Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Μετανάστευση, ασφάλεια και δικαιώματα: η μετατόπιση της νομολογίας του ΕΔΔΑ

Οι εθνικές κυβερνήσεις πλέον βρίσκονται στο εξής δύσκολο σταυροδρόμι: είτε να αναγνωρίσουν στους αλλοδαπούς καταδικασθέντες για ποινικά αδικήματα ένα δικαίωμα παραμονής στο ευρωπαϊκό έδαφος είτε να καταγγείλουν την ΕΣΔΑ ώστε να μην δεσμεύονται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός

Μια νέα μελέτη του European Center for Law and Justice ήρθε πρόσφατα στη δημοσιότητα για να τεκμηριώσει τη ριζική αλλαγή πλεύσης της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ως προς τις απελάσεις αλλοδαπών που έχουν εγκληματήσει. Πρόκειται για ζήτημα που τελευταία έχει προκαλέσει μεγάλο προβληματισμό στα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης καθώς αφορά τη διαχείριση του μεταναστευτικού με επιπτώσεις στην ασφάλεια των πολιτών, στη συνοχή των κοινωνιών και στην κυριαρχική εξουσία τους να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των εθνικών τους συμφερόντων.

Τον Μάιο του 2025 εννέα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης σε ανοιχτή επιστολή τους άσκησαν δριμεία κριτική σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ σχετικές με τη μετανάστευση. Εκεί εξηγούν ότι το Δικαστήριο έχει περιορίσει υπερβολικά τη δυνατότητα των εθνικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίζουν την εγκληματικότητα των αλλοδαπών και καταγγέλλουν την εξέλιξη της ερμηνείας της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) από το Δικαστήριο. Επισημαίνουν ότι έχει διευρυνθεί κατά πολύ το πεδίο εφαρμογής της ΕΣΔΑ μέσω της ερμηνείας της από τους δικαστές του ΕΔΔΑ πέραν των προθέσεων των συντακτών της.

Επιπλέον, επισημαίνουν ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ πλέον επιβάλλουν υπερβολικούς περιορισμούς στη δυνατότητα των κρατών να αποφασίζουν ποιον να απελάσουν από την επικράτειά τους ενώ δηλώνουν ότι δίνουν προτεραιότητα, αφενός, στο δικαίωμα για ασφάλεια των θυμάτων, δηλ. της συντριπτικής πλειοψηφίας των νομοταγών πολιτών τους και, αφετέρου, στη σταθερότητα της κοινωνίας.

Η ανοιχτή επιστολή αποτέλεσε επί της ουσίας την πολιτική απάντηση στην απόφαση του ΕΔΔΑ Sharafane κατά Δανίας, με την οποία καταδίκασε τη Δανία επειδή απέλασε έναν Ιρακινό διακινητή κοκαΐνης, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε εξασφάλιση πως θα μπορούσε να επιστρέψει μετά τη λήξη της απαγόρευσης εισόδου.

Με την εν λόγω ανοιχτή επιστολή έχουμε για τη δεύτερη φορά στην ιστορία του Συμβουλίου της Ευρώπης την ανάληψη πολιτικής πρωτοβουλίας εκ μέρους πολλών κρατών για αμφισβήτηση των αποφάσεων του δικαιοδοτικού του οργάνου. Η πρώτη έλαβε χώρα το 2009, με αφορμή την υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, όταν το Δικαστήριο αρχικά είχε κρίνει ότι η παρουσία του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες παραβίαζε τα δικαιώματα αγνωστικιστών γονέων. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιδράσεις των κρατών, το Δικαστήριο, σε απόφαση της Μείζονος Σύνθεσης το 2011, έκρινε τελικά ότι η Ιταλία μπορούσε νόμιμα να δίνει προεξέχουσα ορατότητα στα σύμβολα της θρησκείας της πλειοψηφίας της κοινωνίας εντός του σχολικού περιβάλλοντος. Δηλαδή, αναθεώρησε πλήρως την αρχική του απόφαση.

Η μελέτη του European Center for Law and Justice εξηγεί αναλυτικά ότι το ΕΔΔΑ περιορίζει τις απελάσεις αλλοδαπών εγκληματιών μέσω μιας ευρείας ερμηνείας του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ). Εξετάζεται η διαδικασία μέσω της οποίας δημιουργήθηκε, επί τη βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, ένα είδος δικαιώματος παραμονής ή επιστροφής στην Ευρώπη.

Συγκεκριμένα, πριν το 1985 το Δικαστήριο δεν ήλεγχε τις απελάσεις αλλοδαπών βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ αλλά αργότερα διαμόρφωσε νομολογιακά κριτήρια ελέγχου για τέτοιες αποφάσεις. Από το 2021 και έπειτα καταδικάζει κράτη που δεν επιτρέπουν την επιστροφή μετά από απέλαση ενώ παράλληλα άρχισε να ελέγχει και τις εθνικές αποφάσεις για την άρνηση αναγνώρισης ιθαγένειας, περιορίζοντας έμμεσα τις απελάσεις.

Μέχρι το 1985, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ήταν σύμφωνη με τις προθέσεις των συντακτών της Σύμβασης. Έτσι, οι τρεις πρώτες καταδίκες από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 8, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αφορούσαν την απαγόρευση σε κρατούμενο να αλληλογραφεί με τον δικηγόρο του, τους περιορισμούς που εμπόδιζαν μια μητέρα να μεταβιβάσει ελεύθερα την περιουσία της στην κόρη της ή την έλλειψη πραγματικής πρόσβασης σε διαδικασία δικαστικού χωρισμού για μια σύζυγο που αντιμετώπιζε έναν αλκοολικό και βίαιο σύζυγο. Όλα αυτά τα ζητήματα όπως άλλα παρεμφερή που χειρίστηκε το Δικαστήριο αφορούσαν άμεσα την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα των ατόμων.

Στην υπόθεση Abdulaziz, Cabales and Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου (1985), το ΕΔΔΑ έκρινε για πρώτη φορά ότι μια απέλαση αλλοδαπών μπορεί να παραβιάζει το άρθρο 8 της Σύμβασης. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είχε υποστηρίξει ότι ούτε το άρθρο 8 ούτε κάποιο άλλο άρθρο εφαρμόζεται στο πεδίο της μετανάστευσης. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτή τη θέση και δήλωσε αρμόδιο να ελέγχει τις απελάσεις με βάση το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Η απόφαση αυτή δεν προκάλεσε σημαντικές αντιδράσεις τότε και ο έλεγχος των απελάσεων βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ δεν αμφισβητήθηκε από τα κράτη.

Το 1988 στην υπόθεση Berrehab κατά Ολλανδίας το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ολλανδία επειδή δεν χορήγησε άδεια παραμονής σε Μαροκινό υπήκοο, του οποίου η κόρη ζούσε στο Άμστερνταμ με τη μητέρα της. Έκτοτε, η νομολογία του Δικαστηρίου διαμόρφωσε κάποιες κατευθυντήριες αρχές για τον έλεγχο των απελάσεων, με στόχο κυρίως την εξέταση της αρχής της αναλογικότητας, δηλ. τη στάθμιση μεταξύ δημόσιας ασφάλειας και ιδιωτικής/οικογενειακής ζωής.

Στην υπόθεση Boultif κατά Ελβετίας (2001), το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελβετία για παραβίαση της οικογενειακής ζωής ενός Αλγερινού, παντρεμένου με Ελβετίδα, ο οποίος είχε καταδικαστεί για διάφορα αδικήματα. Σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο διαμόρφωσε οκτώ κριτήρια που πρέπει να πληρούνται κατά την απέλαση ενός αλλοδαπού που έχει τελέσει αδικήματα: τη φύση και τη σοβαρότητα του εγκλήματος, τον χρόνο που πέρασε από το αδίκημα και τη συμπεριφορά του προσώπου, τη διάρκεια παραμονής στη χώρα, την ιθαγένεια των εμπλεκομένων, την οικογενειακή κατάσταση και τη διάρκεια του γάμου, το αν ο/η σύζυγος γνώριζε το τελεσθέν αδίκημα, την ύπαρξη παιδιών και την ηλικία τους και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε η οικογένεια στη χώρα απέλασης.

Λίγα χρόνια αργότερα το ΕΔΔΑ με την απόφαση Üner κατά Ολλανδίας θα προσθέσει δύο ακόμα κριτήρια: την ισχύ των κοινωνικών, πολιτιστικών και οικογενειακών δεσμών με τη χώρα υποδοχής και τη χώρα προορισμού και το συμφέρον/ευημερία των παιδιών της οικογένειας του αλλοδαπού.

Μέχρι το 2021, η εφαρμογή των δέκα κριτηρίων από το ΕΔΔΑ δεν είχε οδηγήσει ποτέ στην καταδίκη κράτους λόγω του μόνιμου χαρακτήρα μιας απαγόρευσης επιστροφής.

Το 2021, το Δικαστήριο άλλαξε προσέγγιση στην υπόθεση Abdi κατά Δανίας. Ο Σομαλός Mohamed Abdi είχε καταδικαστεί για σοβαρά ποινικά αδικήματα (διακίνηση ναρκωτικών, παράνομη κατοχή πλήρως οπλισμένου πυροβόλου όπλου, κλπ.) Απελάθηκε από τη Δανία με μόνιμη απαγόρευση επιστροφής, όπως προέβλεπε ο εθνικός νόμος. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ισόβια απαγόρευση εισόδου στη Δανία ήταν δυσανάλογη καθώς δεν είχε προηγηθεί η λήψη ηπιότερων μέτρων (π.χ. προειδοποίηση ή προσωρινή απέλαση) και άρα η Δανία όφειλε να τροποποιήσει τη νομοθεσία της.

Τρεις μήνες αργότερα στην υπόθεση Savran κατά Δανίας, η Μείζων Σύνθεση του ΕΔΔΑ καθιέρωσε την αρχή ότι η οριστική (μόνιμη) απέλαση είναι ασύμβατη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Ο Savran ήταν Τούρκος υπήκοος και είχε καταδικαστεί στη Δανία για σοβαρά εγκλήματα συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας επίθεσης. Το ΕΔΔΑ όμως έκρινε ότι η μονιμότητα της απαγόρευσης επιστροφής ήταν προβληματική καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα επανεξέτασης και η απέλαση θεωρήθηκε υπερβολικά επαχθής.

Στις 12 Νοεμβρίου 2024, το ΕΔΔΑ εξέδωσε αποφάσεις σε τρεις υποθέσεις (Sharafane κατά Δανίας, Savuran κατά Δανίας και Al–Habeeb κατά Δανίας) που αφορούσαν την απέλαση αλλοδαπών παραβατών από τη Δανία, υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Σε αυτές τις τρεις δικαστικές κρίσεις το ΕΔΔΑ διαμόρφωσε μιας μορφής «εγγύησης επιστροφής» για κάθε απελαθέντα παραβάτη.

Πλέον το Δικαστήριο δεν απαγορεύει μόνο τις οριστικές απελάσεις, αλλά προσθέτει και μια προϋπόθεση για τις προσωρινές απελάσεις: την υποχρέωση να διασφαλίζεται ότι ο απελαθείς παραβάτης θα μπορεί να επιστρέψει μετά τη λήξη της απαγόρευσης εισόδου. Ο απελαθείς πρέπει να έχει επαρκείς προοπτικές επιστροφής. Επομένως η μεταναστευτική πολιτική των εθνικών αρχών δεν πρέπει να είναι υπερβολικά αυστηρή, διαφορετικά η απέλαση κινδυνεύει να είναι de facto μόνιμη και συνεπώς αντίθετη με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ όπως σήμερα ερμηνεύεται.

Στις 29 Ιανουαρίου 2025, η κυβέρνηση της Δανίας ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης Sharafane κατά Δανίας στη Μείζονα Σύνθεση του ΕΔΔΑ. Στο υπόμνημά της υποστήριζε ότι η απόφαση του Τμήματος «εγείρει σοβαρά και σημαντικά ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης, ιδίως όσον αφορά το κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους να ελέγχει την είσοδο, τη διαμονή και την απέλαση αλλοδαπών», παρότι το δικαίωμα αυτό αποτελεί «εδραιωμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου».

Η αίτηση της Δανίας απορρίφθηκε από το κολέγιο της Μείζονος Σύνθεσης του ΕΔΔΑ στις 17 Μαρτίου 2025, γεγονός που κατέστησε την απόφαση Sharafane κατά Δανίας οριστική. Η πενταμελής επιτροπή αποτελούνταν, μεταξύ άλλων, από τον Mattias Guyomar, Γάλλο δικαστή που έγινε τον Μάιο 2025 Πρόεδρος του ΕΔΔΑ και τον Αλβανό δικαστή Darian Pavli που είχε εργαστεί επί μακρόν στο Open Society του George Soros.

Όσον αφορά τους κατέχοντες διπλή ιθαγένεια και έχουν διαπράξει αδικήματα, η στέρηση της ιθαγένειάς τους αποτελεί προϋπόθεση για την απέλασή τους ως αλλοδαπών. Οι προσφυγές ανθρώπων με διπλή υπηκοότητα κατά της στέρησης της ιθαγένειάς τους κρίνονταν από το ΕΔΔΑ σταθερά απαράδεκτες αφήνοντας τη σχετική εξουσία αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών. Η νομολογία αυτή παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι το 1999. Με την απόφαση Karassev κατά Φινλανδίας, το ΕΔΔΑ άνοιξε το δρόμο για τον έλεγχο των αποφάσεων αφαίρεσης ιθαγένειας υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Στην απόφαση Genovese κατά Μάλτας (2011), το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι «η άρνηση χορήγησης ιθαγένειας μπορεί να εγείρει ζήτημα υπό το άρθρο 8 λόγω της επίδρασής της στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου, έννοια αρκετά ευρεία ώστε να περιλαμβάνει ορισμένες πτυχές της κοινωνικής του ταυτότητας».

Έκτοτε, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι μια απόφαση στέρησης ιθαγένειας θεωρείται «απώλεια στοιχείου της ταυτότητας» των ενδιαφερομένων, δηλαδή «παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής τους».

Η μελέτη του European Center for Law and Justice καταλήγει ότι το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει την ΕΣΔΑ ως «ένα ζωντανό εργαλείο που πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των σημερινών συνθηκών ζωής» σύμφωνα με μια «δυναμική και εξελικτική» προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης επεκτείνει υπερβολικά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ παρεμβαίνοντας στην μεταναστευτική πολιτική των κρατών. Το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα κράτη στην ΕΣΔΑ δεν είχαν την πρόθεση να δεσμευτούν για την εφαρμογή του άρθρου 8 στις απελάσεις αλλοδαπών, δεν έχει για το Δικαστήριο καμία σημασία.

Οι εθνικές κυβερνήσεις πλέον βρίσκονται στο εξής δύσκολο σταυροδρόμι: είτε να αναγνωρίσουν στους αλλοδαπούς καταδικασθέντες για ποινικά αδικήματα ένα δικαίωμα παραμονής στο ευρωπαϊκό έδαφος είτε να καταγγείλουν την ΕΣΔΑ ώστε να μην δεσμεύονται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Οι αντιδράσεις πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πάντως φαίνεται πως ώθησε το Συμβούλιο της Ευρώπης να εντάξει στην ημερήσια διάταξη της επόμενης επίσημης Συνόδου της Επιτροπής των Υπουργών στη Μολδαβία (15 Μαΐου 2026) το ζήτημα των απελάσεων καταδικασμένων για εγκλήματα αλλοδαπών.

Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Παρακολούθησε το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στο Δημόσιο Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο Δημόσιο Δίκαιο στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ και εξετάζει τη σύγκρουση συμφερόντων γύρω από το LNG και τον Κάθετο Διάδρομο.

Δημοσιεύτηκε

στις

Τις εξελίξεις γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, τον ανταγωνισμό για τη διακίνηση φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και την ενίσχυση της συνεργασίας με την Ινδία ανέδειξε ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στην εκπομπή «Direct News». Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η ανάγκη η Αθήνα να προχωρήσει τους ενεργειακούς και αμυντικούς σχεδιασμούς της, απέναντι στην προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Κεντρικό θέμα αποτέλεσε η πληροφορία που μετέφερε ο παρουσιαστής για την υποβολή αιτήματος από τη Nexans προς τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία έκδοσης NAVTEX για τις εργασίες του Great Sea Interconnector.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ακολουθεί η εξέταση του αιτήματος από την αρμόδια διυπουργική επιτροπή, η εισήγηση προς τον υπουργό Εξωτερικών και, μετά την έγκριση, η προώθησή του στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας για την έκδοση της σχετικής αναγγελίας. Ο ίδιος τοποθέτησε τις πιθανές εξελίξεις στα τέλη Οκτωβρίου ή στις αρχές Νοεμβρίου, επικαλούμενος πληροφορίες από πηγές του.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας υποστήριξε επίσης ότι, βάσει της ενημέρωσης που διαθέτει, δεν έχει υποβληθεί αντίστοιχο αίτημα αδειοδότησης προς την Τουρκία. Περιέγραψε ως διαφορετικό ζήτημα την ενημέρωση των χωρών της περιοχής για τις εργασίες και κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, χωρίς να αφήσει περιθώριο επιβολής τουρκικών απαιτήσεων.

Η ενεργειακή σύγκρουση πίσω από τη διπλωματία

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στην αναφερόμενη απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα και στον τρόπο με τον οποίο την παρουσίασαν τουρκικά μέσα ενημέρωσης.

Ο παρουσιαστής μετέφερε δημοσιεύματα της Hürriyet και του Haber Global, επισημαίνοντας ότι επιχειρούν να συνδέσουν την εξέλιξη με ενδεχόμενη υποβάθμιση της Ελλάδας και αλλαγή των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτή αποτελεί τουρκική ανάγνωση και δεν αποδεικνύει από μόνη της μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής.

Στη δική του ανάλυση, το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στον ανταγωνισμό για το LNG και στις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά. Συνέδεσε τον ελληνικό Κάθετο Διάδρομο με τις κινήσεις της τουρκικής BOTAŞ και τις συνεργασίες της με αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερο μερίδιο στη διακίνηση και εμπορία αερίου.

Η Τουρκία, όπως ανέφερε, επιχειρεί να αξιοποιήσει αγωγούς, εγκαταστάσεις LNG, αποθηκευτικούς χώρους και διασυνδέσεις, ώστε να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναδιανομής ενέργειας. Κατά τον ίδιο, αυτή η επιδίωξη δημιουργεί ανταγωνιστικές πιέσεις προς τους ελληνικούς σχεδιασμούς.

Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου στην αμερικανική πρεσβεία. Αντιπαρέβαλε την πολιτική πρόσβαση που αποδίδει στον Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα με την ανάγκη η Αθήνα να διαθέτει συνομιλητή με εμπειρία και επιρροή στην Ουάσιγκτον.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για πιθανή διαδοχή, αναφέρθηκε στα ονόματα των Γκας Μπιλιράκη, Τζον Κατσιματίδη και Τζον Τζορτζ, παρουσιάζοντάς τα ως ονόματα που ακούγονται και εκφράζοντας προτίμηση για τον Μπιλιράκη.

Ελλάδα, Κύπρος και Ινδία: Από τις επαφές στη βιομηχανική συνεργασία

Ξεχωριστή θέση είχε η προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας, με αφορμή τις επαφές του Ινδού αξιωματούχου Ρατζές Κουμάρ Σινγκ στην Αθήνα, έπειτα από την παρουσία του στην Κύπρο.

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναφέρθηκε στη συνάντηση με τον Θανάση Δαβάκη και στην επίσκεψη στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, δίνοντας έμφαση στις συζητήσεις για την αμυντική βιομηχανία και την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών. Εκτίμησε ότι η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει συγκεκριμένο τεχνολογικό και βιομηχανικό περιεχόμενο, ακόμη και μέσα από συμπαραγωγές οπλικών συστημάτων.

Για την κυπριακή διάσταση, στάθηκε στην επίσκεψη του Ινδού αξιωματούχου στην Πράσινη Γραμμή και στην προβολή εικόνων από τη διχοτομημένη Λευκωσία σε ινδικά μέσα. Κατά την εκτίμησή του, η ανάδειξη των συνεπειών της τουρκικής εισβολής έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Συνέδεσε, επίσης, τις αμυντικές επαφές με τον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, τον IMEC. Υποστήριξε ότι το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει την Ελλάδα και την Κύπρο ως κρίσιμους εταίρους για την πρόσβασή του στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσα από ένα πλέγμα λιμενικών, εμπορικών και στρατηγικών συνεργασιών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Θεσσαλονίκη, την οποία παρουσίασε ως λιμάνι που διεκδικεί σημαντικό ρόλο στη μεταφορά ινδικών εμπορευμάτων προς τα Βαλκάνια. Τόνισε, πάντως, ότι ένας τέτοιος σχεδιασμός προϋποθέτει αναβάθμιση των υποδομών και αξιόπιστη εμπορευματική σιδηροδρομική σύνδεση.

Τριβές ανάμεσα σε Άγκυρα και Μπακού

Η εκπομπή εξέτασε ακόμη τις εντάσεις που, σύμφωνα με τον παρουσιαστή, καταγράφονται στις σχέσεις Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν, με αφορμή το ζήτημα της μαντίλας στα σχολεία.

Ο ίδιος περιέγραψε αντιδράσεις από τουρκικούς κυβερνητικούς κύκλους και απαντήσεις από την αζερική πλευρά, η οποία επικαλείται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και απορρίπτει παρεμβάσεις στα εσωτερικά της. Εκτίμησε ότι η αντιπαράθεση αναδεικνύει όρια στην τουρκική επιρροή επί του Μπακού.

Ταυτόχρονα, απέρριψε τις αναφορές περί πραξικοπήματος και καθόδου στρατού στους δρόμους, αναφέροντας ότι σχετικά βίντεο που κυκλοφόρησαν ήταν προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης. Οι τριβές που περιέγραψε παρουσιάστηκαν ως ένδειξη πίεσης στη σχέση των δύο χωρών, χωρίς να τεκμηριώνουν από μόνες τους οριστική στρατηγική ρήξη.

Ο Καπετανίδης στην Israel Hayom και η αμυντική σχέση με το Ισραήλ

Ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο άρθρο του αρχισυντάκτη του Geopolitico.gr, Χρήστου Κωνσταντινίδη, στην Israel Hayom, με αναφορά στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και στην ιστορία του Νίκου Καπετανίδη.

Ανέδειξε τη σημασία της παρουσίασης σε ισραηλινό μέσο της δράσης του Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος κατέγραφε τις διώξεις και τις σφαγές και οδηγήθηκε στην αγχόνη από το κεμαλικό καθεστώς. Αναφέρθηκε επίσης στην παρουσία του Τοπάλ Οσμάν στο άρθρο και στη σύνδεσή του με τη βία σε βάρος ελληνικών και αρμενικών πληθυσμών.

Στη συνέχεια παρουσίασε βασικά σημεία ανάλυσης του Σάι Γκαλ για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, δίνοντας έμφαση στην εκτίμηση ότι η Ελλάδα αποκτά ευρύτερο στρατηγικό και βιομηχανικό ρόλο, πέρα από την αγορά εξοπλισμών.

Χρήστος Κωνσταντινίδης: Η Τουρκία αρνείται να λογοδοτήσει για τα δικά της εγκλήματα

Λιβύη και «Γαλάζια Πατρίδα»

Στο κλείσιμο, ο παρουσιαστής εξέφρασε ανησυχία για τις εξελίξεις στη Λιβύη και το ενδεχόμενο περαιτέρω κινήσεων γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Κάλεσε την Αθήνα να αξιοποιήσει τη διπλωματική της επιρροή και τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, μετέφερε πληροφορίες για χρονική μετάθεση του τουρκικού νομοσχεδίου περί «Γαλάζιας Πατρίδας», συνδέοντάς την με την αναμονή των ελληνικών αποφάσεων για τον GSI. Κατά την εκτίμησή του, η αναβολή αποτελεί τακτικό χειρισμό της Άγκυρας, η οποία παρακολουθεί τις επόμενες κινήσεις της Αθήνας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που θα συνδέει πολιτισμό, παραγωγή, υποδομές και αποτροπή βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης.

Δημοσιεύτηκε

στις

Την απόσταση ανάμεσα στους επαίνους για τον ελληνικό πολιτισμό και στην έμπρακτη υποστήριξη των ελληνικών θέσεων ανέδειξαν ο Σταύρος Καλεντερίδης και η Μάγδα Αθανασιάδου στην εκπομπή της 14ης Οκτωβρίου. Με αφετηρία την ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, η συζήτηση επεκτάθηκε στον ανταγωνισμό για τους εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους και στον κίνδυνο η Ελλάδα να περιοριστεί σε έναν δευτερεύοντα μεταφορικό ρόλο στον IMEC.

Η Αθανασιάδου, εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, υποστήριξε ότι η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί συντελεστή εθνικής ισχύος. Η αξιοποίησή της, όμως, προϋποθέτει ένα κράτος που μπορεί να τη συνδέσει με συγκεκριμένες πολιτικές, παραγωγική οικονομία και υπεράσπιση της κυριαρχίας του.

Η ελληνική κληρονομιά ως εργαλείο πολιτικής

Αναλύοντας την ομιλία Ρούμπιο, η προσκεκλημένη επισήμανε ότι η επίκληση της αρχαίας Ελλάδας από ξένες δυνάμεις υπηρετεί συχνά σύγχρονες πολιτικές επιδιώξεις. Στη δική της ανάγνωση, ο Αμερικανός υπουργός αξιοποίησε έννοιες όπως η δημοκρατία, η αριστεία, η φιλοπατρία και η θυσία, συνδέοντάς τες με τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σημασία της αριστείας στην αρχαία ελληνική πόλη. Όπως εξήγησε, οι ξεχωριστές ικανότητες ενός ανθρώπου αποκτούσαν αξία μέσα από την υπηρεσία προς την κοινότητα. Η διάκριση αυτή, κατά την ίδια, είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί το περιεχόμενο των αρχαιοελληνικών αναφορών και να αποφεύγεται η προσαρμογή τους στις εκάστοτε πολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Καλεντερίδης συνέδεσε τη συζήτηση με τη χρήση του όρου «αριστεία» στην ελληνική πολιτική ζωή, ασκώντας έντονη κριτική στην κυβέρνηση για την απόσταση που, όπως υποστήριξε, χωρίζει τη σχετική ρητορική από την πραγματικότητα.

Η κριτική για Κύπρο και ελληνοτουρκικά

Το βασικό σημείο της κριτικής της Αθανασιάδου ήταν ότι οι αναφορές στην εθνική ταυτότητα και στην υπεράσπιση των συμφερόντων των κρατών δεν συνοδεύτηκαν, κατά την εκτίμησή της, από αντίστοιχες σαφείς τοποθετήσεις υπέρ των ελληνικών θέσεων.

Η ίδια χαρακτήρισε τις απαντήσεις Ρούμπιο στα ελληνοτουρκικά ως τήρηση ίσων αποστάσεων και επέκρινε την απουσία σαφούς αναφοράς στη στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο και στα θαλάσσια δικαιώματα των νησιών. Υποστήριξε ότι η γενική προτροπή για αποφυγή σύγκρουσης αφήνει εκτός συζήτησης ήδη συντελεσμένες παραβιάσεις και τις συνέπειές τους.

Ο Καλεντερίδης συμφώνησε με αυτή την αποτίμηση, τονίζοντας την αντίφαση που εντοπίζει ανάμεσα στην αξιοποίηση του ελληνικού πολιτιστικού συμβολισμού και στην αντιμετώπιση των ελληνικών ζητημάτων κυριαρχίας.

Η Αθανασιάδου έστρεψε, πάντως, το βάρος στην ελληνική ευθύνη. Η στάση των ξένων δυνάμεων πρέπει να οδηγεί τη χώρα σε καλύτερη οργάνωση της δικής της στρατηγικής. Η ιστορική κληρονομιά, όπως σημείωσε, οφείλει να λειτουργεί ως οδηγός για το παρόν και το μέλλον, αποφεύγοντας την προγονοπληξία και την αυτάρκεια των επαίνων.

IMEC: Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος σχεδιάζει

Στο δεύτερο μεγάλο σκέλος της εκπομπής, οι δύο συνομιλητές συζήτησαν τον διάδρομο διασύνδεσης Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και τη θέση που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα.

Ο Καλεντερίδης εξέφρασε ανησυχία για αναλύσεις και σχεδιασμούς που, όπως ανέφερε, αναδεικνύουν την Ιταλία και την Τεργέστη, παραμερίζοντας την ελληνική διαδρομή. Συνέδεσε αυτόν τον κίνδυνο με την κατάσταση του ελληνικού σιδηροδρόμου, επιρρίπτοντας βαριές πολιτικές ευθύνες στην κυβέρνηση για τις ελλείψεις του δικτύου και την τραγωδία των Τεμπών.

Η Αθανασιάδου επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο της ελληνικής συμμετοχής. Με βάση τις αναλύσεις που επικαλέστηκε, ο IMEC αφορά ένα σύνθετο σύστημα μεταφορών, τεχνολογίας, ψηφιακών υποδομών και ασφάλειας. Συνεπώς, το ζητούμενο για μια χώρα είναι να έχει λόγο στις υπηρεσίες, στα πρότυπα και στις τεχνολογικές συνεργασίες που θα καθορίζουν τη λειτουργία του.

«Αν γίνουμε το γαϊδουράκι του IMEC», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας τον κίνδυνο μιας συμμετοχής περιορισμένης στη μεταφορά φορτίων. Στην ανάλυσή της, η γεωγραφική θέση χρειάζεται υποδομές, τεχνογνωσία και δυνατότητα προστασίας τους για να αποδώσει ουσιαστικό στρατηγικό όφελος.

Οι επιφυλάξεις για τα σενάρια γύρω από την Γκίλφοϊλ

Η συζήτηση επεκτάθηκε στον Κάθετο Διάδρομο και στα σενάρια που ο Καλεντερίδης συνέδεσε με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και ανταγωνιστικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η Αθανασιάδου διατύπωσε ρητή επιφύλαξη ως προς την εξαγωγή συμπερασμάτων για παρασκηνιακές μεθοδεύσεις. Επισήμανε ότι δεν διαθέτει πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και ότι ούτε τα δημοσιεύματα που συζητούν τέτοια ενδεχόμενα επιτρέπουν βεβαιότητες. Έθεσε ως ουσιαστικό ερώτημα το πώς δρα η ίδια η Ελλάδα μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό.

Πολιτισμός, παραγωγή και αποτροπή

Επικαλούμενη τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη, η προσκεκλημένη υποστήριξε ότι η οικονομία, η πολιτική και η στρατιωτική ισχύς συνδέονται στενά. Έδωσε έμφαση στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην αμυντική βιομηχανία, στην έρευνα και στην καινοτομία, καθώς και στην ανάγκη ενός κράτους ικανού να αποτρέπει τον πόλεμο.

Παράλληλα, ανέδειξε τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, τη συνεργασία με την ομογένεια, τα θερινά σχολεία και τις πανεπιστημιακές ανταλλαγές ως πεδία άσκησης πολιτιστικής πολιτικής. Ο Καλεντερίδης μετέφερε σχετικές εμπειρίες από τη Βοστόνη, περιγράφοντας ενδιαφέρον ακαδημαϊκών για συνεργασίες στην Ελλάδα και εμπόδια στην υλοποίησή τους.

Ξεχωριστή αναφορά έγινε στη Θεσσαλονίκη και στις δυνατότητές της ως βαλκανικού κέντρου εκπαίδευσης και συνεργασίας. Η Αθανασιάδου συνέδεσε αυτές τις προοπτικές με τη λειτουργία των μεταφορικών υποδομών και την αξιοποίηση των νέων επιστημόνων. Η θέση που διατύπωσε ήταν σαφής: ο πολιτισμός αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικής στρατηγικής και χρειάζεται θεσμούς, ανθρώπους και υποδομές για να μετατραπεί σε ισχύ.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και τα ναρκωτικά μέχρι τον χρυσό, τους πολύτιμους λίθους και τα όπλα, τα δίκτυα λαθρεμπορίου στις παραμεθόριες περιοχές Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν φέρονται να λειτουργούν με την ανοχή ή και τη συμμετοχή παραγόντων των κρατικών μηχανισμών. Η παράνομη οικονομία δεν αποτελεί απλώς εγκληματική δραστηριότητα, αλλά μηχανισμό επιβίωσης, πολιτικής επιρροής και ελέγχου ολόκληρων περιοχών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική διάσταση του λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν αναδεικνύει ο αναλυτής πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα αντιτρομοκρατίας Ajmal Sohail, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2026 στο EurAsia Review.

Με τίτλο «Why Powerful Interests Continue To Protect Smuggling Networks Across Iran, Pakistan, And Afghanistan», ο Sohail υποστηρίζει ότι το λαθρεμπόριο στην περιοχή δεν επιβιώνει μόνο εξαιτίας της αδυναμίας των κρατών να ελέγξουν τα σύνορά τους. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έχει εξελιχθεί σε μια παραοικονομία που εξυπηρετεί οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα ισχυρών παραγόντων.

Το σημαντικότερο στοιχείο της προσέγγισής του είναι ότι αμφισβητεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιθυμούν να καταπολεμήσουν το λαθρεμπόριο, αλλά δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα.

Όπως υποστηρίζει, σε αρκετές περιπτώσεις τμήματα της κρατικής διοίκησης, των τελωνειακών υπηρεσιών και των μηχανισμών ασφαλείας αποκομίζουν οφέλη από τη διατήρηση αυτής της κατάστασης.

Βαλουχιστάν: Η καρδιά μιας τεράστιας παράνομης οικονομίας

Στο επίκεντρο βρίσκεται το Βαλουχιστάν, η εκτεταμένη περιοχή που συνδέει γεωγραφικά το Πακιστάν με το Ιράν και το Αφγανιστάν.

Πρόκειται για έναν χώρο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, ο οποίος χαρακτηρίζεται από οικονομική υπανάπτυξη, περιορισμένη κρατική παρουσία, εθνοτικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις και μακροχρόνια δράση ένοπλων οργανώσεων.

Σύμφωνα με το EurAsia Review, μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν δημιουργηθεί δίκτυα που διακινούν καύσιμα, ναρκωτικά, όπλα, ξυλεία, πολύτιμους λίθους, χρυσό, μάρμαρο και άλλα εμπορεύματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Bahramcha, στην αφγανική επαρχία Χελμάντ, καθώς και στον διάδρομο Shin Nari, στην περιοχή Arghistan του Αφγανιστάν. Τα συγκεκριμένα σημεία περιγράφονται ως σημαντικοί κόμβοι που συνδέουν τοπικούς διακινητές με μεγαλύτερα περιφερειακά και διεθνή εμπορικά δίκτυα.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των κυκλωμάτων είναι η δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις επιχειρήσεις καταστολής.

Όταν οι αρχές ενισχύουν τους ελέγχους στο λαθρεμπόριο καυσίμων, οι διακινητές μπορούν να στραφούν σε άλλες πηγές κέρδους, όπως οι πολύτιμοι λίθοι ή τα μεταλλεύματα. Όταν αυξάνεται η πίεση στη διακίνηση ναρκωτικών, ενισχύεται η δραστηριότητα σε διαφορετικούς τομείς του παράνομου εμπορίου.

Αυτή η διαφοροποίηση, επισημαίνει ο αναλυτής, καθιστά τα δίκτυα εξαιρετικά ανθεκτικά.

Οι καταγγελίες για εμπλοκή στρατιωτικών και υπηρεσιών ασφαλείας

Το πλέον αιχμηρό σημείο του δημοσιεύματος αφορά τον ρόλο κρατικών παραγόντων στην προστασία του λαθρεμπορίου.

Ο Sohail υποστηρίζει ότι η διακίνηση μεγάλων φορτίων καυσίμων, ξυλείας, χρυσού και άλλων εμπορευμάτων μέσα από αυστηρά επιτηρούμενες παραμεθόριες ζώνες δύσκολα θα μπορούσε να πραγματοποιείται σε τέτοια κλίμακα χωρίς κάποιο επίπεδο θεσμικής ανοχής.

Κατά την εκτίμησή του, τμήματα τοπικών διοικήσεων, συνοριακών δυνάμεων, τελωνείων, υπηρεσιών πληροφοριών και παραγόντων που συνδέονται με στρατιωτικούς μηχανισμούς ενδέχεται να αποκομίζουν οφέλη από τη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα.

Οι μηχανισμοί που περιγράφει περιλαμβάνουν τη διαφθορά, την επιλεκτική εφαρμογή της νομοθεσίας, την άτυπη φορολόγηση παράνομων φορτίων και την πολιτική προστασία συγκεκριμένων δικτύων.

Ιδιαίτερα στο πακιστανικό Βαλουχιστάν, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι ορισμένοι παράγοντες ασφαλείας μπορεί να αντιμετωπίζουν το λαθρεμπόριο όχι μόνο ως πηγή οικονομικού κέρδους, αλλά και ως εργαλείο διαχείρισης των σχέσεων με τοπικές φυλές και ομάδες επιρροής.

Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίφαση: ενώ επισήμως το πακιστανικό κράτος χαρακτηρίζει το λαθρεμπόριο απειλή για την εθνική ασφάλεια, ορισμένοι παράγοντες φέρονται να θεωρούν ότι η παράνομη οικονομία συμβάλλει στη διατήρηση τοπικών ισορροπιών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο αποτελεί ανάλυση γνώμης και δεν παραθέτει συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις ή ονομαστικά στοιχεία αξιωματούχων που να αποδεικνύουν κάθε επιμέρους ισχυρισμό περί εμπλοκής κρατικών υπηρεσιών.

Γιατί οι επιχειρήσεις καταστολής δεν έχουν μόνιμο αποτέλεσμα

Σύμφωνα με τον Sohail, η διατήρηση αυτών των συμφερόντων εξηγεί γιατί πολλές επιχειρήσεις κατά του λαθρεμπορίου αποδεικνύονται προσωρινές.

Οι αρχές ανακοινώνουν συλλήψεις, κατασχέσεις και εντατικοποίηση των συνοριακών ελέγχων, ωστόσο οι υποδομές και οι σχέσεις που επιτρέπουν στο παράνομο εμπόριο να λειτουργεί συχνά παραμένουν άθικτες.

Οι διακινητές αλλάζουν διαδρομές, χρησιμοποιούν νέους μεσάζοντες και μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές περιοχές.

Κατά τον αναλυτή, αυτό το φαινόμενο μπορεί να υποδηλώνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του λαθρεμπορίου, αλλά ο έλεγχος και η ρύθμισή του από όσους διαθέτουν ισχύ στο τοπικό σύστημα.

Ιρανικά καύσιμα, χρυσός και πολύτιμοι λίθοι

Σημαντικό οικονομικό σκέλος της παράνομης δραστηριότητας αποτελεί η διακίνηση ιρανικών καυσίμων προς το Πακιστάν.

Η διαφορά στις τιμές και οι ιδιαίτερες συνθήκες της περιφερειακής αγοράς δημιουργούν κίνητρα για τη μεταφορά καυσίμων εκτός των νόμιμων εμπορικών μηχανισμών.

Ο Sohail επισημαίνει ότι η δραστηριότητα αυτή υπονομεύει την επίσημη αγορά ενέργειας του Πακιστάν, ενώ δημιουργεί σημαντικά έσοδα για τα δίκτυα των διακινητών.

Παράλληλα, ο χρυσός και οι πολύτιμοι λίθοι προσφέρουν δυνατότητες αποθήκευσης πλούτου και μεταφοράς αξίας έξω από το τραπεζικό σύστημα.

Αυτή η πρακτική έχει ιδιαίτερη σημασία για οικονομικούς παράγοντες που επιδιώκουν να παρακάμψουν χρηματοπιστωτικούς περιορισμούς ή κυρώσεις.

Το παράνομο εμπόριο ξυλείας, μαρμάρου και όνυχα συμπληρώνει την εικόνα μιας οικονομίας που λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των επίσημων φορολογικών και ρυθμιστικών μηχανισμών.

Η σύνδεση του λαθρεμπορίου με τις ένοπλες οργανώσεις

Η ανάλυση προχωρά πέρα από το οικονομικό επίπεδο και εξετάζει τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι ίδιοι διάδρομοι που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διακίνηση όπλων, χρημάτων και προσώπων που σχετίζονται με ένοπλες ή εξτρεμιστικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με τον Sohail, τα εγκληματικά κυκλώματα και οι βίαιοι μη κρατικοί δρώντες δεν λειτουργούν πάντοτε ανεξάρτητα μεταξύ τους.

Μπορούν να χρησιμοποιούν κοινές υποδομές μεταφορών, άτυπα χρηματοπιστωτικά συστήματα, μεσάζοντες και διεφθαρμένους κρατικούς παράγοντες.

Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη οικονομία μπορεί να δημιουργεί ένα περιβάλλον από το οποίο επωφελούνται οργανώσεις που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής.

Δεν συνεπάγεται, πάντως, ότι κάθε διακινητής ή κάθε τοπική κοινότητα που εξαρτάται από το άτυπο εμπόριο συνδέεται με την τρομοκρατία. Η ανάλυση αναδεικνύει κυρίως την ύπαρξη κοινών διαδρομών και μηχανισμών που μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς παράνομους δρώντες.

Το μεγάλο παράδοξο: Το λαθρεμπόριο ως μέσο επιβίωσης

Μία από τις σημαντικότερες επισημάνσεις του άρθρου αφορά την κοινωνική διάσταση του φαινομένου.

Σε πολλές παραμεθόριες περιοχές, η επίσημη οικονομία δεν μπορεί να προσφέρει επαρκείς θέσεις εργασίας ή σταθερά εισοδήματα.

Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες οικογένειες εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το διασυνοριακό εμπόριο, τις μεταφορές, τις αποθήκες, τις υπηρεσίες προστασίας και τα άτυπα χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η ξαφνική εξάλειψη αυτών των δραστηριοτήτων, χωρίς τη δημιουργία νόμιμων οικονομικών εναλλακτικών, θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Κατά τον Sohail, αυτή η εξάρτηση αποτελεί ακόμη έναν λόγο για τον οποίο κρατικοί και τοπικοί παράγοντες αποφεύγουν την πλήρη σύγκρουση με το παράνομο οικονομικό σύστημα.

Μία εκτεταμένη καταστολή θα μπορούσε να στερήσει το εισόδημα από ολόκληρες κοινότητες και να ενισχύσει τις δυνατότητες στρατολόγησης εγκληματικών ή ένοπλων οργανώσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα σύνορα, αλλά η διακυβέρνηση

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι το λαθρεμπόριο στη μεθόριο Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες περιπολίες, συνοριακούς φράχτες και συλλήψεις.

Ο αναλυτής θεωρεί αναγκαία τη δημιουργία πραγματικών μηχανισμών λογοδοσίας, την αντιμετώπιση των σχέσεων διαφθοράς και πολιτικής προστασίας, καθώς και την ανάπτυξη νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων στις παραμεθόριες περιοχές.

Η γεωπολιτική σημασία αυτής της προσέγγισης είναι ιδιαίτερη.

Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μακροχρόνιες συγκρούσεις, αδύναμοι διοικητικοί μηχανισμοί, ισχυρές τοπικές δομές εξουσίας και διεθνή οικονομικά συμφέροντα, το λαθρεμπόριο μπορεί να λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα διακυβέρνησης.

Δεν αποτελεί απλώς μια παρανομία που διαπράττεται εναντίον του κράτους. Σύμφωνα με τον Sohail, σε ορισμένες περιπτώσεις συντηρείται ακριβώς επειδή εξυπηρετεί συμφέροντα ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στους μηχανισμούς κρατικής εξουσίας.

Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το δημοσίευμα δεν είναι γιατί οι κυβερνήσεις αδυνατούν να σταματήσουν τα κυκλώματα, αλλά ποιοι ωφελούνται από τη διατήρησή τους.

Και όσο οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που τα προστατεύουν παραμένουν αναλλοίωτες, το τρίγωνο Ιράν–Πακιστάν–Αφγανιστάν θα εξακολουθεί, κατά την εκτίμηση του αναλυτή, να αποτελεί χώρο όπου το οργανωμένο έγκλημα, η τοπική εξουσία και οι ανάγκες επιβίωσης των πληθυσμών διαπλέκονται.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή