Αναλύσεις
Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Επιπτώσεις και Στρατηγικές Επιλογές για την Ελλάδα
Η πρόκληση, αλλά και η ιστορική ευκαιρία που καλείται να διαχειριστεί η Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τις συμμαχίες της και την αξιοπιστία της σε πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο, καθιστώντας την χώρα πυλώνα ασφάλειας, σταθερότητας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανή να διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη περιφερειακή κρίση.
Η ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή του, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά ιδεολογικής και θρησκευτικής αντιπαράθεσης που προβάλλει η Τεχεράνη, σηματοδοτεί βαθιές αλλαγές στο ήδη ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, με άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, την ασφάλεια και στους συσχετισμούς ισχύος του διεθνούς συστήματος.
Άξιο ιδιαίτερης προσοχής είναι το γεγονός ότι αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής αλλά και της Ευρώπης, χωρίς να το επιδιώκουν, έχουν ήδη καταστεί μέρος της σύγκρουσης, είτε λόγω της παρουσίας στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στην επικράτειά τους, είτε λόγω της εμπλοκής τους σε επιχειρήσεις ασφάλειας και προστασίας της ναυσιπλοΐας, είτε εξαιτίας της γεωπολιτικής τους θέσης.
Επιπλέον, η ένταση που καταγράφεται σε κρίσιμες ενεργειακές και ναυτιλιακές οδούς όπως τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την κινητοποίηση στρατιωτικών δυνάμεων σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δείχνει ότι η σύγκρουση αποκτά πλέον ευρύτερα περιφερειακά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η αξιοποίηση από το Ιράν ένοπλων οργανώσεων, όπως η Χεζμπολάχ, οι οποίες λειτουργούν ως αντιπρόσωποί του (proxies), δημιουργεί ένα περιβάλλον ασύμμετρων απειλών, καθιστώντας τον πόλεμο ακόμη πιο σύνθετο, απρόβλεπτο και πιθανόν μακράς διάρκειας.
Θα πρέπει να επισημανθεί επίσης, ότι ο πόλεμος αυτός δεν επηρεάζει μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.
Συγκεκριμένα, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελούν ήδη απτές συνέπειες της σύγκρουσης, με επιπτώσεις που αγγίζουν όχι μόνο την ευρωπαϊκή, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, ενώ επηρεάζουν και την πολιτική σταθερότητα σε αρκετές χώρες.
Μέσα σε αυτό το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί ότι βρίσκεται εκτός του πεδίου επιπτώσεων ή πολύ μακριά από το επιχειρησιακό πεδίο του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η επίθεση που δέχτηκε από ιρανικά drones η Βρετανική Βάση στην Κύπρο αποδεικνύει του λόγου το αληθές, υπογραμμίζοντας ότι η γεωγραφική εγγύτητα και η στρατηγική θέση της Ελλάδας σε συνδυασμό με τη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την καθιστούν αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης περιφερειακής αναταραχής.
Το κρίσιμο ερώτημα, δεν είναι αν η Ελλάδα επηρεάζεται από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή.
Αυτό είναι ήδη δεδομένο και δεν περιορίζεται στο ενδεχόμενο άμεσου στρατιωτικού πλήγματος σε κρίσιμες υποδομές, όπως η Βάση της Σούδας.
Οι επιπτώσεις του πολέμου εκδηλώνονται ήδη στην ελληνική, ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία, στην ενέργεια, στη ναυτιλία και στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, ενώ η μεταβολή των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο είναι βέβαιο, ότι θα αναδιαμορφώσει τους συσχετισμούς ισχύος στην περιοχή.
Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα, είναι το πώς θα διαχειριστεί τις συνέπειες του πολέμου και ποιες στρατηγικές θα επιλέξει για να προστατεύσει τα εθνικά της συμφέροντα και να ενισχύσει τη θέση της στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Υπό την ανωτέρω οπτική, η Ελλάδα καλείται αφενός να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος της Δύσης και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή, αφετέρου να διασφαλίσει ότι δεν θα μετατραπεί σε πεδίο κλιμάκωσης ή στόχο ασύμμετρων απειλών.
Οι βασικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την Ελλάδα εκτείνονται από την ασφάλεια και την οικονομία έως τη ναυτιλία και τη διαχείριση περιφερειακών πιέσεων, που επηρεάζουν τόσο την κοινωνική σταθερότητα όσο και τη διεθνή θέση της χώρας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πιθανότητα μιας μικρής κλίμακας επίθεσης ή δολιοφθοράς σε πολιτικές και στρατιωτικές υποδομές όπως στη Σούδα ή την Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να αγνοηθεί, ωστόσο η πιθανότητά της παραμένει περιορισμένη χάρη στα αυστηρά μέτρα ασφάλειας και την εγρήγορση των αρμόδιων αρχών.
Παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος τρομοκρατικών ενεργειών ή οργανωμένων κυβερνοεπιθέσεων με στόχο κρατικά δίκτυα, ενεργειακές υποδομές, μεταφορές ή ακόμη και στρατιωτικά συστήματα.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει άμεσες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο και στις θαλάσσιες μεταφορές.
Συνεπώς, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η διατάραξη των ενεργειακών ροών προς την Ευρώπη και οι αλλαγές δρομολογίων, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους μεταφοράς και logistics, είναι βέβαιο ότι θα επηρεάσουν τόσο την ελληνική ναυτιλία όσο και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα.
Η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου αναμένεται επίσης να επηρεάσει τον ελληνικό τουρισμό, ο οποίος αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου ή αποσταθεροποίησης κρατών της περιοχής, η Ελλάδα είναι πιθανό να βρεθεί εκ νέου αντιμέτωπη με αυξημένες μεταναστευτικές ροές, τις οποίες θα κληθεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά, ώστε να διατηρηθεί η εσωτερική ασφάλεια και να αποφευχθούν περιστατικά κοινωνικής έντασης.
Τέλος, η πιθανή αναδιαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνδυασμό με την γεωπολιτική αναβάθμιση της Ελλάδας και τη στρατηγική της σχέση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις από την Τουρκία, γεγονός που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στο ήδη σύνθετο περιφερειακό περιβάλλον.
Ωστόσο, η ανάλυση των ανωτέρω επιπτώσεων δεν αρκεί από μόνη της για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία των εξελίξεων στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι κάθε μεγάλη γεωπολιτική αλλαγή δημιουργεί ταυτόχρονα κινδύνους, αλλά και στρατηγικές ευκαιρίες για τα κράτη που μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες.
Υπό το πλαίσιο αυτό, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ανέδειξε ήδη ένα σημαντικό κενό στρατηγικής στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας, το οποίο δημιουργεί προϋποθέσεις για μια πιο ενεργή και στοχευμένη ελληνική στρατηγική.
Η Ε.Ε. εμφανίζεται για ακόμη μία φορά χωρίς ενιαία στρατηγική προσέγγιση απέναντι σε μια μεγάλη διεθνή σύγκρουση, γεγονός που αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής και δημιουργεί ένα κενό στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις και την προσπάθεια διατήρησης πολιτικής απόστασης από τη σύγκρουση, οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις—Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία—προχώρησαν σε αναπροσαρμογή των θέσεών τους υπό το βάρος των εξελίξεων στο πεδίο του πολέμου και της επέκτασης των απειλών από το Ιράν.
Παράλληλα, η στάση της Τουρκίας ανέδειξε μια διαφορετική στρατηγική επιλογή.
Η Άγκυρα καταδίκασε τόσο τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ όσο και τα αντίποινα του Ιράν, ενώ απαγόρευσε τη χρήση του εναέριου, χερσαίου και θαλάσσιου χώρου της για επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών των διαφοροποιημένων στάσεων δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας για την Ελλάδα, επιτρέποντάς της να αναδείξει τον περιφερειακό της ρόλο και να προωθήσει πιο συνεκτικές και ολοκληρωμένες πολιτικές ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ειδικότερα, η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, με σταθερό προσανατολισμό στη Δύση και στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και το Ισραήλ μπορεί να διαδραματίσει έναν πιο ενεργό ρόλο ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο πλαίσιο αυτό, αξιολογείται ως σωστή και ιδιαίτερης σπουδαιότητας η απόφαση του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να αποστείλει δύο φρεγάτες του Π.Ν. και τέσσερα αεροσκάφη F16 για την προστασία της Κύπρου, συμβάλλοντας στην αποτροπή πιθανών απειλών σε βάρος των στρατιωτικών και κρίσιμων υποδομών του νησιού.
Ανταποκρινόμενη στο αίτημα για την αντιμετώπιση των αυξημένων απειλών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα με την κίνηση αυτή εκφράζει έμπρακτα την αλληλεγγύη της προς τον αδελφό Κυπριακό λαό και τη στήριξή της προς ένα βασικό σύμμαχο και εταίρο.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της ως ουσιαστικού εγγυητή της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας και στέλνει σαφές μήνυμα, ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τόσο τα δικά της εθνικά συμφέροντα όσο και εκείνα των συμμάχων της σε μια κρίσιμη συγκυρία για την περιφερειακή ασφάλεια.
Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι διαθέτει τη βούληση αλλά και την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλαμβάνει ενεργό ρόλο σε ζητήματα ασφάλειας που υπερβαίνουν τα στενά όρια της εθνικής της επικράτειας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός ισχυρότερου αποτρεπτικού πλαισίου στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αναδεικνύει και την γεωπολιτική σημασία των ελληνικών υποδομών και ιδιαίτερα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ρόλος της βάσης της Σούδας στην Κρήτη, ιδίως στη σημερινή συγκυρία που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή κλιμακώνεται και η στρατηγική αξιοποίηση κρίσιμων υποδομών καθίσταται κρίσιμο στοιχείο για τη σταθερότητα της περιοχής.
Η αυξανόμενη αξιοποίηση της βάσης από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποδεικνύει ότι η Σούδα λειτουργεί πλέον ως ένας από τους βασικούς κόμβους στρατηγικής υποστήριξης στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, ενισχύοντας τη σημασία της χώρας στο συνολικό σύστημα ασφάλειας της Δύσης για επιχειρήσεις επιτήρησης, υποστήριξης και προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επίσης, αποτυπώνει την αξία που έχει για τους συμμάχους η γεωγραφική θέση της Ελλάδας στο
σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής.
Η εξέλιξη αυτή, πέρα από την αποτρεπτική της διάσταση, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ελλάδας τόσο εντός της Συμμαχίας όσο και στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών συζητήσεων για την άμυνα και την ασφάλεια.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στον τομέα της ενέργειας δημιουργεί νέα δεδομένα επίσης, για το ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα αποκτά μια μοναδική ευκαιρία να αναδειχθεί σε πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότητας για τη Δύση και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αναλαμβάνοντας ρόλο κρίσιμου ενεργειακού διαμετακομιστικού κόμβου, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενεργειακής αυτονομίας και ανεξαρτησίας.
Επιπλέον, η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή καθιστά ακόμη πιο σημαντικές τις περιφερειακές συνεργασίες που έχει αναπτύξει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Η εμβάθυνση αυτών των συνεργασιών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πλέγματος ασφάλειας και σταθερότητας που θα λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε αναθεωρητικές ή αποσταθεροποιητικές δυνάμεις.
Τέλος, η συγκυρία αυτή προσφέρει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα ως χώρας που λειτουργεί με στρατηγική συνέπεια, αξιοπιστία και σταθερότητα σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Αυτές οι ευκαιρίες όμως, δεν αξιοποιούνται από μόνες τους, αλλά απαιτούν ένα σαφές και πολυδιάστατο στρατηγικό σχέδιο, το οποίο θα συνδυάζει την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας με την ενεργή διπλωματική παρουσία και την αξιοποίηση των γεωπολιτικών της πλεονεκτημάτων.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η πρώτη προτεραιότητα της Ελλάδας αφορά την περαιτέρω ενίσχυση της εθνικής άμυνας και την προστασία κρίσιμων υποδομών, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με συμμαχικές επιχειρήσεις, αλλά και με ενεργειακές ή διαμετακομιστικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας.
Παράλληλα, η Ελλάδα χρειάζεται να εντείνει τη διπλωματική της δράση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύσουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και θα αναδείξουν τον ρόλο της χώρας ως αξιόπιστου συνομιλητή και παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας.
Δεδομένου ότι επιχειρείται από πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής αλλά και της Τουρκίας να αναβαθμίσουν τον ρόλο τους μέσω πρωτοβουλιών αποκλιμάκωσης και διαμεσολάβησης, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί μεθοδικά και να αξιοποιήσει την αξιοπιστία που διαθέτει εντός της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, προωθώντας πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν τη διπλωματία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συγκεκριμένα, η χώρα μπορεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου διαχείρισης της κρίσης, αναλαμβάνοντας ρόλο συντονισμού και πολιτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που θα ενισχύσει περαιτέρω το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και θα περιορίσει τα περιθώρια άλλων περιφερειακών δυνάμεων να μονοπωλήσουν τον ρόλο του διαμεσολαβητή.
Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των περιφερειακών συνεργασιών, η εμβάθυνση των στρατηγικών σχέσεων με χώρες της περιοχής και η ενδυνάμωση της ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας μπορούν να μετατρέψουν την παρούσα συγκυρία από περίοδο κινδύνων σε περίοδο γεωπολιτικής αναβάθμισης για την Ελλάδα.
Τέλος, σε αυτή την δύσκολη και ιδιαίτερα επικίνδυνη συγκυρία για τη διεθνή ασφάλεια, είναι κρίσιμο η Ελλάδα να διατηρήσει την εσωτερική της σταθερότητα και να ενισχύσει την εθνική της ανθεκτικότητα.
Δεδομένου ότι η ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη στρατιωτική του ισχύ αλλά και από τη συνοχή της κοινωνίας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων, η προετοιμασία για την αντιμετώπιση υβριδικών και κάθε μορφής απειλής –σε συνδυασμό με την έγκαιρη ενημέρωση και ψυχολογική προετοιμασία της κοινής γνώμης- αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας.
Εν κατακλείδι, για την Ελλάδα, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία.
Απειλή, διότι η κλιμάκωση των πολεμικών επιχειρήσεων δημιουργούν αυξημένους κινδύνους για την ασφάλεια, την οικονομία και τη σταθερότητα στην περιοχή, απαιτώντας ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος και ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών κρίσεων σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον. Ευκαιρία, διότι για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η γεωγραφική θέση της χώρας, οι στρατηγικές της συνεργασίες και η αξιοπιστία της εντός της Δύσης συνθέτουν ένα πλαίσιο που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική γεωπολιτική αναβάθμιση.
Υπό το πρίσμα αυτό, αν η Ελλάδα συνεχίσει να κινείται με συνέπεια, στρατηγικό σχεδιασμό και εθνική ενότητα, μπορεί να εξελιχθεί σε βασικό πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ζητούμενο για την Ελλάδα επομένως, δεν είναι απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά να συμμετέχει ενεργά δίπλα σε αυτούς που τις διαμορφώνουν.
Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, της αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας που το διεθνές δίκαιο υποχωρεί έναντι του δικαίου του ισχυρού, η ισχύς ενός κράτους δεν καθορίζεται μόνο από τις επιχειρησιακές δυνατότητές του.
Καθορίζεται κυρίως, από την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται εγκαίρως τις αλλαγές και να τοποθετείται στρατηγικά μέσα σε αυτές.
Και αυτή ακριβώς είναι η πρόκληση, αλλά και η ιστορική ευκαιρία που καλείται να διαχειριστεί η Ελλάδα.
Να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τις συμμαχίες της και την αξιοπιστία της σε πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο, καθιστώντας την χώρα πυλώνα ασφάλειας, σταθερότητας και επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο, ικανή να διαμορφώνει τις εξελίξεις αντί να τις ακολουθεί.
GEOPOLITICO
Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση
Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.
Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.
Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.
Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία
Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.
Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.
Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.
Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.
Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία
Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.
Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.
Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού
Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.
Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.
Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.
Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ
Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.
Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.
Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.
Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα
Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»
Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.
Αναλύσεις
Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;
Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.
Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.
Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.
Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής
Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.
Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά
Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.
Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.
Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.
Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.
IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει
Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.
Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.
«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.
Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.
Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.
Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή
Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.
Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.
Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.
GEOPOLITICO
EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας
Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.
Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.
Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.
Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.
Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.
Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.
Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.
Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.
Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.
Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.
Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.
Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας
Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.
Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.
Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.
Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.
Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.
Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.
Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα
Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.
Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.
Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.
Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.
Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι
Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.
Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.
Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.
Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.
Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.
Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.
Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις
Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.
Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.
Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.
Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.
Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.
Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.
Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης
Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.
Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.
Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.
Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.
Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.
Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.
Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.
Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.
Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.
Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας