Οικονομία
Συνέντευξη Σαμαρά: Γιατί αρνούμαστε να συναινέσουμε

«Δεν μας ζητούν υπευθυνότητα. Μας ζητούν συνενοχή. Δεν θα τους την προσφέρουμε». Με τα λόγια αυτά, ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνης Σαμαράς, ρίχνει οριστικά κάθε γέφυρα είτε συγκυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ είτε συμμετοχής σε ένα ευρύτερο κυβερνητικό σχήμα.
Ο κ. Σαμαράς εκτιμά πως είναι ζήτημα χρόνου το να προηγηθεί δημοσκοπικά η Νέα Δημοκρατία έναντι του κυβερνώντος κόμματος, αν και κατανοεί πως «ο κόσμος που απογοητεύεται από το ΠΑΣΟΚ, κοντοστέκεται πριν κάνει το επόμενο βήμα προς τη Νέα Δημοκρατία».
Ως προς τις κυβερνήσεις του κ. Κώστα Καραμανλή, σημειώνει: «Εμείς τους λογαριασμούς τους κλείσαμε, εκείνος θα επιλέξει πότε θα μιλήσει…».
Ο Αντωνης Σαμαράς στην «Κ»
«Οχι» σε συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ – Ζήτημα χρόνου η εκλογική ανάκαμψη της Ν.Δ.
Διεθνές παράδειγμα προς αποφυγήν το Μνημόνιο – Προτάσεις για έξοδο από την κρίση
Συνέντευξη στους Ελλη Tριανταφυλλου – Γιωργο Π. Τερζη
«Μας ζητούν συνενοχή. Δεν θα την προσφέρουμε», απαντά ο αρχηγός της Ν. Δ. κ. Αντώνης Σαμαράς, αποκλείοντας οποιαδήποτε συναίνεση με την κυβέρνηση. Στη συνέντευξή του στην «Κ» δηλώνει ότι το πρόβλημα είναι το ΠΑΣΟΚ και ο ίδιος θέλει να το λύσει και όχι να συνεργαστεί μαζί του, ενώ θεωρεί ζήτημα χρόνου την εκλογική ανάκαμψη της Ν. Δ. και την εξασφάλιση «καθαρής εντολής από ευρύτατη κοινωνική πλειοψηφία». Χαρακτηρίζει την πολιτική του Μνημονίου «διεθνές παράδειγμα προς αποφυγήν», εκτιμά ότι οι θέσεις του έχουν δικαιωθεί, ενώ θεωρεί πρακτικά αδύνατη τη μείωση του δημοσίου χρέους στο 60% του ΑΕΠ σε μία εικοσαετία.
– Κύριε πρόεδρε, προ ημερών αφήσατε σαφώς να εννοηθεί ότι έχει στηθεί μία επιχείρηση από εξωθεσμικούς παράγοντες, με στόχο να σας στερήσουν την αυτοδυναμία και να σας σύρουν σε συγκυβέρνηση με το ΠΑΣΟΚ. Μπορείτε να τους κατονομάσετε;
– Μίλησα για «θεόσταλτες εξωθεσμικές λύσεις». Τις οποίες δεν αποδέχομαι. Δεν έχετε ακούσει να διακινούνται τέτοιες προτάσεις, όπως ότι «ο τόπος έχει ανάγκη από κυβερνήσεις προσωπικοτήτων»; Τι είναι αυτό; Δεν είναι «εξωθεσμικό»; Σε ποια «δεδηλωμένη» θα στηρίζεται; Πώς θα λογοδοτεί στον λαό; Εχουν καταλάβει όσοι διακινούν τέτοιες απόψεις, πόσο λίγο απέχουν από την πλήρη αναίρεση της συνταγματικής μας τάξης;
– Γιατί αρνείστε με τέτοια κατηγορηματικότητα μια συνεργασία με τον Γ. Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ; Αποκλείεται οι συνθήκες να το απαιτήσουν;
– Δεν είναι η πρώτη φορά που λέω ότι «συγκυβέρνηση» με ένα ΠΑΣΟΚ, που δεν γνωρίζει η δεξιά του τι ποιεί η αριστερά του, δεν πρόκειται να δεχθώ. Εγκαίρως διαβλέψαμε τα αδιέξοδα του Μνημονίου και εγκαίρως εξηγήσαμε πώς μπορούμε να τα αποφύγουμε και να τα ξεπεράσουμε. Πρόθεσή μας είναι να ανορθώσουμε τη χώρα, όχι να… μοιράζουμε υπουργεία. Για να αποδώσει το πρόγραμμά μας πρέπει να εφαρμοστεί ολόκληρο και άμεσα. Οχι τμηματικά, σταδιακά και αποσπασματικά. Το ΠΑΣΟΚ είναι σήμερα δέσμιο των ψεμάτων που είπε και των αδιεξόδων στα οποία παγίδεψε την οικονομία. Το ΠΑΣΟΚ είναι το πρόβλημα! Κι εγώ θέλω να λύσω το πρόβλημα. Οχι να… συνεργαστώ μαζί του!
– Αναφερθήκατε ακόμη σε «επίδοξους ενοικιαστές ανύπαρκτης πολυκατοικίας», υπονοώντας προφανώς τον Γ. Καρατζαφέρη και την Ντόρα Μπακογιάννη. Τι καθιστά απαγορευτική μια μεταξύ σας συνεννόηση;
– Το είπα καθαρά. Συνεργάστηκαν πλήρως με την πολιτική της κυβέρνησης να περάσει τα αδιέξοδά της. Είναι συνυπεύθυνοι. Συνεργάστηκαν και συνεργάζονται με την κυβερνητική προπαγάνδα να περάσει τα ψέματά της. Διάλεξαν, λοιπόν, τον δρόμο τους. Και επιμένουν σε αυτόν. Ισως από καιροσκοπισμό. Ισως από γινάτι. Ο δικός μας δρόμος είναι πολύ διαφορετικός. Εμείς θέλουμε να βγάλουμε τη χώρα από το τέλμα στο οποίο βυθίζεται. Αυτοί, όπως και η κυβέρνηση, ψάχνουν για συνεργούς. Οσον αφορά την απήχησή τους, μη βιάζεστε. Φθίνουσα είναι. Και θα αποδειχθεί ακόμα πιο φθίνουσα.
– Πώς εξηγείτε ότι, παρά το μπαράζ επώδυνων μέτρων, η Ν. Δ. ναι μεν μειώνει τη διαφορά από το ΠΑΣΟΚ, αλλά παραμένει δεύτερη;
– Οπως σωστά είπατε, η διαφορά μικραίνει με ταχύτατο ρυθμό, είναι πια μέσα στα όρια του στατιστικού λάθους. Αν σας το έλεγα αυτό πριν από ένα χρόνο, δεν θα το πιστεύατε. Δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Μέσα σε ενάμιση χρόνο ουσιαστικά εκμηδενίσαμε διαφορά 10,5 μονάδων! Που την επομένη των εκλογών είχε φτάσει στις 18 μονάδες.
– Ομως, η Ν. Δ. δεν κερδίζει από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ…
– Κατανοούμε ότι ο κόσμος που απογοητεύεται από το ΠΑΣΟΚ κοντοστέκεται πριν κάνει το επόμενο βήμα. Σέβομαι και τις μνήμες του και τους ενδοιασμούς του. Αλλά κι εμείς δουλεύουμε για να τον πείσουμε ουσιαστικά, όχι για να τον κερδίσουμε ευκαιριακά. Να τον κερδίσουμε επειδή θα του δώσουμε ρεαλιστική ελπίδα, όχι απλώς επειδή το ΠΑΣΟΚ τον σπρώχνει στην απελπισία. Μόνο που αυτό είναι κάτι που «χτίζεται» σταδιακά, δεν προκύπτει αυτόματα. Με ρωτάτε ουσιαστικά, γιατί δεν λειτούργησαν πολιτικοί αυτοματισμοί; Γιατί δεν έφυγαν οι πολίτες από το ΠΑΣΟΚ να έλθουν αμέσως σε μας; Γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι αυτοματισμοί σε εποχές κρίσης. Εμείς δεν λαϊκίσαμε, γιατί δεν με απασχολεί μόνο πώς θα κερδίσω τις εκλογές, αλλά και πώς θα κυβερνήσω μετά. Γι’ αυτό ζητούμε καθαρή εντολή από μια ευρύτατη κοινωνική πλειοψηφία…
– Μήπως η δυσκολία της Ν. Δ. να αυξήσει τα ποσοστά της οφείλεται στη στάση της; Ενώ στηρίζετε επί της αρχής σειρά μεταρρυθμίσεων, μετά μοιάζετε να υποχωρείτε..
– Στηρίξαμε όλες εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που ήταν πάντα στην ατζέντα μας. Το περίεργο θα ήταν να μην τις στηρίζαμε. Από την άλλη πλευρά, όλα όσα προτείνει το ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν είναι πλέον τα πιο απαραίτητα και συχνά τα προωθεί ισοπεδωτικά ή με λάθος τρόπο. Δείτε τι έγινε με το καμποτάζ. Που νόμισαν ότι το κατάργησαν. Αλλά δεν το κατάργησαν. Σε ό, τι αφορά τα λεγόμενα «διαρθρωτικά μέτρα», ψηφίσαμε τα περισσότερα σχετικά νομοσχέδια. Οταν το ΠΑΣΟΚ στα πεντέμισι χρόνια του Καραμανλή δεν ψήφισε σχεδόν τίποτε! Ομως, οι πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές είναι άλλες. Πραγματική αλλαγή είναι η απλούστευση της φορολογίας και η δημιουργία μόνιμου φορολογικού συστήματος που θα είναι δίκαιο απέναντι στους αδυνάτους, αλλά θα ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα. Σήμερα έχουμε συνεχείς φορολογικούς πειραματισμούς που αδικούν τους πάντες και τιμωρούν την επιχειρηματικότητα. Πραγματική αλλαγή είναι η μείωση των φόρων. Είχαμε το αντίθετο. Πραγματική αλλαγή είναι η δραστική μείωση της γραφειοκρατίας. Τώρα έχουμε αληθινή παράλυση του Δημοσίου.
Κοιτάξτε… Ο Ελληνας αμύνεται. Υφίσταται επιθέσεις από παντού. Σήμερα δεν ξοδεύει ακόμη κι εκείνος που θα μπορούσε. Οσοι έχουν λεφτά, «κάθονται» πάνω στα λεφτά τους. Η ψυχολογία της αγοράς είναι τόσο αρνητική, που έχουμε μπει κυριολεκτικά σε «παγίδα ρευστότητας». Οι φορολογικοί αιφνιδιασμοί και οι απίστευτες ανακολουθίες συμπληρώνουν το σκηνικό καταστροφής της ψυχολογίας αυτής. Και το χειρότερο: ο Γ. Παπανδρέου, όπως είπα προχθές στη Βουλή, δεν φαίνεται να το καταλαβαίνει. Ασχολείται αποκλειστικά με το χθες…
– Οι ενστάσεις σας επί της ακολουθούμενης πολιτικής αρκούν για να απέχει η Ν.Δ. από διαδικασίες διαλόγου, όπως η διαβούλευση για το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σταθερότητας;
– Διάλογο για ποιο πράγμα; Για τα ήδη αποφασισμένα (από την κυβέρνηση) και υπογεγραμμένα (μεταξύ κυβέρνησης και τρόικας); Εσείς θα πηγαίνατε σε διάλογο με κάποιον που έχει ήδη αποφασίσει τι θα κάνει κι έχει δεσμευτεί και πώς θα το κάνει; Διάλογο για αλλαγή πολιτικής, ασφαλώς. Δεν μας ζητούν «υπευθυνότητα». Μας ζητούν συνενοχή. Δεν θα τους την προσφέρουμε…
– Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις όσο και, σπανιότερα είναι η αλήθεια, δημοσίως στελέχη του κόμματός σας εκφράζουν έντονα παράπονα για τον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Λαμβάνονται οι αποφάσεις σε κλειστό κύκλο, λένε, με αποτέλεσμα, κάποιες φορές αρμόδια στελέχη να μην πληροφορούνται καν έγκαιρα τις θέσεις του κόμματος.
– Οι κ. Λυκουρέντζος και Τασούλας, που οργανώνουν το Κόμμα και την Κοινοβουλευτική Ομάδα, είναι εκλεγμένοι. Δεν είναι… «κλειστός κύκλος». Αλλωστε, εγώ «ηγετική ομάδα» δεν έχω. Συνεργάτες έχω. Συμμετέχουν στις καθημερινές και εβδομαδιαίες συσκέψεις οι δύο αντιπρόεδροι του κόμματος, ο γενικός γραμματέας του, ο γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, ο υπεύθυνος Πολιτικού Σχεδιασμού, ο διευθυντής του Γραφείου μου, ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, ο διευθυντής της Ν.Δ. και δύο σύμβουλοί μου. Ολοι με θεσμικό ρόλο. Και σε καθημερινή συνεργασία με τους τομεάρχες. Ακούγεται η γνώμη όλων, γίνεται συζήτηση και περνάει πάντα η πιο πειστική άποψη… Αυτά που γράφτηκαν προχθές, για κάποια «παράπονα» στελεχών μας, διαψεύστηκαν από τους ίδιους που υποτίθεται ότι τα έκαναν! Προφανώς η άποψη του καθενός δεν μπορεί να συμπίπτει με του άλλου σε όλα τα ζητήματα. Αλλά διαφοροποίηση δεν υπήρξε. Καμία! Κάποιοι δημιούργησαν θόρυβο για ανύπαρκτο ζήτημα!
Αντίθετα, στο ΠΑΣΟΚ οι αποφάσεις παίρνονται με απόλυτα κλειστό, απόλυτα «αεροστεγή» τρόπο και οι ίδιοι οι υπουργοί του «σφάζονται» δημόσια μεταξύ τους. Για να μη σας πω για τις, καθημερινές πια, επιθέσεις κυβερνητικών βουλευτών στην κυβέρνηση! Ομως, για όλα αυτά, που συμβαίνουν μέσα στο ΠΑΣΟΚ, για πραγματικές, δημόσιες και αλλεπάλληλες διαφοροποιήσεις, γράφονται -συγκριτικά- ελάχιστα… Εδώ υπάρχει πρόβλημα: Μεροληπτική ενημέρωση και στρέβλωση της εικόνας…
– Πιστεύετε ότι το κυβερνητικό παρελθόν της Ν.Δ. εξακολουθεί να συνιστά βαρίδι στην πορεία του κόμματος; Ποιες είναι σήμερα οι σχέσεις σας με τον τέως πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή; Σας ενοχλεί ότι έχει επιλέξει τη σιωπή αντί της υπεράσπισης του έργου των κυβερνήσεών του;
– Οι σχέσεις μεταξύ μας είναι πολύ καλές. Εμείς τους λογαριασμούς με το παρελθόν τους τακτοποιήσαμε.
Κι εκείνος θα επιλέξει πότε θα μιλήσει…
– Τον Ιούλιο του 2010 μιλήσατε πρώτος για αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Ωστόσο, όταν έφεραν το θέμα οι εκπρόσωποι της τρόικας, η Ν. Δ. φάνηκε σαν να μη θέλει να καρπωθεί την επιτυχία της. Υπήρξαν διαφορετικές προσεγγίσεις στελεχών και, εντέλει, ζητήσατε να μην πωληθεί δημόσια περιουσία. Δεν είναι ανελαστική θέση; Ακούγεται ακατανόητο να συμφωνείτε στην πώληση δημοσίων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, αλλά όχι στην πώληση ενός κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας ή ενός ολυμπιακού ακινήτου…
– Σας θυμίζω πως όταν μιλήσαμε για αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας γέλαγαν! Και σήμερα –με καθυστέρηση, όπως σωστά διαπιστώνετε– υποτίθεται ότι το αποδέχθηκαν και το προωθούν. Αλλά πώς; Απ’ όλα όσα τους είπαμε, αποφασίζουν να κάνουν το μόνο που τους προειδοποιήσαμε να μη κάνουν: Εκποίηση! Ή μάλλον, για να είμαι δίκαιος, ωθούνται προς τα εκεί… Αν πουλήσουμε την περιουσία μας τώρα, για παράδειγμα, θα τη δώσουμε σε εξευτελιστικές τιμές. Θα χαρίσουμε σε ιδιώτες υπεραξίες που το ίδιο το κράτος, νομοθετώντας, οφείλει να δημιουργήσει. Δώσαμε από πέρυσι τη λύση στο πρόβλημα αυτό. Το κράτος νομοθετώντας οφείλει να δημιουργήσει υπεραξίες στα ακίνητά του. Και μπορεί να προεισπράξει ένα μέρος των υπεραξιών αυτών από τώρα, χωρίς να πουλήσει. Η πλήρης εκμετάλλευση ακινήτων θα δώσει, σε βάθος χρόνου, πολύ περισσότερα απ’ ό, τι μια βιαστική πώληση σε κακή συγκυρία…
Βέβαια, η πλήρης εκμετάλλευση τέτοιων ακινήτων ασφαλώς θέλει χρόνο. Αλλά η «προείσπραξη» επιτρέπει να πάρουμε το ρευστό που έχουμε ανάγκη σχετικά σύντομα, χωρίς να πιεστούμε να τα δώσουμε «κοψοχρονιά». Η πρότασή μας για την ακίνητη περιουσία πέρυσι συνοψιζόταν σε τέσσερα πράγματα, οκτώ λέξεις. Ξεκαθάρισμα τίτλων – ξεκαθάρισμα χρήσεων – ξεκαθάρισμα συντελεστών δόμησης – προείσπραξη μελλοντικών εσόδων και υπεραξιών. Τι απ’ όλα αυτά έγινε; Τίποτε! Τι απ’ όλα αυτά κάνουν τώρα; Ελάχιστα…
– Στο Ζάππειο είχατε προβλέψει, εφόσον υλοποιείτο η πρότασή σας, μηδενισμό ελλείμματος σε διάστημα 18 μηνών. Ενόψει «Ζαππείου ΙΙ», αυτός ο στόχος παραμένει εφικτός;
– Ακριβέστερα είχαμε πει ότι μπορεί να γίνει σε ενάμιση χρόνο, αλλά ότι εμείς θα το κάνουμε σε δύο χρόνια. Είχαμε πει ακόμα ότι μηδενισμός του ελλείμματος, δηλαδή ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, μπορεί να γίνει μόνο με πολιτική που καταπολεμά την ύφεση. Με πολιτική, όπως η σημερινή, δεν θα γίνει ποτέ. Προκαλείται πολύ περισσότερη ύφεση παρά μείωση του ελλείμματος. Τους λέγαμε: αν θέλετε να μειωθεί το έλλειμμα, βάλτε την οικονομία να δουλέψει για να βρείτε κάτι να φορολογήσετε. Δεν είναι προφανές αυτό; Τώρα το παραδέχονται όλοι. Και τώρα η κυβέρνηση προσυπογράφει ότι θα μειώσει το χρέος από το 160% στο 60% μέσα σε μια 20ετία! Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Μείωση του συσσωρευμένου χρέους κατά 5% τον χρόνο! Αυτό απαιτεί πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και διαρκή δημοσιονομικά πλεονάσματα που δεν έχει επιτύχει καμία χώρα την τελευταία 50ετία! Προσέξτε: σύμφωνα με έρευνες διεθνών οργανισμών, χρειαζόμαστε επί μια 20ετία πρωτογενή πλεονάσματα από 8,5% έως 14,5%! Απ’ όλες τις δυτικές χώρες, μόνον η Νορβηγία κατάφερε μακροχρόνια πρωτογενή πλεονάσματα 6,5%, κι αυτό λόγω των πετρελαϊκών της εσόδων. Εμείς πώς θα επιτύχουμε πολύ περισσότερα; Ειρωνεύτηκαν την πρότασή μας πέρυσι και σήμερα υπογράφουν το ανέφικτο: όχι απλώς να μηδενίσουν το έλλειμμα, αλλά να βγάλουν και πλεονάσματα! Κρίνετε μόνοι σας: ποιος είδε εγκαίρως το πρόβλημα και ποιος ακόμα δεν καταλαβαίνει…
– Στην πρόσφατη ομιλία στην Εκτελεστική Γραμματεία σημειώσατε ότι οι θέσεις σας επαληθεύονται πλέον και στην Ευρώπη. Ομως, η στάση της κ. Μέρκελ και του κ. Σαρκοζί παραμένει «σκληρή». Εν τέλει, οι θέσεις σας γίνονται πλειοψηφικό ρεύμα στην Ε.Ε.;
– Διατηρείται, βέβαια, η πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ, αλλά αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και σε εσωτερικές εκλογικές σκοπιμότητες στη χώρα της. Το κλίμα, όμως στην Ευρώπη γενικότερα και στο ΕΛΚ ειδικότερα, έχει αρχίσει να αλλάζει. Σταδιακά υπάρχουν όλο και πιο ανοιχτά αυτιά στις απόψεις μας. Που τις συμμερίζονται όλο και περισσότερο…
– …Ενδεχομένως και λόγω των εξελίξεων σε Ιρλανδία και Πορτογαλία.
– Η Ιρλανδία έχει επιτύχει πολύ παραπάνω από την Ελλάδα: πέτυχε να κρατήσει χαμηλούς συντελεστές φορολογίας, αλλά και μεγαλύτερη ευελιξία πολιτικής στην εφαρμογή των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής. Γι’ αυτό και ενώ ξεκίνησε με έλλειμμα μεγαλύτερο από το δικό μας, σήμερα δεν τη στοχοποιούν οι αγορές. Εμάς στοχοποιούν… Οσον αφορά τη Πορτογαλία, σας θυμίζω ότι ο Πέδρο Κοέλιο, που το κόμμα του ανήκει στο ΕΛΚ και προεξοφλείται να νικήσει στις προσεχείς εκλογές, καταψήφισε την κυβέρνηση Σόκρατες, για να μην περάσουν μέτρα πολύ-πολύ ηπιότερα απ’ αυτά που προέβλεπε το δικό μας Μνημόνιο! Κι όμως, δεν απομονώθηκε, ούτε τον «επέπληξαν». Γι’ αυτό σας λέω, το κλίμα αλλάζει. Σας θυμίζω, τέλος, ότι όλοι οι πολιτικοί ηγέτες της Πορτογαλίας συμφωνούν μεταξύ τους σε ένα πράγμα: «να μη γίνει η χώρα τους Ελλάδα»! Βλέπετε, για όλους η πολιτική του Μνημονίου είναι πια διεθνές «παράδειγμα προς αποφυγήν»! Ο Γιώργος Παπανδρέου κατέστησε την Ελλάδα «παράδειγμα προς αποφυγήν».
Εμείς, αλλάζοντας πολιτική, θα κάνουμε τη χώρα μας «μοντέλο εξόδου από την κρίση»: Με ανάκαμψη και ανάπτυξη. Πρώτα ανάκαμψη για να εξουδετερωθεί το έλλειμμα. Και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, για να μειωθεί ουσιαστικά το χρέος. Κι ύστερα ανάπτυξη, με έμφαση στα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας, για να μειωθεί σταθερά το χρέος με ρεαλιστικό τρόπο και για να ανακτήσει η χώρα την αξιοπιστία της στις αγορές. Να μην έχει ανάγκη διαρκείς προσφυγές σε μηχανισμούς, αλλεπάλληλα Μνημόνια και μόνιμη ύφεση.
– Παρά την υλοποίηση του Μνημονίου, και φυσικά τις αστοχίες του, η Ελλάδα δεν έχει πείσει τις αγορές όπως αποτυπώθηκε και από την πρόσφατη υποβάθμιση. Το αίτημα για επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου, ειδικά μετά το παράδειγμα του Ιρλανδού πρωθυπουργού που αποχώρησε άπρακτος από τη Σύνοδο, μήπως θα αποτελούσε αφορμή για νέο κύκλο επιθέσεων;
– Οσον αφορά τον Ιρλανδό πρωθυπουργό, θα αστειεύεστε. Η Ιρλανδία, όταν υπέγραφε το δικό της Μνημόνιο, πέτυχε να διασώσει αυτό που πρωτίστως την ενδιέφερε: να μην ανεβάσει τους πολύ χαμηλούς φορολογικούς της συντελεστές. Κι έτσι εξασφαλίζει γρήγορη ανάκαμψη. Εμείς, αντίθετα, βουλιάζουμε σε ύφεση που προκάλεσε μεταξύ άλλων η βαριά φορολογία. Από την άλλη πλευρά, ο νέος πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, ενώ πιέστηκε να αυξήσει τους φορολογικούς συντελεστές, το αρνήθηκε. Και πέτυχε να του δοθεί ευελιξία στη χάραξη της οικονομικής πολιτικής του, πέραν αυτών που συμφωνήθηκαν στο δικό του Μνημόνιο. Το επιτόκιο δανεισμού δεν είναι το πρώτο ενδιαφέρον του. Το σημαντικότερο είναι να δουλέψει η οικονομία του. Αν δουλέψει η οικονομία σου, μπορείς να βγεις από την κρίση χρέους. Αν όχι, όσο χαμηλό επιτόκιο κι αν έχεις, δεν γλιτώνεις.
GEOPOLITICO
Freedom of Press: Λιγνίτης, αμερικανικό LNG και η μάχη για την ενεργειακή ασφάλεια
Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι συμφωνίες για αμερικανικό LNG και η προσφυγή πολιτών στο ΣτΕ βρέθηκαν στο μικροσκόπιο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αιχμή τις καταγγελίες Πολάκη και τις παρεμβάσεις για τον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος εγγυάται την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας όταν αποξηλώνονται εγχώριες παραγωγικές υποδομές;
Το ερώτημα ποιος αποφασίζει για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και με ποια κριτήρια βρέθηκε στο επίκεντρο της εκπομπής «Freedom of Press» του Μπάμπη Πολυχρονιάδη. Με αφετηρία τις καταγγελίες του Παύλου Πολάκη στη Βουλή, ο δημοσιογράφος συνέδεσε την απολιγνιτοποίηση με τις συμφωνίες εισαγωγής αμερικανικού LNG, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δικαστική διεκδίκηση πολιτών που ζητούν να αποτραπεί η αποξήλωση κρίσιμων εγκαταστάσεων της ΔΕΗ. Κεντρικό ζήτημα της εκπομπής ήταν κατά πόσο η χώρα μπορεί να εγκαταλείπει οριστικά εγχώριες ενεργειακές υποδομές μέσα σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
Η εκπομπή άνοιξε με απόσπασμα κοινοβουλευτικής παρέμβασης του Πολάκη, ο οποίος κατηγόρησε ευθέως τον Νίκο Τσάφο για υπονόμευση της ενεργειακής ασφάλειας. Ο βουλευτής υποστήριξε ότι, σε σύσκεψη με δεκαεπτά ανώτερα τεχνικά στελέχη της ΔΕΗ, ανακοινώθηκε πως οι λιγνιτικές μονάδες θα κλείσουν «με τρόπο που δεν θα μπορούν να ξανανοίξουν ποτέ ξανά». Η αναφορά παρουσιάστηκε ως καταγγελία του Πολάκη, με τον Πολυχρονιάδη να την εντάσσει στην κριτική του για τον κυβερνητικό ενεργειακό σχεδιασμό.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην Πτολεμαΐδα 5. Ο Πολάκης ανέφερε ότι πρόκειται για σύγχρονη μονάδα, για την οποία δαπανήθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ, και αμφισβήτησε την επιλογή οριστικής εγκατάλειψης της λιγνιτικής λειτουργίας της. Έθεσε, μάλιστα, το ενδεχόμενο επέκτασης πολεμικών συγκρούσεων ή διακοπής της τροφοδοσίας με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ζητώντας να διατηρηθεί η δυνατότητα αξιοποίησης του λιγνίτη ως εγχώριου καυσίμου. Παράλληλα, απέδωσε τις κυβερνητικές επιλογές στην προώθηση συμφωνιών με εταιρείες αμερικανικού LNG.
Ο Πολυχρονιάδης παρουσίασε στη συνέχεια τις αμφιβολίες που, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» το οποίο επικαλέστηκε, εκφράζονται για την οικονομική βιωσιμότητα σχετικών συμφωνιών. Όπως μετέφερε, το υπουργείο Ενέργειας της Αλβανίας δεν εμφανίζεται πλήρως πεπεισμένο για τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, η ουκρανική Naftogaz έχει διακόψει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ενώ η ρουμανική Transgaz αναφέρει ότι το μνημόνιο κατανόησης που είχε υπογράψει έχει λήξει. Οι αναφορές αυτές αξιοποιήθηκαν στην εκπομπή για να αμφισβητηθεί η εικόνα μιας εξασφαλισμένης εμπορικής επιτυχίας.
Στο ίδιο πλαίσιο παρουσιάστηκε ο ρόλος της Atlantic SEE LNG Trade, με μετόχους τη ΔΕΠΑ Εμπορίου και την AKTOR Energy, καθώς και του Αλέξανδρου Εξάρχου. Ο δημοσιογράφος αναφέρθηκε στην ανακοίνωση με την οποία ο Εξάρχου εξήρε τη συμβολή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντιπαρέβαλε αυτήν την επιχειρηματολογία με τις επιφυλάξεις για το κόστος του αμερικανικού φυσικού αερίου και την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Το δεύτερο σκέλος της εκπομπής επικεντρώθηκε στις αλλαγές στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πολυχρονιάδης, στις 18 Μαΐου 2026 υπογράφηκε υπουργική απόφαση τροποποίησης περιβαλλοντικών όρων για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου.
Επικαλούμενος δημοσιεύματα, ανέφερε κόστος περίπου 400 εκατ. ευρώ και ανάληψη του έργου από τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Προβλήθηκε επίσης η καταγγελία Πολάκη ότι η χωροθέτηση νέας μονάδας στον χώρο απόθεσης λιγνίτη θα εμποδίσει τη μελλοντική επαναχρησιμοποίηση της υπάρχουσας υποδομής.
Παράλληλα, ο παρουσιαστής αναφέρθηκε σε μνημόνιο συνεργασίας της ΔΕΗ με την Amazon Web Services για δημιουργία μεγάλου κέντρου δεδομένων στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Υπογράμμισε ότι οι πληροφορίες για την ηλεκτροδότησή του δεν συγκλίνουν: κυβερνητικοί κύκλοι, όπως είπε, παραπέμπουν στη νέα μονάδα φυσικού αερίου, ενώ πηγές της ΔΕΗ μιλούν για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Κατά την εκπομπή, αυτή η διαφορετική ενημέρωση αφήνει αναπάντητα ουσιώδη ερωτήματα για τον σχεδιασμό, τις υποδομές και τον τρόπο κάλυψης των ενεργειακών αναγκών.
Ξεχωριστή θέση είχε η αναφορά στην παράταση λειτουργίας της Πτολεμαΐδας 5 μέχρι τις 31 Μαρτίου 2027. Ο Πολυχρονιάδης απέδωσε την παράταση στην ανάγκη διασφάλισης της επάρκειας του ηλεκτρικού συστήματος εν μέσω ενεργειακής κρίσης και πολεμικών αναταράξεων. Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ενισχύει τη συζήτηση για τη διατήρηση διαθέσιμων λιγνιτικών υποδομών, ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο. Το βάρος της επιχειρηματολογίας του ήταν ότι η επάρκεια πρέπει να εξετάζεται πριν ληφθούν αποφάσεις που δυσκολεύουν την επιστροφή σε προηγούμενες δυνατότητες παραγωγής.
Η δικαστική διάσταση αφορά προσφυγή πενήντα πολιτών, η οποία, σύμφωνα με την εκπομπή, αναμένεται να συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 20 Οκτωβρίου. Αντικείμενό της είναι η αποξήλωση πέντε πύργων ψύξης στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Σε συνέντευξη Τύπου, από την οποία προβλήθηκαν αποσπάσματα, ο πρώην πρόεδρος της ΔΕΗ Μανώλης Παναγιωτάκης υποστήριξε ότι η ασφάλεια εφοδιασμού υπερβαίνει τις επιδιώξεις μιας ανώνυμης εταιρείας, αλλά και τη θητεία μιας κυβέρνησης. Ζήτησε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες και αρμόδια όργανα για τη διαμόρφωση αυτής της πολιτικής.
Η δικηγόρος Μαρία Μαγαλιού προανήγγειλε νέα προσφυγή κατά διοικητικής πράξης της 21ης Σεπτεμβρίου, που αφορά έγκριση πρόδρομων εργασιών καθαίρεσης και απομάκρυνσης εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων. Εξήγησε ότι η προσβολή της πράξης δημιουργεί στέρεη νομική βάση για αίτημα αναστολής, εφόσον ξεκινήσουν κατεδαφίσεις, αντιμετωπίζοντας το επιχείρημα ότι η προκήρυξη της ΔΕΗ αποτελεί ιδιωτική πράξη. Οι προσφεύγοντες επιδιώκουν, όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα επαναλειτουργίας εγκαταστάσεων, μέχρι να κριθούν οι αποφάσεις και οι συνέπειές τους εθνικά. Μέσα από αυτές τις παρεμβάσεις, η εκπομπή ανέδειξε ένα συγκεκριμένο διακύβευμα: αν οι αποφάσεις για την ενεργειακή μετάβαση διατηρούν περιθώρια ασφάλειας ή οδηγούν σε μη αναστρέψιμη απώλεια παραγωγικών υποδομών.
GEOPOLITICO
Ακρίβεια στα καύσιμα: Η πρόταση Καλόγηρου για άμεση φορολογική ανάσα
Ο Αντώνης Καλόγηρος, επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, παρεμβαίνει στο Ionian για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος.
Την ανάγκη άμεσης μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα υπογράμμισε ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ, Αντώνης Καλόγηρος, μιλώντας στο Ionian για το ενεργειακό κόστος και τις πιέσεις που δέχονται νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο κ. Καλόγηρος αμφισβήτησε τον ισχυρισμό ότι οι ευρωπαϊκοί κανόνες δεν επιτρέπουν τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Όπως ανέφερε, περισσότερες από δέκα ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη προχωρήσει σε αντίστοιχες παρεμβάσεις, επικαλούμενος τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας και της Μάλτας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην αμόλυβδη βενζίνη, σημειώνοντας ότι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης φτάνει περίπου τα 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ επάνω στη συνολική τιμή επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Κατά τον ίδιο, το βάρος για τους Έλληνες καταναλωτές γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας της σημαντικής απόστασης που χωρίζει το μέσο ελληνικό εισόδημα από εκείνο άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
«Η ακρίβεια πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τους μισθούς», τόνισε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση διαθέτει τα περιθώρια για ουσιαστικές φορολογικές ελαφρύνσεις, αλλά δεν επιδεικνύει την απαιτούμενη πολιτική βούληση.
Ο επικεφαλής της Θεματικής Ομάδας Οικονομίας της ΝΙΚΗΣ επικαλέστηκε επίσης τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, τα οποία, σύμφωνα με όσα παρουσίασε, καταγράφουν έσοδα υψηλότερα από τον στόχο. Υποστήριξε ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση και πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία μέσω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ΝΙΚΗΣ, ο κ. Καλόγηρος εισηγήθηκε:
- μείωση του ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα,
- αύξηση της φορολόγησης των μερισμάτων,
- εντατικότερους ελέγχους για εικονικά τιμολόγια και εταιρείες,
- σταδιακή κατάργηση του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών,
- έκτακτη εισφορά στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων.
Κλείνοντας, έστρεψε το ενδιαφέρον στην κερδοφορία των διυλιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση των κερδών τους ενισχύει το αίτημα για έκτακτη φορολόγηση. Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασής του ήταν ότι η ελάφρυνση της κοινωνίας είναι οικονομικά εφικτή, εφόσον υπάρξει διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών.
GEOPOLITICO
Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.
Του Δημήτρη Παπαδογιάννη
Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής
Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).
Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.
Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ
Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).
Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.
Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.
Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).
Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.
Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση
Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.
Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.
Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.
Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.
Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.
Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.
Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.
Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.
Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;
Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.
Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.
Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.
Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.
Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.
Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.
Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.
Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.
Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.
Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.
Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.
Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.
Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.
Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.
Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό
Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;
Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.
Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος
Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.
Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα
Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.
Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.
Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων
Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.
Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).
Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.
Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.
Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα
Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.
Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.
Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.
Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.
Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.
Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;
Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.
Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.
Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.
Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.
Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.
Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας