γενέτειρα της Δύσης να απειλείται από κακές αποφάσεις, αδράνεια και αποτυχία αντιμετώπισης των προκλήσεων» μήπως επιτέλους κάποιοι στο πολιτικό μας σύστημα, αλλά και στην ελληνική κοινωνία, αντιληφθούν ότι δεν είναι στραβός ο γιαλός, εμείς στραβά αρμενίζουμε. Καθώς οι φιλοφρονήσεις δεν υποκαθιστούν τη στρατηγική, το πραγματικό ζητούμενο είναι κατά πόσο το θετικό πρόσημο της παρουσίας Ρούμπιο, μπορεί  να μετουσιωθεί σε μετρήσιμο στρατηγικό αποτέλεσμα και με ποιες προϋποθέσεις.

Σε έναν κόσμο ρευστότητας και ανισορροπίας, όπου κυριαρχεί ο διεθνής ανταγωνισμός, οι ΗΠΑ αγωνίζονται για τη διατήρηση της ηγετικής τους θέσης. Με τη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας, αλλά και των εμπορικών και ενεργειακών διαδρομών που διέρχονται από τη Μεσόγειο, η Ελλάδα αποτελεί έναν ιδιαίτερα χρήσιμο σύμμαχο. Η γεωγραφική της θέση και η δυνατότητα να αποτελέσει κόμβο συνδεσιμότητας προσδίδουν στη χώρα μας αυξημένη στρατηγική σημασία.

Ο στρατηγικός στόχος να αποτελέσει τη κυριότερη πύλη εισόδου του αμερικανικού υγροποιημένου αερίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ο Κάθετος Διάδρομος και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας Κύπρου μέσω του Great Sea Interconnector (GSI) εξυπηρετούν τα μεγάλα γεωπολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Παράλληλα, η Ελλάδα είναι στρατηγικά χρήσιμη και στον τομέα της άμυνας. Η ενέργεια και η άμυνα δε, βρίσκονται στον πυρήνα του δόγματος εθνικής ασφαλείας του Τραμπ. Το ερώτημα είναι αν αυτή η χρησιμότητα αρκεί για να εξασφαλίσει και την έμπρακτη στήριξη των ελληνικών θέσεων εκεί όπου συγκρούονται με τις τουρκικές επιδιώξεις.

Για τη διοίκηση Τραμπ, το διεθνές δίκαιο καθίσταται περίπου ασήμαντο και οι διακρατικές σχέσεις είναι συναλλακτικές. Η Ελλάδα όμως έναντι της Τουρκίας δεν έχει επιδείξει και ιδιαίτερα χαρίσματα στο κοινώς λεγόμενο «παζάρι». Όταν οι πολιτικές χαράσσονται επί τη βάσει υπολογισμών κόστους-οφέλους, όπως κάνουν όλοι οι ορθολογικοί δρώντες στο διεθνές σύστημα με ένστικτο επιβίωσης ή/και ευημερίας, μια «μικρή» υποχώρηση της Ελλάδας δια της τεθλασμένης αποτελεί το μικρότερο κόστος για τους Αμερικανούς.

Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι τουρκικές απαιτήσεις γύρω από τις έρευνες και τις εργασίες που απαιτούνται, διατηρούν ένα κλίμα διαρκούς ανησυχίας. Στην περιοχή της Κάσου, όπου σχεδιάζονται οι εργασίες για το καλώδιο, η Τουρκία προβάλλει απαιτήσεις που συνδέονται με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα σε βάρος τρίτων χωρών. Η Ελλάδα, από την άλλη, έχει οριοθετήσει μερικώς ΑΟΖ με την Αίγυπτο. Πράγματι έχουμε κατοχυρωμένο δικαίωμα με βάση το άρθρο 79 παράγραφος 2 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το ζήτημα δεν είναι αν η Ελλάδα διαθέτει νομικά επιχειρήματα, που όντως έχει. Το ζήτημα είναι αν στη πράξη μπορούμε να ασκήσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Τα υπερασπιζόμαστε ή υποχωρούμε κάθε φορά γιατί «τι θέλετε να κάνουμε; Πόλεμο;». Εν μέσω διεθνών ανταγωνισμών, παγκόσμιας ρευστότητας, διεκδίκησης ισχύος και επιρροής, μηδαμινή βαρύτητα έχει η εμμονή και ο εφησυχασμός στο διεθνές δίκαιο. Το διεθνές δίκαιο δεν είναι άλλοθι αδράνειας.

Τι μας είπε, λοιπόν, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, σε σχετική ερώτηση. Ότι αυτά θα συζητηθούν ιδιωτικά και μέσω διπλωματικών οδών. Η διατύπωση αυτή δεν προδικάζει ούτε την υποστήριξη, ούτε την απόρριψη των ελληνικών θέσεων. Αλλά η υπεραισιοδοξία που διακατέχει κάποιους, επειδή μας έπλεξε το εγκώμιο και αναγνώρισε την ιστορική μας αξία στερείται παντελώς ορθολογικής θεμελίωσης. Η εμπειρία έχει δείξει χρόνια ολόκληρα ότι ακόμα και εκεί που το διεθνές δίκαιο είναι σαφές, η διαχρονική παραίνεση των ΗΠΑ είναι «βρείτε τα» εξισώνοντας τον επιτιθέμενο με τον αμυνόμενο. Και όταν η ένταση κορυφώνεται, εκείνος που θεωρείται πιθανότερο να υποχωρήσει, δέχεται συνήθως τις ισχυρότερες πιέσεις.

Ο Ρούμπιο χαρακτήρισε «αδιανόητο» το ενδεχόμενο ελληνοτουρκικής σύγκρουσης. Αδιανόητο ήταν το ενδεχόμενο πολλές φορές στο παρελθόν. Δεν επιθυμούν εντάσεις ανάμεσα σε δυο συμμάχους τους, αλλά ποιον θα πιέσουν για να αποκλιμακωθεί η όποια όξυνση; Εκείνον που εμφανίζεται πιο προβλέψιμος, υπάκουος και απρόθυμος να αναλάβει το κόστος μιας αντιπαράθεσης. Έχουμε, δυστυχώς, δώσει δείγματα γραφής.

Η κρίση των Ιμίων παραμένει χαρακτηριστικό ιστορικό προηγούμενο. Το «no ships, no troops, no flags» και η Μαδρίτη που ακολούθησε, μας θυμίζει πάντα ότι τέτοια αποκλιμάκωση μπορεί να αποτρέψει μια πολεμική σύγκρουση, αλλά όχι μόνο δεν επιλύει τα προβλήματα που την προκάλεσαν, αντίθετα, ανοίγει περαιτέρω τις απειλητικές ορέξεις της γείτονος και μετατρέπεται σε μηχανισμό σταδιακής υποχώρησης. Και μπορεί να μην υπάρχει σήμερα Σημίτης, αλλά έχει αφήσει επικίνδυνη παρακαταθήκη.

Καταλήγοντας, η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζει την ασφάλειά της στην προσδοκία ότι οι σύμμαχοί της θα υπερασπίζονται πάντοτε τα συμφέροντά της επειδή αναγνωρίζουν τη γεωστρατηγική της αξία. Ο Ρούμπιο είπε ότι προτεραιότητα είναι το εθνικό συμφέρον. Ισχύει και για εμάς; Και αν ναι, το ακούσαμε; Γιατί ως φαίνεται, οδηγούμαστε εκ νέου, με εύσχημο τρόπο και δια της τεθλασμένης να δεχθούμε τετελεσμένα. Θα ζητήσουμε «άδεια» της Τουρκίας; αν δεν ζητήσουμε άδεια, θα «ενημερώσουμε» την Τουρκία ως μη οφείλουμε; Και αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνει η γαλλική εταιρεία και εμείς θα κάνουμε ότι δεν καταλάβαμε; Θα αποκτήσει η Τουρκία λόγο στη δική μας περιοχή δημιουργώντας ένα ακόμα κακό προηγούμενο; Αυτό οδηγεί σε τετελεσμένα, απεμπόληση κυριαρχικών δικαιωμάτων και de facto αποτελέσματα.

