Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Ανάλυση Geopolitico: Γιατί ήταν χτύπημα στην Τουρκία η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ

Η Τουρκία κινδυνεύει να βρεθεί να ελέγχει ένα κομμάτι του παζλ, ενώ το άλλο κομμάτι (ο βορράς/Σομαλιλάνδη) αποκτά διεθνή προστάτη και πρόσβαση σε σχέσεις ασφαλείας/πληροφοριών που η Άγκυρα δεν ορίζει.

Δημοσιεύτηκε στις

Η ισραηλινή αναγνώριση της Σομαλιλάνδης ως «ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους» δεν είναι μια τυπική διπλωματική κίνηση στην άκρη του χάρτη. Είναι παρέμβαση ακριβώς πάνω στο πεδίο όπου η Άγκυρα έχει χτίσει, βήμα-βήμα, ένα μοντέλο επιρροής τύπου «κράτους-αντικαταστάτη» στη Σομαλία: ασφάλεια, εκπαίδευση, λιμάνι, αεροδρόμιο, τράπεζα, δημόσιες δομές. Και γι’ αυτό πονάει την Τουρκία.

Διπλωματικός «σεισμός» στο Κέρας της Αφρικής! Το Ισραήλ αναγνωρίζει επίσημα τη Σομαλιλάνδη ως ανεξάρτητο κράτος

Χτυπάει τον πυρήνα της τουρκικής στρατηγικής στη Σομαλία

Η Τουρκία έχει επενδύσει πολιτικά και επιχειρησιακά στη Σομαλία ως ενιαίο κράτος-πεδίο επιρροής. Η Άγκυρα «ανέλαβε ρόλο κράτους-αντικαταστάτη» — βάση που εκπαιδεύει χιλιάδες στρατιώτες, διαχείριση «γραμμών οξυγόνου» (λιμάνι-αεροδρόμιο), δομές με τη σφραγίδα Ερντογάν, ακόμη και τραπεζική παρουσία που δίνει πρόσβαση στη διακυβέρνηση.

Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης νομιμοποιεί τη διάσπαση. Και αν σπάσει το «ενιαίο» του σομαλικού πλαισίου, η Τουρκία κινδυνεύει να βρεθεί να ελέγχει ένα κομμάτι του παζλ, ενώ το άλλο κομμάτι (ο βορράς/Σομαλιλάνδη) αποκτά διεθνή προστάτη και πρόσβαση σε σχέσεις ασφαλείας/πληροφοριών που η Άγκυρα δεν ορίζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι Σομαλία–Αίγυπτος–Τουρκία–Τζιμπουτί βγήκαν μαζί και κατήγγειλαν την αναγνώριση, επαναλαμβάνοντας το δόγμα «ενότητα, κυριαρχία, εδαφική ακεραιότητα της Σομαλίας». Η Τουρκία υποχρεώθηκε να μπει στην ίδια γραμμή άμυνας με το Κάιρο, όχι από επιλογή, αλλά επειδή της άνοιξαν τρύπα στο βασικό της αφήγημα.

 Η Σομαλιλάνδη είναι γεωστρατηγικό “κλειδί” στην Ερυθρά Θάλασσα — και το Ισραήλ πατάει εκεί

Κατά ισραηλινό σκεπτικό, η Σομαλιλάνδη δεν είναι «ρομαντική αναγνώριση δημοκρατίας». Είναι προκεχωρημένη θέση στην είσοδο του Κόλπου του Άντεν απέναντι από τη νότια Υεμένη, σε αποστάσεις 300–500 χλμ. από περιοχές που ελέγχουν οι Χούθι.

Προσφέρει παρακολούθηση και πληροφορίες για τους Χούθι, logistics, υποστήριξη επιχειρήσεων, ακόμη και άμεσες δράσεις (αναχαίτιση επιθέσεων στη θάλασσα ή με UAV). Γίνεται μάλιστα παραλληλισμός με το Αζερμπαϊτζάν ως “πυλώνα” για την ικανότητα του Ισραήλ απέναντι στο Ιράν.

Για την Τουρκία αυτό είναι χτύπημα διπλό:

  • Πρώτον, γιατί η Άγκυρα προσπαθεί να παίζει ρόλο ρυθμιστή-παίκτη στην ευρύτερη περιφέρεια (Ερυθρά–Άντεν–Ινδικός) μέσω συνεργασιών τύπου Σομαλίας και μέσω του δικού της «υβριδικού αποτυπώματος».

  • Δεύτερον, γιατί το Ισραήλ αποκτά μοχλό στον ίδιο θαλάσσιο διάδρομο που η Τουρκία θέλει να επηρεάζει, και μάλιστα με μια οντότητα που εμφανίζεται «φιλοδυτική» και πρόθυμη για συνεργασία ασφαλείας.

Με απλά λόγια; Η Άγκυρα είχε “πόδι” στο Μογκαντίσου. Το Ισραήλ βάζει “πόδι” σε Μπερμπέρα-Χαργκέισα. Και αυτά τα δύο δεν είναι συμβατά αν ο χάρτης πάει σε διάσπαση.

Ακυρώνει τουρκική διαμεσολάβηση και στενεύει τους ελιγμούς της Άγκυρας στο Κέρας της Αφρικής

Αξίζει να επισημανθεί μια κρίσιμη λεπτομέρεια! Το 2024 υπήρξε μνημόνιο Αιθιοπίας–Σομαλιλάνδης (με πρόσβαση στο λιμάνι Μπερμπέρα και υπόνοια μελλοντικής αναγνώρισης), το οποίο «πάγωσε» λόγω πίεσης στις σχέσεις Τουρκίας–Σομαλίας και της ευρύτερης έντασης. Δηλαδή, η Τουρκία είχε αρχικά χώρο να “κρατάει” ισορροπίες και να μεσολαβεί.

Με την ισραηλινή αναγνώριση, ο χώρος αυτός μικραίνει. Ο λόγος είναι απλός: όταν μια μεγάλη δύναμη «βαφτίζει» επίσημα το αποσχιστικό μόρφωμα ως κράτος, η σύγκρουση παύει να είναι μόνο περιφερειακή. Γίνεται διεθνής. Και η Τουρκία, που έχει συμφέροντα και στην Αιθιοπία και στη Σομαλία, αναγκάζεται να διαλέγει πιο καθαρά πλευρά.

Δημιουργεί νέο συνασπισμό απέναντι στο τουρκικό μοντέλο επιρροής

Στην υπόθεση αναδύονται δύο «φατρίες» αποτελούμενες από κράτη:

  • Αιθιοπία – Σομαλιλάνδη – ΗΑΕ

  • Σομαλία – Αίγυπτος – Ερυθραία – Σαουδική Αραβία

Η αναγνώριση από το Ισραήλ λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής ισχύος για το πρώτο μπλοκ, διότι φέρνει μέσα και το ισραηλινό διπλωματικό-πληροφοριακό βάρος. Αυτό πιέζει την Τουρκία, γιατί η Άγκυρα μέχρι τώρα είχε την άνεση να εμφανίζεται ως «καλοπροαίρετη μουσουλμανική μεσαία δύναμη» και ταυτόχρονα ως στρατιωτικός πάροχος (εκπαίδευση, βάσεις, θαλάσσια συμφωνία ασφάλειας).

Τώρα, σε ένα τμήμα του χάρτη, εμφανίζεται εναλλακτικός πυλώνας ασφάλειας με άλλη σημαία.

Εκθέτει την Άγκυρα: “ό,τι χτίσαμε στη Σομαλία μπορεί να γίνει παγίδα”

Το τουρκικό μοντέλο στη Σομαλία, όπως περιγράφεται, είναι αποτελεσματικό ακριβώς επειδή δημιουργεί εξάρτηση: εκπαίδευση στρατού (Gorgor), βάση 2017, διαχείριση λιμανιού/αεροδρομίου από τουρκικές εταιρείες, συμφωνία θαλάσσιας ασφάλειας (επεξεργασία 2023–24, υπογραφή 2024), προστασία επενδύσεων. Είναι “εργαλειοθήκη βάσεων, νόμων και εξάρτησης”.

Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ φέρνει στο τραπέζι την αντίθετη ιδέα: ότι μπορεί να υπάρξει μια σταθερή, φιλοδυτική, λειτουργική οντότητα στην ίδια γεωγραφία που δεν βρίσκεται κάτω από το τουρκικό “ομπρελικό” μοντέλο. Άρα η Τουρκία κινδυνεύει να εμφανιστεί ως ο παίκτης που επένδυσε σε «αποτυχημένο κράτος» και τώρα βλέπει να γεννιέται απέναντι μια ανταγωνιστική κρατική υπόσταση με διεθνή στήριξη.

Υπάρχει και το “σήμα” των υπηρεσιών: Μοσάντ μέσα στην εξίσωση

Η ισραηλινή ανακοίνωση (όπως μεταφέρεται) δεν περιορίζεται σε υπουργείο εξωτερικών. Ο Νετανιάχου ευχαριστεί τη Μοσάντ και τον επικεφαλής της για τη συμβολή στην αναγνώριση. Αυτό είναι μήνυμα ότι η σχέση δεν είναι μόνο εμπορική ή συμβολική. Είναι και ασφάλειας-πληροφοριών.

Για την Τουρκία, που παίζει σκληρά το παιχνίδι πληροφοριών στην περιοχή και στηρίζει δικούς της μηχανισμούς (και στη Σομαλία και αλλού), η είσοδος της Μοσάντ στον “χώρο” είναι κακό νέο.

Ειδικό κόστος για την Άγκυρα! Την τραβάει σε κοινό μέτωπο με την Αίγυπτο

Η κοινή καταδίκη με Κάιρο–Μογκαντίσου–Τζιμπουτί δείχνει κάτι ακόμη: η Τουρκία αναγκάζεται να συνταχθεί δημόσια με την αιγυπτιακή γραμμή «εδαφικής ακεραιότητας» στο Κέρας της Αφρικής, τη στιγμή που σε άλλα θέατρα (Ανατολική Μεσόγειος, Λιβύη) οι δύο χώρες συχνά βρίσκονται σε ανταγωνισμό ή ψυχρή συνύπαρξη.

Αυτό περιορίζει την τουρκική ελευθερία κινήσεων: δεν μπορεί να παριστάνει τον “ουδέτερο μεσολαβητή” όταν η άλλη πλευρά έχει πια επίσημη αναγνώριση και όταν οι αντίπαλοι της αναγνώρισης συσπειρώνονται.

Πώς η Τουρκία έστησε μια «αόρατη αρχιτεκτονική ισχύος» στην Αφρική


Γιατί χτυπά την Τουρκία

Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ ήταν χτύπημα στην Τουρκία γιατί απειλεί τη θεμελιώδη αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται το τουρκικό αποτύπωμα στη Σομαλία (ενιαίο κράτος-πεδίο), ανοίγει ανταγωνιστικό στρατηγικό άξονα στην είσοδο του Άντεν/Ερυθράς Θάλασσας, με καθαρή διάσταση ασφάλειας, μειώνει τους ελιγμούς της Άγκυρας ανάμεσα σε Σομαλία–Αιθιοπία–ΗΑΕ, και στέλνει μήνυμα ότι το παιχνίδι στο Κέρας της Αφρικής περνάει σε φάση «σκληρής γεωπολιτικής», όχι ανθρωπιστικής βιτρίνας.

Αν η Σομαλιλάνδη χρησιμοποιήσει την ισραηλινή αναγνώριση ως “ντόμινο” για να τραβήξει και άλλους, τότε η Τουρκία δεν θα έχει απλώς ένα πρόβλημα επιρροής· θα έχει πρόβλημα χάρτη.

Ως επιμύθιο αξίζει να παραθέσουμε τα λόγια του Ισραηλινού αναλυτή και αρθρογράφου στο Geopolitico.gr Σάι Γκαλ, ο οποίος πριν μερικές εβδομάδες έγραψε για τη συγκεκριμένη υπόθεση και η ανάλυση-δημόσια πρότασή του όπως αποδεικνύεται γίνεται πολιτική.

«Ανάμεσα σε έναν ιρανικό αντιπρόσωπο (proxy) στην Υεμένη και έναν τουρκικό αντιπρόσωπο (proxy) στη Σομαλία, η Σομαλιλάνδη είναι η τελευταία άθικτη ακτογραμμή σε αυτόν τον διάδρομο που δεν έχει παρασυρθεί μέσα στον στρατηγικό σχεδιασμό κάποιου άλλου… Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης δεν είναι θεωρία, αλλά ζήτημα συγχρονισμού και στρατηγικής διαύγειας…. Στον διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας, εκείνοι που καταλαβαίνουν πρώτοι τη στιγμή, διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Το Ισραήλ επέλεξε να δράσει», ανέφερε μεταξύ άλλων ο Γκαλ.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Αναλύσεις

Καλεντερίδης: Κίνδυνος τετελεσμένων στο καλώδιο – Τι επιδιώκει η Τουρκία με την «ενημέρωση»

Τον κίνδυνο να μετατραπεί η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου σε προηγούμενο αποδοχής τουρκικών αξιώσεων ανέδειξε ο Σάββας Καλεντερίδης στην εκπομπή της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου 2026. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν η ενδεχόμενη γαλλική ενημέρωση προς την Άγκυρα, η ανάγκη ελληνικού σχεδιασμού απέναντι σε νέα παρεμπόδιση και η απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου και στην υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων στο πεδίο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τον κίνδυνο να μετατραπεί η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου σε προηγούμενο αποδοχής τουρκικών αξιώσεων ανέδειξε ο Σάββας Καλεντερίδης στην εκπομπή της Παρασκευής 6 Νοεμβρίου 2026. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν η ενδεχόμενη γαλλική ενημέρωση προς την Άγκυρα, η ανάγκη ελληνικού σχεδιασμού απέναντι σε νέα παρεμπόδιση και η απόσταση ανάμεσα στη διπλωματική απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου και στην υπεράσπιση των ελληνικών δικαιωμάτων στο πεδίο.

Η παρέμβασή του πραγματοποιήθηκε την ημέρα έκδοσης της ελληνικής NAVTEX για την επανέναρξη των ερευνών του Great Sea Interconnector. Η ελληνική πλευρά ολοκλήρωσε τις διαδικασίες αδειοδότησης, ενώ η Τουρκία απάντησε με αντι-NAVTEX, προβάλλοντας αξίωση συντονισμού με τις αρχές της για δραστηριότητες σε περιοχές που η ίδια θεωρεί ότι εμπίπτουν στη θαλάσσια δικαιοδοσία της.

Από τα Ίμια στην Κάσο: Το ζήτημα του σχεδιασμού

Ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκίνησε με αναδρομή στην κρίση των Ιμίων, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική πλευρά προχώρησε τότε σε στρατιωτικοποίηση χωρίς να διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο για τα επόμενα βήματα και τα ενδεχόμενα κλιμάκωσης.

Κατά την εκτίμησή του, ο τρόπος αποκλιμάκωσης επέτρεψε στην Τουρκία να διευρύνει την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών». Χρησιμοποίησε αυτή την ιστορική αναφορά για να θέσει το σημερινό ερώτημα: ποιο είναι το ελληνικό σχέδιο εάν η Άγκυρα επιχειρήσει ξανά να εμποδίσει τις έρευνες με πολεμικά πλοία;

Αναφερόμενος στα γεγονότα του Ιουλίου 2024 στην περιοχή της Κάσου, χαρακτήρισε την ελληνική διαχείριση υποχώρηση. Υποστήριξε ότι η ανάληψη ενός τόσο σημαντικού έργου έπρεπε να συνοδεύεται εξαρχής από προετοιμασία για όλα τα πιθανά σενάρια τουρκικής αντίδρασης.

Η «ενημέρωση» και ο κίνδυνος προηγουμένου

Κεντρικό σημείο της ανάλυσής του αποτέλεσε το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης ρηματικής διακοίνωσης της Γαλλίας προς την Τουρκία.

Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι ένα επίσημο έγγραφο με συντεταγμένες, είδος εργασιών και χρονικό προγραμματισμό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την Άγκυρα ως τεκμήριο αποδοχής της αξίωσής της να έχει λόγο στην περιοχή. Συνέδεσε αυτό το ενδεχόμενο με την τουρκική προσπάθεια να αποκτήσει πρακτικό αντίκρισμα το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Πρόκειται για τη δική του εκτίμηση ως προς τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας διαδικασίας. Η αποστολή ενημέρωσης δεν πρέπει να παρουσιάζεται αυτομάτως ως αποδεδειγμένη νομική αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα του «Βήματος», η ελληνική θέση ήταν ότι δεν θα υποβληθεί αίτημα άδειας προς την Τουρκία, ενώ η πιθανή ενημέρωση για τις κινήσεις του πλοίου αντιμετωπιζόταν ως κίνηση καλής θέλησης.

Ο ίδιος επικαλέστηκε την παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή κατά οποιασδήποτε διαδικασίας που θα μπορούσε να καταλήξει σε αναζήτηση τουρκικής άδειας, ανεξάρτητα από την ονομασία της. Το ευρύτερο επιχείρημά του ήταν ότι ένα προηγούμενο στο συγκεκριμένο έργο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε μελλοντικές υποδομές.

Κριτική για τους χειρισμούς του έργου

Ο αναλυτής αμφισβήτησε την εξήγηση περί έλλειψης ελληνικής τεχνογνωσίας ως αιτιολόγηση της αλλαγής στον έλεγχο του έργου. Επισήμανε ότι η Nexans είχε ήδη αναλάβει την κατασκευή και υποστήριξε ότι το βασικό πρόβλημα αφορούσε την πολιτική και στρατηγική διαχείριση της τουρκικής αντίδρασης.

Παράλληλα, αναφέρθηκε σε άλλο υποθαλάσσιο καλώδιο οπτικών ινών, υποστηρίζοντας ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές είχαν ενημερώσει την Τουρκία. Χρησιμοποίησε το παράδειγμα για να περιγράψει τον μηχανισμό πίεσης που αποδίδει στην Άγκυρα: οι εταιρείες επιδιώκουν την απρόσκοπτη εκτέλεση των εργασιών, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να συνδέσει τη συνέχισή τους με αποδοχή των απαιτήσεών της.

Η επιστολή στον ΟΗΕ και η τριμερής συνεργασία

Ο Καλεντερίδης παρουσίασε το περιεχόμενο ελληνικής επιστολής προς τον ΟΗΕ για την απόρριψη του τουρκολιβυκού μνημονίου και των πράξεων που επιχειρείται να στηριχθούν σε αυτό.

Το σχόλιό του επικεντρώθηκε στην ανάγκη αντιστοίχισης των διπλωματικών θέσεων με την πρακτική στάση της Ελλάδας. Κατά την άποψή του, η νομική απόρριψη των τουρκικών αξιώσεων πρέπει να συνοδεύεται από αποφασιστικότητα απέναντι στις απόπειρες επιβολής τους.

Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε την τριμερή αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Αναφέρθηκε στην αμυντική σύμπραξη, στη διερεύνηση συμπαραγωγών και κοινών δυνατοτήτων, καθώς και στην προστασία της ενεργειακής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα όρια της τουρκικής επιρροής

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετά μέτωπα και ότι η ελληνική πολιτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως δύναμη χωρίς περιορισμούς.

Συνέδεσε την εκτίμησή του με τις σχέσεις Ερντογάν–Αλίεφ, την ευρωπαϊκή κριτική προς την Τουρκία, τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και τις ισορροπίες στο Ισραήλ. Για τα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα εκτίμησε ότι ο αυξημένος κοινοβουλευτικός έλεγχος μπορεί να δυσκολέψει την ικανοποίηση τουρκικών αιτημάτων για κινητήρες του KAAN και αναβαθμίσεις F-16.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Φεριντούν Σινιρλίογλου και στην προσπάθειά του για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ. Τα δημοσιευμένα αποτελέσματα της άτυπης ψηφοφορίας τον εμφάνιζαν με τρεις ψήφους ενθάρρυνσης, οκτώ αποθάρρυνσης και τέσσερις χωρίς διατύπωση γνώμης. Τα αποτελέσματα αυτών των ψηφοφοριών δεν ανακοινώνονται επισήμως από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Ο Καλεντερίδης άσκησε επίσης κριτική στην προηγούμενη ελληνική στήριξη του Σινιρλίογλου για την ηγεσία του ΟΑΣΕ, θεωρώντας ότι η διαφοροποίηση της στάσης απέναντι στην υποψηφιότητά του για τον ΟΗΕ αναδεικνύει έλλειψη συνέχειας στον ελληνικό σχεδιασμό.

Η αμυντική σύμπραξη με Σαουδική Αραβία και Πακιστάν

Η εκπομπή περιέλαβε τη συμφωνία κοινής άμυνας Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Η τουρκική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε τη σχετική συμφωνία με 279 ψήφους υπέρ και 119 κατά.

Ο αναλυτής εστίασε στη ρήτρα συλλογικής άμυνας και στη δεκαετή διάρκεια της συμφωνίας. Εκτίμησε, παράλληλα, ότι για την Άγκυρα σημαντικό κίνητρο αποτελεί η διεύρυνση των εξαγωγών οπλικών συστημάτων προς τη σαουδαραβική αγορά.

Στο ενεργειακό σκέλος αναφέρθηκε στις δυσκολίες εισαγωγής τουρκμενικού φυσικού αερίου μέσω Ιράν, στις επιπτώσεις των αμερικανικών κυρώσεων και στις επιδιώξεις της Τουρκίας να ενισχύσει τον ρόλο της στις ροές αερίου προς την Ευρώπη.

Η Νότια Κορέα ως πηγή τεχνολογίας

Εκτενές μέρος της ανάλυσης αφιερώθηκε στη συνεργασία Τουρκίας–Νότιας Κορέας στην πυρηνική ενέργεια και στην αμυντική βιομηχανία.

Ο Καλεντερίδης περιέγραψε μια τουρκική στρατηγική που επιδιώκει ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης μέσω ανταγωνισμού μεταξύ προμηθευτών και ταυτόχρονη απόκτηση τεχνογνωσίας. Για την άμυνα χρησιμοποίησε τα παραδείγματα του αυτοκινούμενου πυροβόλου Fırtına, του εκπαιδευτικού αεροσκάφους KT-1T και του άρματος Altay.

Το βασικό του επιχείρημα ήταν ότι η Άγκυρα αξιοποιεί τις συνεργασίες για να αποκτά παραγωγικές δυνατότητες και να περιορίζει την εξάρτησή της από δυτικές άδειες εξαγωγής. Αντιπαρέβαλε αυτή την πρακτική με την ελληνική παρουσία στα νοτιοκορεατικά ναυπηγεία, θέτοντας το ερώτημα γιατί οι εμπορικές σχέσεις δεν έχουν αξιοποιηθεί περισσότερο για την ελληνική αμυντική βιομηχανία.

Η αναφορά στον Τομ Μπάρακ

Κλείνοντας, ο Σάββας Καλεντερίδης αναφέρθηκε στην προοπτική εντονότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης Τραμπ. Επικαλέστηκε δικές του πληροφορίες για πιθανές κινήσεις ελέγχου του Τομ Μπάρακ στο Κογκρέσο και προέβλεψε πολιτικές συνέπειες για τον Αμερικανό αξιωματούχο.

Άσκησε ιδιαίτερα αυστηρή κριτική στη στάση του απέναντι στους Κούρδους και σε θρησκευτικές και εθνοτικές κοινότητες της περιοχής. Οι αναφορές περί ενδεχόμενης ανάκλησης αποτελούν πληροφορίες και προβλέψεις που διατύπωσε ο ίδιος στην εκπομπή.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;

Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει ο υποστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής Θεόδωρος Ατματζίδης. Με αφορμή τη δήλωση του Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX», εξετάζει τις γαλλοτουρκικές επαφές για τις έρευνες του Abeille Marengo και προειδοποιεί για τον κίνδυνο η διπλωματική ενημέρωση να παρουσιαστεί ως αποδοχή τουρκικού δικαιώματος συναίνεσης. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της Αθήνας ότι η αδειοδότηση έγινε αποκλειστικά από τις ελληνικές αρχές, ο αρθρογράφος ζητεί σαφείς απαντήσεις για το περιεχόμενο των επαφών με την Άγκυρα, επισημαίνοντας ότι το πραγματικό διακύβευμα είναι η αποτροπή ενός επικίνδυνου προηγουμένου άτυπης συναπόφασης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Φιντάν: «Επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» – Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου και η τουρκική παγίδα: Ποιος τελικά έδωσε την άδεια σε ποιον;

Του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστράτηγος ε.α. Senior Manager | Security & Defence Consultant | Strategic Analyst

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «επιλύθηκε το ζήτημα με τις NAVTEX» για τις εργασίες του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τα οποία η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει με σαφήνεια. Τι ακριβώς επιλύθηκε και με ποιους όρους; Υπήρξε απλώς διπλωματική ενημέρωση της Τουρκίας ή κάποια μορφή συνεννόησης που επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί ως παράγοντας που έδωσε τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση των εργασιών;

Το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ μια διαφωνία για την έκδοση ναυτικών οδηγιών. Αγγίζει την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Κύπρου και την προσπάθεια της Τουρκίας να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το χρονικό της αντιπαράθεσης

Στις 6 Νοεμβρίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών αδειοδότησης για τις εργασίες έρευνας και πόντισης του καλωδίου στο πλαίσιο του Great Sea Interconnector (GSI). Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη γαλλική εταιρεία NEXANS, για λογαριασμό της εταιρείας GSI, ενώ η άδεια εκδόθηκε από τον υπουργό Εξωτερικών, κατόπιν θετικής γνωμοδότησης της αρμόδιας διυπουργικής επιτροπής. Ακολούθησε η έκδοση της ελληνικής NAVTEX 1411/26 από τον σταθμό Ηρακλείου της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, για τις σχετικές δραστηριότητες. [1][2]

Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία εξέδωσε τη δική της NAVTEX 345/26, μέσω του σταθμού Λάρνακας, για τις έρευνες στο τμήμα που αφορά την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), με ισχύ από τις 19 Νοεμβρίου 2026 έως τις 19 Μαρτίου 2027. [1]

Η τουρκική αντίδραση ήταν άμεση. Με την αντι-NAVTEX 1105/26 και σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, η Άγκυρα χαρακτήρισε τις εργασίες παράνομες, υποστηρίζοντας ότι τμήμα της περιοχής βρίσκεται εντός της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί και ότι απαιτείται προηγούμενη τουρκική συναίνεση. Επανέφερε, μάλιστα, τα όρια που έχει γνωστοποιήσει στα Ηνωμένα Έθνη από τον Μάρτιο του 2020, στη βάση των τουρκικών διεκδικήσεων που συνδέονται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. [3]

Η τουρκική στάση αποκαλύπτει ότι η Άγκυρα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση συγκεκριμένων θαλάσσιων περιοχών. Επιδιώκει να καταστήσει αποδεκτή την αντίληψη ότι σημαντικές δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να περνούν μέσα από τη δική της έγκριση ή συναίνεση.

Το γαλλικό παρασκήνιο και το ζήτημα της άδειας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες που δημοσίευσε η «Καθημερινή» σχετικά με τις επαφές της Γαλλίας με την Τουρκία για τις ερευνητικές δραστηριότητες του γαλλικού πλοίου Abeille Marengo.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της 6ης Νοεμβρίου, η γαλλική πλευρά βρισκόταν σε επικοινωνία με την Άγκυρα, η οποία επιθυμούσε η σχετική συνεννόηση να αποτυπωθεί γραπτώς μέσω διπλωματικών διαύλων. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η τοποθέτηση διπλωματικής πηγής κοντά στην τουρκική προεδρία, σύμφωνα με την οποία η τουρκική πλευρά θα εξέλαμβανε τη γαλλική προσέγγιση ως αίτημα χορήγησης άδειας από την Τουρκία. [4]

Αυτή η διατύπωση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Είναι άλλο πράγμα μια διπλωματική ενημέρωση, με σκοπό την αποφυγή επεισοδίων και την ασφάλεια ενός ερευνητικού πλοίου, και εντελώς διαφορετικό η αναγνώριση ότι η Τουρκία διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εργασίες σε περιοχές όπου η Ελλάδα ή η Κυπριακή Δημοκρατία ασκούν τα δικαιώματά τους.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία του στρατηγικού προβληματισμού. Εάν η Ελλάδα, έστω και μέσω της Γαλλίας, επιχείρησε να ζητήσει από την Τουρκία όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να εγκρίνει ή να επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών, τότε η εξέλιξη αυτή θα είχε σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες. Θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι η άσκηση δικαιωμάτων από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία εξαρτάται από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας, η οποία αμφισβητεί ακριβώς αυτά τα δικαιώματα.

Μια τέτοια προσέγγιση θα δημιουργούσε ένα προηγούμενο με επιπτώσεις πολύ πέρα από το συγκεκριμένο έργο. Η Τουρκία θα μπορούσε να επικαλείται στο μέλλον την ίδια διαδικασία ως ένδειξη ότι η ελληνική και κυπριακή πλευρά αποδέχονται στην πράξη την ανάγκη προηγούμενης τουρκικής συναίνεσης για δραστηριότητες στην περιοχή. Ακόμη και αν δεν υπήρχε ρητή νομική αναγνώριση, η επανάληψη μιας τέτοιας πρακτικής θα μπορούσε να ενισχύσει την τουρκική επιχειρηματολογία και να δυσχεράνει τη διαχείριση μελλοντικών κρίσεων.

Αυτό είναι το στρατηγικό ρίσκο: η διπλωματική επικοινωνία, εάν δεν οριοθετηθεί με σαφήνεια, να μετατραπεί σταδιακά σε αποδοχή ενός καθεστώτος άτυπης συναρμοδιότητας. Η αποφυγή ενός επεισοδίου αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο στόχο. Η αναζήτηση, όμως, τουρκικής άδειας για την άσκηση δικαιωμάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι της ανήκουν είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Η ελληνική κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου, δήλως, τουλάχιστιν λεκτικά, στις 7 Νοεμβρίου ότι η άδεια ζητήθηκε και χορηγήθηκε αποκλειστικά από την Ελλάδα και ότι δεν υπήρξε συνεννόηση Αθήνας–Άγκυρας για την αδειοδότηση. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι τυχόν άτυπη ενημέρωση της Τουρκίας από τη γαλλική πλευρά δεν συνιστά αναγνώριση δικαιωμάτων ή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας. [5]

Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Παραμένει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό ερώτημα: τι ακριβώς περιελάμβαναν οι επαφές της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα και γιατί η τουρκική πλευρά τις παρουσιάζει ως διαδικασία εξασφάλισης άδειας;

Η Αθήνα οφείλει να διαχωρίσει με απόλυτη σαφήνεια τρία διαφορετικά πράγματα:

  • την ενημέρωση μιας τρίτης χώρας,
  • τη διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή έντασης και
  • την αναζήτηση της συναίνεσής της.

Η σύγχυση μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι απλώς ζήτημα διατύπωσης. Μπορεί να έχει συνέπειες για τη θέση της χώρας σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις και αντιπαραθέσεις.

Πώς παρουσιάζει η Τουρκία τις εξελίξεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κάλυψη του ζητήματος από τον τουρκικό Τύπο. Σε δημοσίευμά του στις 6 Νοεμβρίου 2026, το τουρκικό ειδησεογραφικό μέσο TRHaber χρησιμοποίησε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında», δηλαδή «Το ηλεκτρικό σχέδιο της Ελλάδας προσέκρουσε στην Τουρκία: Η Γαλλία στην πόρτα της Άγκυρας». [8]

Το δημοσίευμα παρουσιάζει τις γαλλοτουρκικές διπλωματικές επαφές ως αναγκαίο βήμα για την επανέναρξη των ερευνών του Abeille Marengo. Αναφέρεται ειδικότερα στην επαφή της Γαλλίδας πρέσβειρας στην Άγκυρα, Isabelle Dumont, με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Mehmet Kemal Bozay, καθώς και στην απαίτηση της τουρκικής πλευράς για προηγούμενη γραπτή ενημέρωση σχετικά με τις ερευνητικές δραστηριότητες.

Παράλληλα, επαναφέρει την επιχειρηματολογία του Χακάν Φιντάν ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στην ηλεκτρική διασύνδεση, αλλά επιδιώκει προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμό για τις δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές που διεκδικεί.

Η συγκεκριμένη δημοσιογραφική προσέγγιση έχει πολιτική σημασία. Η τουρκική αφήγηση παρουσιάζει τη διπλωματική επικοινωνία της Γαλλίας με την Άγκυρα ως ένδειξη ότι η Τουρκία αποτελεί αναγκαίο παράγοντα για την προώθηση του έργου. Η διαφορά ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική προσέγγιση είναι εμφανής: η Αθήνα μιλά για αποκλειστική ελληνική αρμοδιότητα αδειοδότησης, ενώ η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την προηγούμενη ενημέρωση και τη διπλωματική επικοινωνία ως αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματοποίηση των ερευνών. Κατά την άποψή μου, τη σύγχυση και την ασάφεια που επικρατούν τις προκαλέσαμε σε μεγάλο βαθμό εμείς, με τις ασαφείς και αντιφατικές δηλώσεις μας σχετικά με τις προθέσεις και τις τελικές αποφάσεις της γαλλικής πλευράς.

Το δημοσίευμα βέβαια δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα ή η Γαλλία αναγνώρισαν τουρκικό δικαίωμα συναίνεσης. Αποκαλύπτει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ως επιβεβαίωση της δικής της διπλωματικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η ευρύτερη ενεργειακή διάσταση της τουρκικής επιχειρηματολογίας. Ο Φιντάν έχει υποστηρίξει ότι η Τουρκία θα μπορούσε να αποτελέσει εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για την περιοχή, προβάλλοντας τη δυνατότητα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του τουρκικού εδάφους αντί της κατασκευής δαπανηρών υποθαλάσσιων διασυνδέσεων. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι η Άγκυρα επιδιώκει να συνδέσει τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της με τον ευρύτερο ενεργειακό σχεδιασμό της Ανατολικής Μεσογείου. [8]

Τι σημαίνει τελικά η δήλωση Φιντάν;

Η δήλωση του Τούρκου υπουργού ότι το ζήτημα επιλύθηκε δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται να μιλά για διευθέτηση, η τουρκική αντι-NAVTEX εξακολουθεί να ισχύει και η επίσημη τουρκική θέση επιμένει στην ανάγκη εξασφάλισης της δικής της συναίνεσης. Επιπλέον, το ρεπορτάζ της αγγλόφωνης «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου επισημαίνει ότι οι επαφές Παρισιού–Άγκυρας δεν φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε συμφωνία αποδεκτή από την τουρκική πλευρά. Οι λεπτομέρειες των διπλωματικών ανταλλαγών παραμένουν αδιευκρίνιστες. [6]

Υπάρχουν, επομένως, τρεις πιθανές ερμηνείες.

Πρώτον, η Γαλλία προχώρησε σε ενημέρωση της Τουρκίας, χωρίς να ζητήσει άδεια και χωρίς να αναγνωρίσει οποιαδήποτε τουρκική αρμοδιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει ελληνική υποχώρηση.

Δεύτερον, υπήρξε κάποια διπλωματική συνεννόηση για την αποφυγή παρεμπόδισης των ερευνών, χωρίς αναγνώριση τουρκικών δικαιωμάτων. Και αυτή η εκδοχή θα μπορούσε να είναι θεμιτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί δεσμεύσεις για το μέλλον.

Τρίτον, η γαλλική ή άλλη εμπλεκόμενη πλευρά αποδέχθηκε, έστω και εμμέσως, ότι η πραγματοποίηση των ερευνών προϋποθέτει τουρκική συναίνεση. Εάν αυτό συνέβη, θα επρόκειτο για εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη, καθώς θα ενίσχυε την τουρκική επιδίωξη να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε πρακτικά αποδεκτό καθεστώς συναπόφασης.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν καμία από τις τρεις εκδοχές. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την ελληνική κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι ακριβώς συζητήθηκε και ποιο ήταν το περιεχόμενο της επικοινωνίας της γαλλικής πλευράς με την Άγκυρα.

Το πραγματικό διακύβευμα είναι γεωπολιτικό

Το Great Sea Interconnector είναι έργο προϋπολογισμού περίπου 1,9 δισ. ευρώ, το οποίο αναπτύσσεται από τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ). Στόχος του είναι η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, η επέκταση προς το Ισραήλ. Η σημασία του είναι ενεργειακή, οικονομική και γεωστρατηγική, καθώς περιορίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και ενισχύει τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. [7]

Η Τουρκία αντιλαμβάνεται αυτή τη διάσταση. Η ολοκλήρωση του έργου ενισχύει τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου και δημιουργεί νέες δυνατότητες συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας.

Η τουρκική στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιδιώκει την αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου και την επιβολή μιας αντίληψης περιφερειακής συνδιαχείρισης. Η επαναλαμβανόμενη έκδοση αντι-NAVTEX, οι παρεμβάσεις σε ερευνητικές δραστηριότητες και η επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.

Η μεγαλύτερη επιτυχία της Άγκυρας θα ήταν να καταστήσει σταδιακά αυτονόητο ότι κάθε έργο ενεργειακής ή άλλης στρατηγικής σημασίας στην περιοχή χρειάζεται προηγουμένως τη δική της έγκριση. Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε προηγούμενο με συνέπειες πολύ ευρύτερες από το συγκεκριμένο καλώδιο.

Η ευθύνη της Αθήνας και η επόμενη δοκιμασία

Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται πλέον στο πεδίο. Η αναχώρηση του Abeille Marengo και η έναρξη των ερευνών θα δείξουν εάν η Τουρκία περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες και αντι-NAVTEX ή εάν θα επιχειρήσει να παρεμποδίσει επιχειρησιακά την υλοποίηση του έργου. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Καθημερινής» στις 7 Νοεμβρίου, το πλοίο αναμενόταν να αναχωρήσει στις 9 Νοεμβρίου, ενώ η εξέλιξη των ερευνών θα αποτελέσει κρίσιμο δείκτη της τουρκικής στάσης. [6]

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να διασφαλίσει ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί βάσει των αδειών που εξέδωσαν οι αρμόδιες ελληνικές και κυπριακές αρχές, χωρίς να δημιουργηθεί οποιαδήποτε εντύπωση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαίωμα έγκρισης ή αρνησικυρίας.

Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να διατηρεί ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους και να επιδιώκει την αποφυγή μιας κρίσης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συγχέεται με την αναζήτηση άδειας από την Τουρκία. Εάν η ελληνική πλευρά, έστω μέσω της Γαλλίας, προσέφυγε στην Άγκυρα για να εξασφαλίσει την έγκρισή της, τότε θα πρέπει να εξηγηθεί ποια στρατηγική σκοπιμότητα εξυπηρετούσε μια τέτοια επιλογή και με ποιες εγγυήσεις αποτράπηκε η δημιουργία προηγουμένου.

Η διπλωματία οφείλει να υπηρετεί την αποκλιμάκωση, χωρίς να μεταβάλλει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται τα δικαιώματα της χώρας. Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ενημέρωση δεν συνιστά αναγνώριση δικαιοδοσίας, η επικοινωνία δεν ισοδυναμεί με συναίνεση και η αποφυγή ενός επεισοδίου δεν πρέπει να οδηγεί σε πρακτικές που μπορούν να αξιοποιηθούν ως αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν η Τουρκία δήλωσε ότι το πρόβλημα επιλύθηκε. Είναι εάν, μέσα από τη διαδικασία που προηγήθηκε, επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρα που έχει πλέον λόγο στην έγκριση ενός έργου μεταξύ δύο κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και η Αθήνα πρέπει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέους άτυπους μηχανισμούς συναπόφασης, ούτε τετελεσμένα που οικοδομούνται μέσα από τη σταδιακή εξοικείωση με μονομερείς διεκδικήσεις. Χρειάζεται σαφείς κανόνες, σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και κράτη που γνωρίζουν να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους χωρίς να μετατρέπουν την αποφυγή της έντασης σε παραχώρηση αρμοδιοτήτων.

Γιατί τελικά, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει.

Και αυτό δεν μπορεί να το καθορίζει η επικοινωνιακή διαχείριση μιας διπλωματικής αντιπαράθεσης, αλλά το διεθνές δίκαιο και οι πραγματικές αρμοδιότητες των κρατών.

Γιατί εάν η υλοποίηση ενός στρατηγικού έργου Ελλάδας και Κύπρου εξαρτάται στην πράξη από την αποδοχή μιας τρίτης χώρας που αμφισβητεί τα δικαιώματά τους, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια διπλωματική διευθέτηση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει συνολικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και να δημιουργήσει προηγούμενο για τις μελλοντικές ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου.

Πηγές

[1] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Εκδόθηκε η NAVTEX για το Abeille Marengo – Ξεκινούν οι έρευνες για το καλώδιο».

[2] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[3] Καθημερινή/eKathimerini, 6 Νοεμβρίου 2026, ρεπορτάζ για την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών και την αντι-NAVTEX της Άγκυρας.

[4] Καθημερινή, 6 Νοεμβρίου 2026, «Οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το καλώδιο – Επαφές με τη Γαλλία για το Abeille Marengo».

[5] ΕΡΤnews, 7 Νοεμβρίου 2026, δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών Τάσου Χατζηβασιλείου για την ελληνική αδειοδότηση και τις επαφές με την Τουρκία.

[6] eKathimerini, 7 Νοεμβρίου 2026, Cable project faces major test.

[7] Reuters, 6 Νοεμβρίου 2026, Greece advances Cyprus power link, grants permits for surveys and cable works.

[8] TRHaber, 6 Νοεμβρίου 2026, Yunanistan’ın elektrik planı Türkiye’ye takıldı: Fransa Ankara’nın kapısında.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ποιος ελέγχει πραγματικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Οι αποκαλύψεις πρώην δικαστή

Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εσωτερική ισορροπία εξουσιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, παρουσιάζοντας την κριτική του πρώην δικαστή Boštjan M. Zupančič. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται ο ρόλος της μόνιμης Γραμματείας του Δικαστηρίου, η οποία, σύμφωνα με τον Zupančič, ασκεί δυσανάλογη επιρροή στην επεξεργασία των προσφυγών και στη διαμόρφωση των αποφάσεων, σε βάρος του ουσιαστικού ελέγχου από τους ίδιους τους δικαστές. Η συζήτηση επεκτείνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της αιτιολόγησης των απορριπτικών αποφάσεων και στη θεσμική θωράκιση της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου.

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η γραμματεία παραμένει.

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου)

Σε άρθρο του με τίτλο «Ποιος ελέγχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;» (“Who Controls the European Court of Human Rights?”), ο Boštjan M. Zupančič, πρώην δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ασκεί έντονη κριτική στον τρόπο λειτουργίας του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η μόνιμη Γραμματεία του (Registry) διαθέτει στην πράξη δυσανάλογη εξουσία έναντι των ίδιων των δικαστών.

Ο Boštjan M. Zupančič, αντλώντας στοιχεία από την προσωπική του εμπειρία και το βιβλίο του “On the European Court of Human Rights: An Insider’s Retrospective (1998–2016)”, θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ελέγχουν οι δικαστές την προετοιμασία των αποφάσεών τους ή είναι η διοίκηση του Δικαστηρίου εκείνη που καθορίζει τι βλέπουν οι δικαστές;

Κατά τον Zupančič, οι νομικοί της Γραμματείας διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην επεξεργασία των προσφυγών, καθώς επιλέγουν τα πραγματικά περιστατικά που παρουσιάζονται στους δικαστές, προσδιορίζουν τα νομικά ζητήματα και συντάσσουν σχέδια αποφάσεων. Επομένως, η παράλειψη ενός εγγράφου ή επιχειρήματος μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την έκβαση μιας υπόθεσης, χωρίς ο δικαστής να αντιληφθεί ποτέ την παράλειψη.

Ιδιαίτερη κριτική ασκεί στην απόρριψη προσφυγών χωρίς επαρκή και εξατομικευμένη αιτιολογία. Όπως επισημαίνει, χιλιάδες υποθέσεις απορρίπτονταν χωρίς ουσιαστική νομική αιτιολόγηση κατά τη διάρκεια της θητείας του. Μολονότι το 2017 θεσπίστηκε σύστημα αναλυτικότερης αιτιολόγησης των αποφάσεων μονομελούς δικαστή, θεωρεί ότι εξακολουθούν να υφίστανται προβλήματα διαφάνειας. Υποστηρίζει ότι μια αναιτιολόγητη απόρριψη εμποδίζει τον προσφεύγοντα να διαπιστώσει εάν η απόφαση οφείλεται σε ορθή νομική κρίση, παρανόηση ή αυθαιρεσία.

Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά τη θεσμική ανισορροπία μεταξύ δικαστών και μόνιμων υπαλλήλων. Οι δικαστές υπηρετούν μία μη ανανεώσιμη εννεαετή θητεία, ενώ τα στελέχη της Γραμματείας μπορούν να παραμένουν επί δεκαετίες. Σύμφωνα με τον πρώην δικαστή, απαιτούνται δύο έως τρία χρόνια για να κατανοήσει ένας νεοδιορισμένος δικαστής τους πραγματικούς μηχανισμούς λειτουργίας του θεσμού. Αντίθετα, οι μόνιμοι υπάλληλοι διατηρούν τη θεσμική μνήμη, τις εσωτερικές σχέσεις και την επιρροή τους ανεξαρτήτως των αλλαγών στη σύνθεση του Δικαστηρίου.

Ο Zupančič συνδέει το πρόβλημα με τη διοικητική και οικονομική εξάρτηση του ΕΔΔΑ από το Συμβούλιο της Ευρώπης, επισημαίνοντας ότι οι δικαστές δεν ασκούν πλήρη έλεγχο στο προσωπικό της Γραμματείας. Παράλληλα, επικαλείται προσωπική καταγγελία του σχετικά με τη συμπεριφορά της Γραμματείας, η οποία απορρίφθηκε, κατά τον ίδιο, χωρίς επαρκή ενημέρωση για τη διαδικασία διερεύνησής της. Διευκρινίζει, πάντως, ότι αυτό δεν αποδεικνύει την καταγγελλόμενη παραβατική συμπεριφορά.

Καταλήγοντας, ζητεί αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της προετοιμασίας των υποθέσεων, ουσιαστική αιτιολόγηση των απορριπτικών αποφάσεων και ανεξάρτητες διαδικασίες διερεύνησης διοικητικών παραπτωμάτων.

Το βασικό του συμπέρασμα συνοψίζεται στη φράση: «Οι δικαστές έρχονται και παρέρχονται. Η Γραμματεία παραμένει». Κατά την άποψή του, το Δικαστήριο οφείλει να διοικείται πραγματικά από τους δικαστές του και όχι να περιορίζεται στην τυπική επικύρωση αποφάσεων που έχουν διαμορφωθεί από τον μόνιμο διοικητικό μηχανισμό.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Καλεντερίδης: Κίνδυνος τετελεσμένων στο καλώδιο – Τι επιδιώκει η Τουρκία με την «ενημέρωση»

Τον κίνδυνο να μετατραπεί η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου σε προηγούμενο αποδοχής τουρκικών αξιώσεων ανέδειξε ο...

GEOPOLITICO33 λεπτά πριν

Θεόδωρος Ατματζίδης: Η Αθήνα οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές στις δηλώσεις Φιντάν – Ζητήθηκε τουρκική άδεια για το καλώδιο;

Σοβαρά ερωτήματα για το διπλωματικό παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου και τον πραγματικό ρόλο της Τουρκίας στις διαδικασίες αδειοδότησης θέτει...

Γενικά θέματα41 λεπτά πριν

«ΖΕΥΣ» και «Δαίδαλος» μαγέψαν το Ηράκλειο: Εντυπωσιακές επιδείξεις της Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από τον Καράβολα

Οι πιλότοι της Πολεμικής Αεροπορίας πραγματοποίησαν σήμερα εντυπωσιακούς ελιγμούς και διελεύσεις πάνω από το παραλιακό μέτωπο της πόλης, στο πλαίσιο...

GEOPOLITICO42 λεπτά πριν

Ποιος ελέγχει πραγματικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Οι αποκαλύψεις πρώην δικαστή

Σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εσωτερική ισορροπία εξουσιών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αναδεικνύει ο...

Διεθνή1 ώρα πριν

GSI: Τουρκικό UAV επιτηρεί το γαλλικό ερευνητικό για το GSI

Την ώρα που η Άγκυρα αμφισβητεί τις ελληνικές και κυπριακές NAVTEX, τουρκικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος με διακριτικό VATOZ17 πραγματοποιεί, σύμφωνα...

Δημοφιλή