Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανία – Τουρκία: Στρατηγική οικονομική σύμπραξη σε νέο επίπεδο – Εμπόριο, ενέργεια & επενδύσεις

Δημοσιεύτηκε στις

Η Γερμανία και η Τουρκία, δύο χώρες με μακρά ιστορία διπλωματικών σχέσεων, φαίνεται πως εισέρχονται σε μια νέα φάση οικονομικής συνεργασίας.

Οι πρόσφατες δηλώσεις από την Άγκυρα επιβεβαιώνουν ότι Βερολίνο και Άγκυρα επιθυμούν να ενισχύσουν περαιτέρω τους εμπορικούς και επενδυτικούς τους δεσμούς, με έμφαση στην ενέργεια, τη βιομηχανία και τις στρατηγικές συμμαχίες. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτή την κίνηση και γιατί θεωρείται τόσο σημαντική για την ευρωπαϊκή σταθερότητα;

Μια συνάντηση – Κλειδί στην Άγκυρα

Η Γερμανίδα Ομοσπονδιακή Υπουργός Οικονομικών Υποθέσεων, Κατερίνα Ράιχ, βρέθηκε στην τουρκική πρωτεύουσα για πολιτικές συνομιλίες, συνοδευόμενη από τον Τούρκο Υπουργό Εμπορίου, Ομέρ Μπολάτ. Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα θετικό, με αμφότερες τις πλευρές να επιβεβαιώνουν την πρόθεσή τους να ανεβάσουν τις διμερείς σχέσεις σε ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο.

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά η κ. Ράιχ, η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας ακόμη εμπορικός εταίρος. Είναι μια χώρα-κλειδί για τη Γερμανία, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο. «Χρειαζόμαστε την Τουρκία ως αξιόπιστο εμπορικό εταίρο, αλλά και για την επίτευξη κοινών στόχων», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι η συνεργασία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία εν μέσω των σημερινών παγκόσμιων προκλήσεων.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αβεβαιότητα στη μέση ανατολή

Η Γερμανίδα υπουργός δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις δύο μεγάλες κρίσεις που ταλανίζουν την περιοχή: τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τον οποίο εξέφρασε την ελπίδα ότι θα τερματιστεί οριστικά. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αναδεικνύεται σε έναν κρίσιμο παράγοντα σταθερότητας, όχι μόνο για την Ευρώπη αλλά και για την ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η γερμανική πλευρά θεωρεί ότι η ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων με την Άγκυρα μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στις αστάθειες που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις. Σε έναν κόσμο όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες δοκιμάζονται και οι ενεργειακές προμήθειες γίνονται ολοένα και πιο περίπλοκες, η συνεργασία με μια χώρα-γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία αποκτά στρατηγική σημασία.

Η Τουρκία – Πέμπτος εμπορικός εταίρος της ΕΕ

Μια από τις πιο εντυπωσιακές διαπιστώσεις που προέκυψαν από τη συνάντηση είναι ότι η Τουρκία αποτελεί ήδη τον πέμπτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ένα μέγεθος που δεν πρέπει να υποτιμάται. Παρά τις πολιτικές διαφωνίες του παρελθόντος, ο οικονομικός ιστός ανάμεσα στις δύο πλευρές έχει βαθύνει τόσο πολύ που η διακοπή του θα είχε αλυσιδωτές συνέπειες.

Η κ. Ράιχ τόνισε μάλιστα ότι οι εμπορικές σχέσεις είναι σχεδόν ισορροπημένες, κάτι σπάνιο στις διεθνείς συναλλαγές. Αυτό σημαίνει ότι ούτε η Γερμανία έχει σημαντικό έλλειμμα έναντι της Τουρκίας, ούτε το αντίστροφο. Μια τέτοια ισορροπία δημιουργεί σταθερές βάσεις για μακροπρόθεσμη συνεργασία, μειώνοντας τις τριβές που συνήθως προκύπτουν από ανισορροπίες στο εμπόριο.

Επενδύσεις – Γερμανοί παίκτες βάζουν πλώρη για την Τουρκία

Το ενδιαφέρον των γερμανικών εταιρειών για την τουρκική αγορά παραμένει υψηλό και, σύμφωνα με πληροφορίες, προβλέπεται να ενταθεί. Όπως ανέφερε η Γερμανίδα υπουργός, οι Γερμανοί επενδυτές σκοπεύουν να επεκτείνουν την παρουσία τους, όχι μόνο στους παραδοσιακούς τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η μηχανολογία, αλλά και σε νέες δραστηριότητες αιχμής.

Η Τουρκία προσφέρει μια νεανική, δυναμική αγορά, χαμηλότερο κόστος εργασίας σε σύγκριση με τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και γεωγραφική θέση που επιτρέπει την πρόσβαση σε γειτονικές αγορές της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας. Για τις γερμανικές εταιρείες, η Τουρκία λειτουργεί ταυτόχρονα ως παραγωγική βάση και ως πύλη προς αναδυόμενες αγορές.

Από την άλλη πλευρά, τουρκικές επενδύσεις στη Γερμανία παρουσιάζουν επίσης ανοδική τάση, δημιουργώντας έναν αμφίδρομο διάδρομο ροών κεφαλαίου.

Ενεργειακή συνεργασία – Το μεγάλο στοίχημα

Ίσως ο πιο κομβικός τομέας στον οποίο Γερμανία και Τουρκία επιδιώκουν να εμβαθύνουν τη σχέση τους είναι η ενέργεια, και ειδικότερα οι ανανεώσιμες πηγές. Η Ράιχ ξεκαθάρισε ότι η Γερμανία βλέπει την Τουρκία ως έναν πολύτιμο σύμμαχο στη διαφοροποίηση των ενεργειακών της προμηθειών.

Η Γερμανία, όπως είναι γνωστό, έχει κάνει μεγάλα βήματα προς την πράσινη μετάβαση, αλλά εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Η Τουρκία, χάρη στη γεωγραφική της θέση, μπορεί να λειτουργήσει ως ενεργειακός κόμβος, φιλοξενώντας αγωγούς μεταφοράς, τερματικούς σταθμούς LNG, αλλά και αναπτύσσοντας δικές της υποδομές ΑΠΕ.

Η συνεργασία αυτή αποκτά ειδικό βάρος σε μια εποχή που η Ευρώπη ψάχνει τρόπους να μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Τουρκία, παρά τις δικές της ενεργειακές ανάγκες, μπορεί να προσφέρει εναλλακτικές διαδρομές προμήθειας, είτε από το Αζερμπαϊτζάν, είτε από τη Μέση Ανατολή.

Ταυτόχρονα, οι τεχνολογίες αιολικής και ηλιακής ενέργειας είναι τομείς όπου και οι δύο χώρες μπορούν να ανταλλάξουν τεχνογνωσία και να συνεργαστούν σε κοινά έργα.

Σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, Σύμμαχοι στην οικονομία

Η υπουργός Οικονομικών υπενθύμισε επίσης ότι η Τουρκία είναι ένας σημαντικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ, ένα σημείο που συχνά παραβλέπεται στις οικονομικές συζητήσεις, αλλά έχει βαθιές επιπτώσεις. Η αμυντική συνεργασία και η γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου είναι άμεσα συνδεδεμένες με την οικονομική ευημερία. Μια ισχυρή, οικονομικά ακμαία Τουρκία είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας και της Ευρώπης συνολικά.

Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση των εμπορικών δεσμών λειτουργεί και ως εργαλείο πολιτικής σταθερότητας. Η σκέψη είναι απλή: όταν δύο χώρες είναι βαθιά συνδεδεμένες οικονομικά, τα περιθώρια για εντάσεις μειώνονται, γιατί το κόστος μιας ρήξης γίνεται απαγορευτικό.

Μια νέα εποχή συνεργασίας;

Φυσικά, οι σχέσεις Γερμανίας – Τουρκίας έχουν γνωρίσει και περιόδους έντασης. Ζητήματα όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κατάσταση του κράτους δικαίου, οι διαφορές στο Αιγαίο και η προσέγγιση της Τουρκίας προς τη Ρωσία αποτελούν σημεία τριβής. Ωστόσο, η οικονομική πραγματικότητα φαίνεται να υπερτερεί.

Η επίσκεψη της Γερμανίδας υπουργού και η θετική αποτίμηση των συνομιλιών δείχνουν ότι και οι δύο πλευρές έχουν κατανοήσει ότι η αμοιβαία εξάρτηση μπορεί να αποτελέσει κινητήρια δύναμη, αντί για αδυναμία. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα, οι παραδοσιακές συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, και η Γερμανία φαίνεται να ποντάρει στην Τουρκία ως έναν από τους βασικούς της πυλώνες στην περιοχή.

Το μέλλον – Εμπόριο, ενέργεια και επενδύσεις

Συνοψίζοντας, τα επόμενα χρόνια αναμένεται μια περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής σχέσης Γερμανίας – Τουρκίας, με τους τρεις βασικούς πυλώνες:

  1. Εμπόριο: Αύξηση του διμερούς όγκου συναλλαγών, πέρα από τα σημερινά επίπεδα, με έμφαση σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.

  2. Ενέργεια: Στενότερη συνεργασία στις ΑΠΕ και τις υποδομές μεταφοράς φυσικού αερίου, μειώνοντας την ευρωπαϊκή εξάρτηση από μονοπωλιακούς προμηθευτές.

  3. Επενδύσεις: Ενίσχυση της παρουσίας γερμανικών επιχειρήσεων στην Τουρκία και αντίστοιχα τουρκικών στη Γερμανία, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας και τεχνολογική ανταλλαγή.

Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί αυτή η δυναμική παρά τις πολιτικές αντιθέσεις. Όμως, όπως δείχνουν οι δηλώσεις της κ. Ράιχ, η βούληση υπάρχει. Το ερώτημα είναι πώς θα εξελιχθεί στην πράξη αυτή η βούληση, και αν η Τουρκία θα ανταποκριθεί ανάλογα, κάνοντας τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των Γερμανών επενδυτών.

Μέχρι τότε, το μήνυμα είναι σαφές: Γερμανία και Τουρκία ποντάρουν η μία στην άλλη – και αυτό, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες, είναι ένα γεγονός που αλλάζει τον οικονομικό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1984, όπου τελείωσε το λύκειο. Συνέχισε τις σπουδές του Θεσσαλονίκη στον τομέα της Πληροφορικής και των Δικτύων και ασχολήθηκε παράλληλα με τον κλασικό αθλητισμό. Αργότερα εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πέρασε από πολλά στάδια στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τα κοινά και τα πολιτιστικά, ωστόσο μεγάλος έρωτας και μικρόβιο φυσικά πάντα παραμένει ο στίβος και η ενασχόλησή του με τα διοικητικά αυτού. Πλέον είναι για πάνω από μία δεκαετία κάτοικος του εξωτερικού, καθώς ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Είναι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Ένας άνθρωπος που όσο βρισκόταν στην μητέρα πατρίδα είχε εμπλακεί με πολλές δραστηριότητες. Ένα ανήσυχο πνεύμα που θέλει να εξερευνά νέα πράγματα, του αρέσει να ασχολείται με τα κοινά και προσπαθεί να κάνει έναν κόσμο καλύτερο. Θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο διορατικό, με οξυδέρκεια, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και αυτοκριτικής. Πλέον ως κάτοικος του εξωτερικού, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και τα όνειρα για το μέλλον έχουν μεγαλώσει κι εξελιχθεί. Η διαβίωση στο εξωτερικό μεγάλωσε την επιθυμία ανάδειξης του απόδημου Ελληνισμού, καθώς πριν ακόμη μεταναστεύσει, ήταν περήφανος για όλους τους Έλληνες της διασποράς. Ο ίδιος θέλει να αναδείξει με όποιον τρόπο μπορεί την ύπαρξη του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου, και να τον μεταφέρει στην μητέρα πατρίδα. Η αρθρογραφία, τα ρεπορτάζ, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές είναι ένα κομμάτι του εαυτού του πλέον, το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί και μέσα από αυτό, προσπαθεί να μεταφέρει την ύπαρξη της διασποράς στην Ελλάδα, αλλά και όλα τα καλά της πατρίδας προς όλους στην διασπορά.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Newsroom13 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις22 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Δημοφιλή