Όταν ζητάς από τον ξένο παράγοντα να σε υποστηρίξει ως σύμμαχο έναντι άλλων συμμάχων, πρέπει να είσαι διατεθειμένος να πας μέχρι τέλους. Η ισχύς και τα οπλικά συστήματα καθίστανται άχρηστα σε αυτούς που δεν επιδεικνύουν τη βούληση, την πρόθεση, την αποφασιστικότητα να τα χρησιμοποιήσουν, πολλώ δεν μάλλον όταν το διατυμπανίζουν κιόλας. Πρέπει να επιλέξουμε αν θα είμαστε για τους Αμερικανούς ο σύμμαχος που εξυπηρετεί ή ο σύμμαχος που σέβονται.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εστία 16/10/2026

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Le Point : “Ασπάστηκα το Ισλάμ τον Οκτώβριο του 1975 και συνεχίζω να είμαι κομμουνιστής.”

Pierre-André Taguieff : Κατασκεύασα τον όρο “Ισλαμοαριστερισμός” στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να ορίσω μια de facto “αγωνιστική” συμμαχία μεταξύ ισλαμιστικών κύκλων και ακροαριστερών εν ονόματι του παλαιστινιακού ζητήματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

Le Point : Από πού προέρχεται ο όρος Ισλαμοαριστερισμός ;
Pierre-André Taguieff : Κατασκεύασα τον όρο “Ισλαμοαριστερισμός” στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να ορίσω μια de facto “αγωνιστική” συμμαχία μεταξύ ισλαμιστικών κύκλων και ακροαριστερών εν ονόματι του παλαιστινιακού ζητήματος. Παρατηρώντας, από το φθινόπωρο του 2000 όταν ξεκίνησε η δεύτερη Ιντιφάντα, μια σειρά από τις λεγόμενες φιλο-παλαιστινιακές διαδηλώσεις, όπου ακτιβιστές από τη Χαμάς, την Ισλαμική Τζιχάντ και τη Χεζμπολάχ συγχρωτίζονταν με αριστερούς ακτιβιστές, ιδίως τροτσκιστές και αναρχικούς, άρχισα να χρησιμοποιώ την έκφραση “ισλαμοαριστερισμός”. Κατά τη διάρκεια αυτών των κινητοποιήσεων ούτε τα “Αλλάχου Ακμπαρ” που ακούγονταν κατά κόρο ενοχλούσαν τους αριστερούς διαδηλωτές ούτε και τα συνθήματα για καταστροφή του Ισραήλ. Στις 7 Οκτωβρίου 2000, κατά τη διάρκεια μιας φιλο-παλαιστινιακής διαδήλωσης που οργανώθηκε στο Παρίσι, ξεκίνησε και το σύνθημα “Θάνατος στους Εβραίους”.
Η αντι-εβραϊκή διάσταση αυτών των διαδηλώσεων μου είχε κάνει πολύ εντύπωση, καθώς και η αντιστροφή των ρόλων που είχαν κάνει μεταξύ ναζί και εβραίων. Οι σιωνιστές-εβραίοι ήταν οι νέοι ναζί και στην θέση των εβραίων ήταν τώρα οι παλαιστίνιοι. Η εργαλοιοποίηση και η διαστρέβλωση του αντι-ρατσισμού συνίστατο τώρα στην ταύτιση του με τον αντισιωνισμό. Η παλαιστινιακή προπαγάνδα ενσωματώθηκε από όλη την ακροαριστερά και μέρος της αριστεράς. Αυτή ήταν η πρεμιέρα του ισλαμοαριστερισμού : η ιδεολογική σύγκλιση μεταξύ ισλαμιστών και αριστερών που προήλθε από έναν κοινό ριζοσπαστικό αντισιωνισμό. Η δεύτερη εκδήλωση του ισλαμοαριστερισμού, με επίκεντρο την εικόνα του μουσουλμάνου ως διαρκούς θύματος ρατσισμού θα αναδειχθεί από τις εκκλήσεις για “καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας”, η οποία θα πολλαπλασιαστεί από τα μέσα της δεκαετίας του 2000.
Η ιστορία της έκφρασης “ισλαμοαριστερισμός” πρέπει να διακρίνεται από την ιστορία των στρατηγικών συμμαχιών μεταξύ επαναστατικών κύκλων και του μουσουλμανικού κόσμου ή μιας συγκεκριμένης μουσουλμανικής χώρας ή μιας ισλαμικής οργάνωσης. Πρέπει να επισημάνουμε, για παράδειγμα, τις επαφές μεταξύ Ισλαμιστών και Μαρξιστών επαναστατών τη δεκαετία του 1990 στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης στο οποίο τροτσκιστικές οργανώσεις, όπως το βρετανικό Socialist Workers Party, συμμετείχαν ιδιαίτερα. Τότε, στην Ευρώπη, η Μουσουλμανική Αδελφότητα συμμετείχε στα εναλλακτικά κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και όλα αυτά τα εναλλακτικά κινήματα ανέπτυξαν μία έντονη ισλαμοφιλία.
Ο Tariq Ramadan ήταν ο ισλαμιστής αστέρας που δήλωνε το παρών σε όλα τα Ευρωπαϊκά Κοινωνικά Φόρουμ. Είχε καταλάβει ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τον υποτιθέμενο αντικαπιταλισμό, κοινό σε ισλαμιστές και μαρξιστές, κατά της παγκοσμιοποίησης. Στη συμβολή του στο συλλογικό έργο με τίτλο “Οι μουσουλμάνοι αντιμέτωποι με την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση: ποιές μορφής αντίστασης για μια παγκόσμια δικαιοσύνη ; (2003), ο Ramadan περιγράφει ένα εναλλακτικό ισλαμικό κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης : “Οι ισλαμικές θεολογικές επιταγές είναι εγγενώς σε αντίθεση με τα θεμέλια και τη λογική του νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού συστήματος και οι μουσουλμάνοι πρέπει να αγωνιστούν για μια δικαιότερη οικονομία και ένα δικαιότερο εμπόριο.“
Πως ερμηνεύουμε λοιπόν το “αριστερισμός” και το “ισλαμισμός” ;
Στην σύνθετη λέξη “ισλαμοαριστερισμός” ο όρος “αριστερισμός” αναφέρεται αδιακρίτως σε όλα τα ρεύματα που βρίσκονται στην αριστερά ή “αριστερά της αριστεράς”, την αριστερά που ισχυρίζεται ότι είναι επαναστατική. Το πρόθεμα “ισλαμό”, αναφέρεται σε όλες τις μορφές του ισλαμισμού ή του πολιτικού Ισλάμ : Μουσουλμανική Αδελφότητα, σαλαφιστές, τζιχαντιστές.
Πάρτε το παράδειγμα του Ίλιτς Ραμίρεζ Σάντσεζ, του περιβόητου Κάρλος. Ενας κομμουνιστής ακτιβιστής με καταγωγή από την Βενεζουέλα, διεθνής τριτοκοσμικός τρομοκράτης, που μετατράπηκε σε μαχητικό ισλαμιστή αφού υποστήριξε την παλαιστινιακή υπόθεση. Σε μια συνέντευξη που έδωσε την 1η Νοεμβρίου 2001 στο νεοφασιστικό περιοδικό Resistance !, Ο Carlos αναγνώριζε την στρατηγική σημασία των συγκλίσεων μεταξύ ριζοσπαστικών ισλαμιστών και μαρξιστών επαναστατών: “Όλοι όσοι πολεμούν τους εχθρούς της ανθρωπότητας, τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, τους σιωνιστές, τους σύμμαχους και πράκτορες τους, είναι σύντροφοί μου. (…) Ασπάστηκα το Ισλάμ τον Οκτώβριο του 1975 και συνεχίζω να είμαι κομμουνιστής. Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ υποταγής στον Θεό και του ιδανικού της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η υπόθεση που εκπροσωπεί ο κομμουνιστής ακτιβιστής Carlos είναι ιδιαίτερα παραδειγματική: ένας ισλαμο-κομμουνιστής που αναλαμβάνεται τον εαυτό του ως τέτοιο. (…)
Πώς βλέπετε τον “νέο αντιρατσισμό” ;
Ο λεγόμενος “νέος αντιρατσισμός”, επονομαζόμενος και “πολιτικός αντιρατσισμός” από τους ιδεολόγους του αντι-αποικιοκρατισμού ( décolonialisme ), δεν είναι άλλο από μια πολεμική μηχανή εναντίον των “λευκών” και της “λευκής κοινωνίας”. Προέρχεται από τους ορισμούς που έδιναν στον ρατσισμό οι αφροαμερικανοί ακτιβιστές στα τέλη της δεκαετίας του 60’ και ήταν γνωστός με διάφορα ονόματα : “θεσμικός ρατσισμός”, “δομικός ρατσισμός” ή “συστημικός ρατσισμός”. Ο ρατσισμός θεωρείται εγγενής στην “λευκή κοινωνία” και είναι η μόνη μορφή φυλετικής κυριαρχίας που αναγνωρίζεται και καταγγέλλεται από τους νεο-αντιρατσιστές. Κρατάμε την υπεραπλούστευση ότι όλη η λευκή κοινωνία είναι εγγενώς ρατσιστική.
Αυτός ο “νέος αντιρατσισμός” χρησιμοποιεί φυλετικές κατηγορίες για να προσδιοριστεί θεωρητικά και να καθορίσει τους στόχους του. Εξ ου και το παράδοξο ενός αντιρατσισμού φυλετικού (racialiste) και μάλιστα αντιρατισμού ρατσιστικού (raciste) στρεφόμενου κατά των Λευκών.
Γιατί αυτές οι τάσεις συναντούν επιτυχία σήμερα στη Γαλλία ;
Αναδιατυπώνουν τo ελκυστικό αίτημα για μία συνολική ρήξη με το σύστημα. Ο “αγώνας ενάντια στην ισλαμοφοβία” είναι ο Δούρειος Ιππος για την κατάκτηση της αριστεράς. Οι ισλαμιστές πέτυχαν πρώτα να επιβάλουν τη λέξη “Ισλαμοφοβία” και στη συνέχεια να διαδώσουν την εικόνα του διαρκούς μουσουλμάνου-θύματος. Η Αριστερά έχει προδώσει σε αυτό το σημείο ό,τι της είχε απομείνει από οικουμενικές αρχές.
Με άλλους ερευνητές, μόλις δημοσιεύσατε ένα άρθρο στην Le Monde για να καταγγείλετε τον ισλαμοαριστερισμό στο πανεπιστήμιο. Είναι όντως άσχημη η κατάσταση ; Αυτοί οι ερευνητές είναι πλειοψηφία ;
Ορισμένοι τομείς της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης έχουν γίνει, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, εργαστήρια ψευδο-αντι-ρατσισμού. Είναι κελεπούρι για οπορτουνιστές που αναζητούν θέσεις. Τα τμήματα κοινωνικών επιστημών (ειδικά η κοινωνιολογία και η πολιτική επιστήμη) επηρεάζονται ιδιαίτερα από την αντιαποικιοκρατική προπαγάνδα, η οποία έχει καταντήσει μια καθαρή μισαλλοδοξία και κυνήγι μαγισσών σε συμπαιγνία με νεο-φεμινιστικές ομάδες στο όνομα της intersectionality. Για να ξεφύγουν από την τρομοκρατία που ασκούν, κάποιοι σιωπούν, αυτολογοκρίνονται ή δημοσιεύουν με ψευδώνυμα. Όμως όλο και περισσότεροι τώρα αντιστέκονται και αρνούνται να υποκύψουν.
Le Point
21/11/20
Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Μόντι από το 2014: Οι νέοι βγαίνουν στους δρόμους

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ινδική κυβέρνηση είναι να αρχίσει να πιστεύει τη δική της προπαγάνδα και να αγνοήσει...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Χρήσιμος σύμμαχος ή σύμμαχος που σέβονται;

Υπάρχει άραγε Έλληνας ή Ελληνίδα που δεν ένοιωάσε υπερηφάνεια ακούγοντας τα όμορφα λόγια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών και Συμβούλου Εθνικής...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Όταν η εξωτερική πολιτική μπαίνει στην κάλπη: Γιατί οι ενδιάμεσες εκλογές απειλούν τον Τραμπ!

Η εξωτερική πολιτική σπάνια καθορίζει το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι ψηφοφόροι γνωρίζουν ελάχιστα και...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Le Point : “Ασπάστηκα το Ισλάμ τον Οκτώβριο του 1975 και συνεχίζω να είμαι κομμουνιστής.”

Pierre-André Taguieff : Κατασκεύασα τον όρο “Ισλαμοαριστερισμός” στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να ορίσω μια de facto “αγωνιστική”...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος πληρώνει τον πόλεμο; Το ρήγμα Ζελένσκι–Τραμπ και οι παγίδες για την Ελλάδα

Σκληρή κριτική στις ευρωπαϊκές επιλογές για την Ουκρανία, προειδοποιήσεις για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και ανησυχία για την τουρκική διείσδυση στην...

Δημοφιλή