Διεθνή
ΕΕ : Κέντρο vs Περιφέρεια
|
του Ερίκ Τουσέν (Eric Toussaint)
Μεταξύ 1980 και 2004, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν αρκετά δημοφιλής στα μάτια μεγάλου μέρους του πληθυσμού των χωρών της περιφέρειας. Οι Πορτογάλοι, οι Έλληνες και οι Ισπανοί είχαν θεωρήσει τη συμμετοχή της χώρας τους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τόσο σαν εγγύηση για τη δημοκρατική σταθερότητα, διότι όλοι έβγαιναν από μια δικτατορική περίοδο [1] όσο και σαν μια πραγματική δυνατότητα βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης (η οικονομική υποστήριξη από τις πλουσιότερες χώρες της ΕΕ προς τα νέα μέλη της περιοχής της Μεσογείου ήταν σημαντικές κατά τα πρώτα έτη [2]).
Η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ των ίδιων χωρών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 είχε κερδίσει επίσης τη συμπάθεια του κοινού επειδή συνοδεύτηκε με αύξηση της κατανάλωσης, χρηματοδοτούμενη ωστόσο από πιστώσεις.
Το ίδιο συνέβη και με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ: εγγύηση δημοκρατικής σταθερότητας, ελπίδα για κάποια οικονομική υποστήριξη, δυνατότητα να ταξιδεύουν εντός της Ένωσης, να βρει μια καλύτερα αμειβόμενη εργασία στη δύση, να αποκτήσει πρόσβαση στις πιστώσεις για τη χρηματοδότηση της κατανάλωσης.
Ωστόσο, ήδη από το 2000, τα κονδύλια που μεταφέρονται από τις πλουσιότερες χώρες προς τις οικονομίες των νέων μελών μειώθηκαν σημαντικά και ορισμένοι παραγωγικοί τομείς, ιδιαίτερα στη γεωργία, επηρεάστηκαν πολύ αρνητικά από τον ανταγωνισμό του «αγρομπίζνες» της Δυτικής Ευρώπης πολύ πιο βιομηχανοποιημένες και ανταγωνιστικές.
Τα έτη 2008-2010 αποτελούν μια κρίσιμη καμπή στην αντίληψη που έχουν οι ευρωπαϊκοί λαοί για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Από θετική, αποκτά μια αρνητική χροιά στα μάτια σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού.
Η συσσώρευση των νεοφιλελεύθερων μέτρων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο όνομα της προώθησης του διάσημου λογότυπου «ελεύθερος και ανόθευτος ανταγωνισμός», από το 2009-2010, η κρίση του ευρώ και οι πολύ σημαντικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης είναι οι κύριες αιτίες.
Ένα Κέντρο και Μία Περιφέρεια στο εσωτερικό της ΕΕ
Η ιεραρχική σχέση που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο με ένα κέντρο αποτελούμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία (η Τριάδα) και μια περιφέρεια που σχηματίζεται από τις λεγόμενες «χώρες υπό ανάπτυξη» έχει την ρεπλίκα της εντός των 27 χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Κέντρο αποτελείται από τις πιο ισχυρές χώρες, με πρώτες τη Γερμανία και τη Γαλλία, ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία και τα κράτη της πρώην Μπενελούξ (Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο).
Η περιφέρεια που υπόκειται στις επιλογές αυτού του ηγεμονικού Κέντρου αποτελείται κυρίως από τις νότιες και ανατολικές χώρες της Ευρώπης, χωρίς να ξεχνάμε την Ιρλανδία στα δυτικά. Στο πιο περιορισμένο επίπεδο των 16 χώρων της ζώνης του ευρώ [3], το φαινόμενο αυτό γέννησε το αγγλικό ακρωνύμιο PIGS (=γουρούνια) (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία) από τη στιγμή που αυτές οι χώρες γνωστοποίησαν τις δυσκολίες τους, με το οποίο κυκλοφόρησαν σκανδαλωδώς ρατσιστικά λογοπαίγνια [4].
Η άρνηση της ΕΕ να αναπτύξει πραγματικές κοινές πολιτικές για να βοηθήσει τα νέα μέλη στη μείωση των οικονομικών μειονεκτημάτων τους σε σχέση με το Κέντρο έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία αυτών των διαρθρωτικών ανισοτήτων επιζήμιων για τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Κατά τα τελευταία 10 χρόνια, η Γερμανία (αλλά και οι Κάτω Χώρες και Αυστρία) δρομολόγησε μια νεο-μερκαντιλιστική πολιτική: κατάφερε να αυξήσει τις εξαγωγές της, ιδίως μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη ζώνη του ευρώ συμπιέζοντας τους μισθούς των εργαζομένων στη Γερμανία. Στη Γερμανία, το Σεπτεμβρίου του 2010, μεταξύ των μισθωτών, 7,3 εκατομμύρια εργαζόμενοι είχαν μόνο μια μίνι-εργασία μερικής απασχόλησης αμειβόμενη με 400 (τετρακόσια) ευρώ το μήνα [5].
Κέρδισε επομένως σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τους εταίρους της, ιδίως εκείνους από χώρες όπως η Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία και ακόμη και η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Ουγγαρία (τις οποίες δεν αποτελούν μέρος της ζώνης του ευρώ).
Αυτές οι χώρες είδαν να συσσωρεύεται και να διευρύνεται ένα εμπορικό έλλειμμα με τη Γερμανία και άλλες χώρες του Κέντρου.
Τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που εμφανίζονται από τις χώρες αυτές είναι το αντίθετο του πλεονάσματος του Κέντρου, κυρίως της Γερμανίας. Αυτά τα ελλείμματα, τα οποία μπορούν να αντιστοιχίσουν σε χρηματοοικονομικά ελλείμματα του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα, πρέπει να συμπληρωθούν από εξωτερικές πηγές: τα χρέη (δηλαδή δάνεια), ή ξένες επενδύσεις. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών οφείλεται κυρίως σε ιδιωτικά ελλείμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται κυρίως από τραπεζικά δάνεια του Κέντρου γιατί οι επενδύσεις ήταν σχετικά χαμηλές (εκτός από την περίπτωση της Ισπανίας) ή αντισταθμίστηκαν από τη σημαντική εξαγωγή κεφαλαίων με τη μορφή του επαναπατρισμού των κερδών των πολυεθνικών εταιρειών που είχαν πραγματοποιήσει αυτές τις επενδύσεις. Έτσι, σε ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Ουγγαρία, Σλοβακία και Τσεχία), οι επαναπατρισμοί των κερδών (εκροές κεφαλαίων) ήταν μεγαλύτεροι από τις επενδύσεις (εισροές κεφαλαίων) [6].
Χονδρικά, το χρέος των χωρών της περιφέρειας οφείλεται κυρίως στη συμπεριφορά του ιδιωτικού τομέα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ανίκανος ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της περιφέρειας να ανταγωνιστεί το Κέντρο, χρεώθηκε στις τράπεζες και η οικονομία μετά την υιοθέτηση του ευρώ έχασε την παραγωγική της βάση και έγινε χρηματιστηριακή.
Η κατανάλωση αυξήθηκε στις προαναφερόμενες χώρες και σε ορισμένες από αυτές (Ισπανία, Ιρλανδία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία), αναπτύχτηκε μια φούσκα στα ακίνητα που τελικά έσκασε.
Τα επιτόκια, όλο και πιο ψηλά, που καταβάλλονται από τις χώρες της περιφέρειας για τα νέα δάνεια που πραγματοποιήθηκαν μετά το ξέσπασμα της κρίσης, θα αυξήσουν την αποστράγγιση των κεφαλαίων που φεύγουν από την περιφέρεια προς το κέντρο. (Τα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του Κέντρου αγοράζουν τα ομόλογα που εκδίδονται από τις χώρες της περιφέρειας ή οι κυβερνήσεις του Κέντρου συμμετέχουν «στα σχέδια βοήθειας» δανείζοντας χρήμα με 5,2% στην περίπτωση της Ελλάδας).
Η Γερμανία, Γαλλία και η Αυστρία, για παράδειγμα, δανείζονται με 2% και δανείζουν με 5,2%.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές απαιτούν επιτόκια διπλάσια ή τριπλάσια σε σχέση με 2007-2008 και τα ποσά των δανείων είναι τεράστια. Το χρήμα που δανείζεται από τις χώρες του Κέντρου η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία ξαναφεύγει προς τις ιδιωτικές τράπεζες των χωρών του Κέντρου που δανείζουν με 10% ή περισσότερο.
Καλά είπαμε λοιπόν ότι υπάρχει αποστράγγιση των πώρων της Περιφέρειας προς το Κέντρο.
Εξάλλου, από τα πλεονεκτήματα της παραγωγικότητας της Γερμανίας και των άλλων χώρων του Κέντρου σε σχέση με τις χώρες της Περιφέρειας, εκτελείται επίσης μια αποστράγγιση μέσω των εμπορικών συναλλαγών σύμφωνα με το μηχανισμό της άνισης ανταλλαγής που περιγράφει ο Μαρξ στο Το Κεφάλαιο: «Το κεφάλαιο που επενδύθηκε στο εξωτερικό εμπόριο μπορεί να προσφέρει ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους, γιατί ανταγωνίζεται προϊόντα που άλλες χώρες δεν παράγουν με τις ίδιες ευκολίες, έτσι ώστε η πιο προηγμένη χώρα πωλεί τα προϊόντα της πιο πάνω από την αξία τους, αν και φθηνότερα από τις ανταγωνιστικές χώρες. […] Η ίδια κατάσταση μπορεί να προκύψει σε σχέση με μια χώρα της οποίας εισάγουμε και στην οποία εξάγουμε προϊόντα. Η χώρα αυτή μπορεί να παρέχει σε είδος περισσότερη υλοποιημένη εργασία από ό, τι λαβαίνει, και να λάβει τα προϊόντα φθηνότερα από ό, τι θα μπορούσε να τα παράγει η ίδια»[7].
Να ιδρυθεί δημοκρατικά μια άλλη Ευρωπαϊκή Ένωση βασισμένη στην αλληλεγγύη
Μερικές διατάξεις των συνθηκών που διέπουν την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ευρωζώνη και την ΕΚΤ πρέπει να καταργηθούν. Για παράδειγμα, πρέπει να διαγραφούν τα άρθρα 63 και 125 της Συνθήκης της Λισαβόνας που απαγορεύουν κάθε έλεγχο των κινήσεων των κεφαλαίων, καθώς και κάθε βοήθεια προς κράτος σε δυσκολία. Θα πρέπει επίσης να εγκαταλειφτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Παραπέρα, θα πρέπει να αντικατασταθούν οι ισχύουσες συνθήκες με νέες στο πλαίσιο μιας πραγματικής δημοκρατικής συστατικής διαδικασίας, προκειμένου να επιτευχθεί ένα σύμφωνο αλληλεγγύης των λαών για την απασχόληση και την οικολογία.
Θα πρέπει να αναθεωρηθεί πλήρως η νομισματική πολιτική όπως και το καθεστώς και η πρακτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η αδυναμία της πολιτικής εξουσίας να επιβάλει στην ΕΚΤ να τυπώσει χρήμα είναι ένα πολύ βαρύ μειονέκτημα. Με τη δημιουργία αυτής της ΕΚΤ επάνω από τις κυβερνήσεις και επομένως ερήμην των λαών, η ΕΕ προέβη σε μια καταστροφική επιλογή, αυτή της υποταγής του ανθρώπου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, και όχι το αντίστροφο.
Μια Ευρώπη βασισμένη στην αλληλεγγύη και τη συνεργασία θα πρέπει να της επιτρέψει να γυρίσει την πλάτη της στον ανταγωνισμό και την ανταγωνιστικότητα, που τραβάνε τα πάντα «προς τα κάτω».
Η νεοφιλελεύθερη λογική οδήγησε στην κρίση και αποκάλυψε την αποτυχία της. Αυτή πίεσε τους κοινωνικούς δείκτες προς τα κάτω: λιγότερη κοινωνική προστασία, λιγότερες θέσεις απασχόλησης, λιγότερες δημόσιες υπηρεσίες.
Οι λίγοι που έχουν ωφεληθεί από αυτή την κρίση το έκαναν ποδοπατώντας τα δικαιώματα της πλειοψηφίας.
Οι ένοχοι κέρδισαν, τα θύματα πληρώνουν! Αυτή η λογική, η οποία κρύβεται πίσω από όλα τα ιδρυτικά έγγραφα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κορυφαίο το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, πρέπει να υπονομευθεί: ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ.
Μια άλλη Ευρώπη βασισμένη στη συνεργασία των κρατών και την αλληλεγγύη των λαών, πρέπει να γίνει ο κύριος στόχος.
Σημειώσεις- Παραπομπές
[1] Τα καθεστώτα του Σαλαζάρ και Caetano (1933-1974) στην Πορτογαλία, δικτατορία του Franco (1939-1975) στην Ισπανία, η ελληνική δικτατορία των Συνταγματαρχών (1967-1974).
[2] Η δημοτικότητα της ένταξης στην ΕΕ ήταν σημαντικά χαμηλότερη στις πλούσιες χώρες της Βόρειας Ευρώπης (Βρετανία, Σκανδιναβικές χώρες).
[3] Η ζώνη του ευρώ δημιουργήθηκε το 1999 από έντεκα χώρες: Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία. Αργότερα εντάχθηκε η Ελλάδα το 2001, η Σλοβενία το 2007, η Κύπρος και η Μάλτα το 2008, η Σλοβακία το 2009 και η Εσθονία το 2011.
[4] Στην αγγλική γλώσσα, « pigs » σημαίνει «χοίροι”.
[5] Φρεντερίκ Λεμέτρ στην εφημερίδα Le Monde, 17 Μαΐου, 2011
[6] Ozlem Onaran, «Δημοσιονομική Κρίση στην Ευρώπη ή μια κρίση διανομής»,
[7] Καρλ Μαρξ, Γ’ Βιβλίο, αναδημοσίευση Gallimard, Η Πλειάδα, 1963, σελ.1.021.
|
var _wau = _wau || []; _wau.push([“small”, “wvg1ie6mi5ta”, “m3y”]);
(function() {var s=document.createElement(“script”); s.async=true;
s.src=”http://widgets.amung.us/small.js”;
document.getElementsByTagName(“head”)[0].appendChild(s);
})();
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

